(1746-1821) Ο ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ
Τῆς Μαρίας -Ἐλευθερίας Γ. Γιατράκου, Δρ. Ἱστορίας, Π.Α.
5ον
Φυλακίζεται στὴν φυλακὴ τοῦ (Βοσταντζίμπαση) τοῦ ἀρχικηπουροῦ ὁ Ἐφέσου Μητροπολίτης, Διονύσιος ὁ Καλλιάρχης, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀδελφὸν ἕνα ἐκ τῶν ἀρχόντων τῆς Ἡγεμονίας τῆς Μολδαυίας καὶ ἀποκεφαλίζονται τὴν ἑπομένην ὅσοι εὐγενεῖς εἶχαν συγγενεῖς στὴ Μολδοβλαχία. Κατὰ τὴν γ΄ ἑβδομάδα τῶν νηστειῶν ὁδηγοῦνται στὴ φυλακὴ ἄλλοι δύο συνοδικοὶ Ἀρχιερεῖς, ὁ Νικομηδείας Ἀθανάσιος, ὁ Δέρκων Γρηγόριος. Ἱκετεύει τὴν Πύλη ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ γιὰ τοὺς τρεῖς ἱεράρχες, βεβαιώνοντας γιὰ τὴν ἀθῳότητά τους. Ἀλλὰ ἀντὶ νὰ εἰσακουσθεῖ πληροφορεῖται ὅτι ὁδήγησαν στὴ φυλακὴ καὶ τὸν Ἀρχιερέα, τὸν Ἀγχιάλου Εὐγένιο. Ἀπὸ τότε αὐξανόταν κάθε μέρα ἡ ὀργὴ τῶν Τούρκων κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ Πατριάρχης φυσικὰ προαισθάνθηκε καὶ τὸ τέλος του ὡς ἐκπλήρωση τῆς θείας βουλῆς [52]. Ἡ Πύλη ὑποχρεώνει τὸν Πατριάρχη νὰ φυλάξει στὰ Πατριαρχεῖα ἑπτὰ ἀντιπροσώπους τῆς Σερβίας [53].
Καὶ οἱ τρεῖς πατριαρχίες τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ε΄ συνέπεσαν σὲ κρίσιμη ἐποχὴ γιὰ τὸν Ἑλληνισμό.
Ὁ Πατριάρχης δὲν εἶχε ποτὲ φιλοτουρκικὴ διάθεση, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτρέψει σφαγὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ δὲν ἦταν τυπικῶς ἔστω ἐνταγμένος στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία, ἀλλὰ προσεποιεῖτο ὑπακοὴ στὸ Σουλτᾶνο. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅσα εἶπε ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ στὸν Ἰ. Φαρμάκη, ὅταν ἦταν ἐξόριστος στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅταν ὁ Φαρμάκης θέλησε νὰ τὸν μυήσει στὰ μυστικὰ τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας. «Ἐμένα, τοῦ εἶπε ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ μ’ ἔχετε ποὺ μ’ ἔχετε, ἂν ποτὲ ἀποκαλυφθεῖ εἰς τὰ βιβλία τῆς Ἑταιρείας τὸ ὄνομά μου, εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ διακινδυνεύσει ἀπὸ τὸν τύραννον ὁλόκληρον τὸ ἑλληνικὸν Ἔθνος».
Καὶ στὴ συνέχεια συνέστησε στὸν Φαρμάκη: «Νὰ προσέξουσι πολὺ οἱ Ἑταῖροι, μήπως βλάψωσι ἀντὶ νὰ ὠφελήσωσι τὴν Ἑλλάδα[55]» . ἐξάλλου ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία τοῦ Παναγιώτη Σέκερη συνάγεται ὅτι ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ συνεργαζόταν μὲ τοὺς Φιλικοὺς[56]. «Ἡ Ἐκκλησία ἀναγκάσθηκε νὰ τηρήσει, αὐτὴν τὴν στάση γιὰ χάρη τῆς ἀσφαλείας τῶν ραγιάδων. Φανερὰ δὲν τολμοῦσε νὰ ἀναλάβει ἀγῶνα ἐπαναστατικό, μυστικὰ ὅμως ὁρισμένοι κληρικοὶ καὶ μέ συνεννοήσεις μετὰ ξένων ἰσχυρῶν ἡγεμόνων διεξῆγον καὶ ἐν τῇ σπουδῇ των ἀνεμίχθησαν ἐνεργῶς εἰς ἔνοπλα κινήματα…», γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Τάσος Ἀθ. Γριτσόπουλος[57].
Ἡ πραγματικὴ στάση τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ε΄ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς κήρυξης τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης ἦταν στάση ἡρωισμοῦ καὶ αὐτοθυσίας. Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα ἀναφέρουν γιὰ τὴ στάση τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ε΄ ὁ Μιχαὴλ Οἰκονόμου καὶ ὁ Νικόλαος Σπηλιάδης, ἄνδρες τοῦ Ἀγώνα καὶ οἱ δύο, ἐξιστορώντας σύσκεψη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ποὺ ἔγινε στὶς ἀρχὲς Μαρτίου, μὲ ἐντολὴ τῆς τουρκικῆς κυβέρνησης. Στὴ σύσκεψη προτάθηκε, νὰ ζητηθεῖ ἄδεια ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ κυβέρνηση νὰ μεταβοῦν ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς στὶς ἐπαρχίες τους καὶ ὁ Πατριάρχης στὴν Πελοπόννησο, μὲ τὸ σκοπὸ νὰ ἐπηρεάσουν τοὺς χριστιανικοὺς πληθυσμούς, ὥστε νὰ ματαιωθεῖ ἡ Ἐπανάσταση. Ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ ὅμως μὲ παρέμβασή του ματαίωσε τὴν ἔγκριση τῆς πρότασης αὐτῆς καὶ ἐξήγησε τοὺς λόγους, ὅπως γράφει ὁ Μιχαὴλ Οἰκονόμου στὸν συμπατριώτη του Δέρκων Γρηγόριο: «γνωρίζω μέν, ὅτι τὸ μέτρον, εἰ παρεδέχετο, ἦν σωτήριον διὰ τὰ ὀλίγων γερόντων ἁγίων ἄτομα· ἀλλ’ ἡ Ὑψηλὴ Πύλη δικαιολογίαν τῆς ὠμότητός της ἢθελ’ ἔχει τὴν ἰδικὴν μας διαγωγήν. Αἱ ἡμέραι ἡμῶν ἐμετρήθησαν, Ἅγιε Δέρκων, γεννηθήτω τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, τοῦ καλέσαντος ἡμᾶς εἰς τὴν σεμνοτάτην, ταύτην δοκιμασίαν, ἥν ὀφείλομεν καὶ μὲ τὸ ἴδιον ἡμῶν αἷμα νὰ ἐλαφρύνωμεν… Τοῦτο συμφέρει εἰς τὸ ἔθνος[58]» . Λόγοι μεγάλου ἀνδρός, ἕτοιμου γιὰ αὐτοθυσία.
Ὁ Νικόλαος Σπηλιάδης, ἐξάλλου, ἀφοῦ ἀναφέρει, ὅτι ὁ Δέρκων μὲ τὴν πρότασή του ἀπέβλεπε στὸ νὰ ἐπιτύχει τὴν ἄδεια τῆς Πύλης γιὰ τὴν ἀναχώρησή του, ὅπως καὶ τοῦ Πατριάρχη ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν μετάβαση στὴν Πελοπόννησο, μὲ σκοπό, ὅταν θὰ ἔφθαναν ἐκεῖ, νὰ ἡγηθοῦν τῆς Ἐπανάστασης, παραθέτει, τὴν ἀπάντηση τοῦ Πατριάρχη, ποὺ εἶχε τὴ γνώμη, ὅτι ἡ θέση ἦταν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἡ θυσία τους ἐκεῖ θὰ ἦταν κατὰ πολὺ ὠφελιμώτερη γιὰ τὸ ἔθνος: «Καὶ ἐγὼ ὡς κεφαλὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ὑμεῖς ἡ Σύνοδος ὀφείλομεν νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν· ὁ θάνατος ἡμῶν θὰ δώση δικαίωμα εἰς τὴν Χριστιανοσύνην νὰ ὑπερασπίση τὸ ἔθνος ἐναντίον τοῦ τυράννου, ἀλλ’ ἂν ὑπάγωμεν ἡμεῖς νὰ θαρρύνωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, τότε θὰ δικαιώσωμεν τὸν Σουλτᾶνον νὰ ἐξολοθρεύσει ὅλον τὸ ἔθνος[59]».
Λόγοι συνετοῦ καὶ στοργικοῦ Ἐθνάρχη ἀποφασισμένου νὰ θυσιασθεῖ προκειμένου νὰ μὴ ἐξολοθρεύσει ὁ Σουλτᾶνος ὁλόκληρο τὸ ἔθνος. Ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ ὡς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης εἶχε συνείδηση τῆς ἀποστολῆς του καὶ τοῦ χρέους του ἔναντι τοῦ «Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικοῦ κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους», ὅπως πολὺ προσφυῶς τὸ χαρακτήρισε μὲ τὸν ὅρον αὐτὸν ὁ Διονύσιος Ζακυθηνὸς[60]. Ἑνὸς ἔθνους ποὺ εἶχε ὡς κύρια χαρακτηριστικά τῆς ἰδιοπροσωπίας του τὴν πάτρια γλῶσσα, τὴν ἑλληνικὴ παιδεία καὶ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη, στοιχεῖα γιὰ τὴν διατήρηση τῶν ὁποίων φρόντιζε ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ ὅσον οὐδεὶς ἄλλος.
Ἡ κήρυξη τῆς Ἐπανάστασης στὶς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες ἔφερε τὸν Γρηγόριο καὶ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο σὲ δύσκολη θέση. Ὑπῆρχε φόβος, ὅτι ἡ ἐκδικητικὴ μανία τῶν Τούρκων θὰ στρεφόταν, ὅπως εἶχε συμβεῖ καὶ στὰ Ὀρλωφικά, ὄχι μόνον ἐναντίον τοῦ Πατριαρχείου, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Κωνσταντινούπολης. Ἡ ἀπόφαση τοῦ Γρηγορίου ἦταν νὰ παραμείνει στὴν πρωτεύουσα τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, γιὰ νὰ ἀποτρέψει ὅσο τοῦ ἦταν δυνατὸν τὰ ἀντίποινα ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων, ὅπως τουλάχιστον μαρτυροῦν οἱ σύγχρονοι πρὸς τὰ γεγονότα, Ἰωάννης Φιλήμων, Νικόλαος Σπηλιάδης, Μιχαὴλ Οἰκονόμου καὶ ἄλλοι[61].
Στὰ μέσα τοῦ Μαρτίου ὁ Σουλτᾶνος ἀποφάσισε, ὑπὸ τὴν πίεση συμβούλων του καὶ φανατισμένων Μουσουλμάνων, τὴ σφαγὴ τῶν Ἑλλήνων τῆς Πόλης, ἦταν ὅμως ἀπαραίτητο νὰ ἐκδοθεῖ προηγουμένως «φετφὰς» τοῦ ἀνώτατου θρησκευτικοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Ὀθωμανῶν, τοῦ «σεϊχουλισλάμη», Χατζῆ Χαλὴλ ἐφέντη. Σύμφωνα μὲ μία μεταγενέστερη μαρτυρία ὁ Γρηγόριος, γιὰ νὰ σώσει τὸν ὀρθόδοξο πληθυσμὸ ἐπισκέφθηκε τὸν σεϊχουλισλάμη καὶ τὸν διαβεβαίωσε ὅτι τὸ Γένος ἦταν ἀμέτοχο στὴν ἐξέγερση τῶν Παραδουνάβιων Ἡγεμονιῶν. Δεδομένου ὅτι τὸ Κοράνιο δὲν ἐπέτρεπε τιμωρία ἀθῴων γιὰ πράξεις ἐνόχων συγγενῶν τους, ὁ Τοῦρκος θρησκευτικὸς ἡγέτης ζήτησε πειστήρια, γιὰ νὰ στηρίξει εἰσήγησή του στὸ Σουλτᾶνο. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὁ Γρηγόριος μὲ τὴ σύνοδο ὑπέγραψαν κείμενο ἀφορισμοῦ καὶ τὸ παρουσίασαν στὸ Χατζὴ Χαλὴλ ἐφέντη, ὁ ὁποῖος πράγματι δὲν ἐνέκρινε τὴ σφαγή, γεγονὸς ποὺ ὁδήγησε στὴν ἐξορία του καὶ τὴ θανάτωσή του.
Σημειώσεις:
[52] Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ. 34-35. [53] ὅ.π., σ. 35. [54] Βλ. Βασίλη Σφυρόερα, ὅ.π., σ. 213. [55] Βλ. Χρ. Θ. Κρικώνη, Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρωταγωνιστής τῆς Ἐθνεγερσίας τοῦ 1821, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 128-129. [56] Βλ. Βασίλη Σφυρόερα, ὅ.π., σ. 213. 57] Τάσος Ἀθ. Γριτσόπουλος, «Ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸν Ἀπελευθερωτικὸν Ἀγῶνα», Ἀθῆνα, 1971, σ. 13 (Ἀνατύπωση ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Παρνασσός», τ. 13). [58] Βλ. Ἀλέξ. Δεσποτόπουλο, Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση, ΙΕΕΕ, τ. ΙΒ΄, Ἀθήνα, 1975, σ. 32. [59] Βλ. Ἀλέξ. Δεσποτόπουλο, ὅ.π., σ. 32. [60] Δ.Α. Ζακυθηνός, Ἡ Τουρκοκρατία, Ἀθῆνα – 1957, σ. 28. [61] Βλ. Βασίλη Σφυρόερα, Παγκόσμιο Βιογραφικὸ Λεξικό, ὅ.π., σ. 213.




