Τοῦ κ. Κωνσταντίνου Βαθιώτη,
τέως Ἀναπληρωτοῦ Καθηγητοῦ Νομικῆς Σχολῆς Δ.Π.Θ.
ΜΕΡΟΣ Η΄
ΠΑΡΑΛΟΓΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία ὅτι ὁ ἀνάποδος κόσμος εἶναι ἐν ταυτῷ καὶ παράλογος. Ὅπως σημειώνει ὁ π. Σεραφεὶμ Ρόουζ [1], ὁ ὁποῖος διεκήρυττε ὅτι «ἡ παροῦσα ἐποχὴ εἶναι ἐποχὴ τοῦ παραλόγου»:
«Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ παραλόγου, μετὰ ἀπὸ μία μακρὰ περίοδο ὑπόγειας καλλιέργειας, γίνεται μὲ τρόπο ἐκρηκτικὸ στὶς δύο φράσεις τοῦ Νίτσε ποὺ συχνὰ παρατίθενται: “Ὁ Θεὸς εἶναι νεκρός”, ποὺ ἁπλούστατα σημαίνει ὅτι ἡ πίστη στὸν Θεὸ εἶναι νεκρὴ στὶς καρδιὲς τῶν σύγχρονων ἀνθρώπων, καὶ “δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια”, ποὺ σημαίνει ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐγκατέλειψαν τὴν ἀλήθεια ποὺ ἀποκαλύφθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ πάνω στὴν ὁποία βασίζονταν ἡ εὐρωπαϊκὴ σκέψη καὶ οἱ θεσμοί της. Τὴν ἐγκατέλειψαν, διότι δὲν τὴν ἔβρισκαν πλέον ἀξιόπιστη. Καὶ οἱ δύο δηλώσεις ἐκφράζουν μᾶλλον ἀληθῶς αὐτὸ ποὺ πιστεύει, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Νίτσε, ἡ πλειοψηφία ἐκείνων ποὺ ὑπῆρξαν κάποτε χριστιανοὶ» [2].
Καὶ συνεχίζει ὁ π. Σεραφεὶμ Ρόουζ: «Εἶναι ἀλήθεια γιὰ τοὺς ἀθεϊστὲς καὶ σατανιστὲς ποὺ δηλώνουν εὐχαριστημένοι ἢ ἐκστατικοὶ γιὰ τὴν ἔλλειψη πίστης καὶ τὴν ἀπόρριψη τῆς ἀλήθειας. Εἶναι τὸ ἴδιο ἀληθινὲς γιὰ τὰ λιγότερο ὑπεροπτικὰ λήθη, στὰ ὁποῖα ἡ αἴσθηση τῆς πνευματικῆς πραγματικότητας ἐξατμίστηκε, εἴτε αὐτὸ ἐκφράζεται μὲ τρόπο ἀδιάφορο σὲ σχέση μὲ τὴν πνευματικὴ πραγματικότητα, μέσα στὴν πνευματικὴ σύγχυση καὶ τὴν ἀνησυχία ποὺ εἶναι εὐρέως διαδεδομένες σήμερα, εἴτε σὲ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς πολλὲς μορφὲς ψευδὸ-θρησκειῶν ποὺ δὲν εἶναι παρὰ προσωπεῖα γιὰ τὴν ἀδιαφορία καὶ τὴ σύγχυση. Ἀκόμη καὶ πάνω ἀπὸ τὴ φθίνουσα μειονότητα αὐτῶν ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ πιστεύουν, τόσο ἀφανῶς ὅσο καὶ ἐμφανῶς, γιὰ αὐτοὺς ποὺ ἡ ἄλλη ζωὴ εἶναι περισσότερο ἀληθινὴ ἀπὸ αὐτὴν τὴ ζωή, ἔπεσε ἡ σκιὰ τοῦ “θανάτου” τοῦ Θεοῦ καὶ μετέτρεψε τὸν κόσμο σὲ διαφορετικὸ καὶ παράξενο τόπο».
Ζώντας σὲ αὐτὸν τὸν παράλογο κόσμο, δὲν εἶναι δύσκολο νὰ ἀντιληφθοῦμε γιὰ ποιὸν λόγο ἔχει παγιωθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι ὅποιος αὐτοκτονεῖ ὑλοποιεῖ μία παράλογη ἀπόφαση· ὁ ὅρος «ἀπονενοημένο διάβημα» δὲν ἔγινε τυχαῖα συνώνυμο τῆς αὐτοκτονίας. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Γάλλος ἱστορικὸς Γκιόργκι Μινουὰ (Georges Minois): [3] «Εἶναι […] ἀσύλληπτο ἕνα ὑγιὲς πνεῦμα νὰ μπορεῖ ψύχραιμα νὰ ἐκτιμήσει ὅτι τὴ ζωὴ δὲν ἀξίζει νὰ τὴ ζήσει κανείς. Τὸ νὰ τὴν ἀντιμετωπίζει ἔτσι χωρὶς κάποιο ἰδιαίτερο λόγο ἀποτελεῖ ἀπὸ μόνο του σύμπτωμα τρέλλας, νοητικῆς ἀνισορροπίας, ποὺ βαθμιαῖα ἀποκαλεῖται “μελαγχολία”» [4].
Ἀλλὰ καὶ ὁ Γάλλος φιλόσοφος καὶ λογοτέχνης Ἀλμπὲρ Καμὺ (Albert Camus) στὸ δοκίμιό του πάνω στὸ παράλογο, τὸ ὁποῖο τιτλοφορεῖται «Ὁ μῦθος τοῦ Σισύφου» [5], σημείωνε χαρακτηριστικά: «Τὸ νὰ σκέφτεσαι λογικά, εἶναι πάντα ἁπλό. Μὰ εἶναι σχεδὸν ἀδύνατο νὰ σκέφτεσαι λογικὰ ὥς τὸ τέλος. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ πεθαίνουν μὲ τὰ ἴδια τους τὰ χέρια ἀκολουθοῦν, ἔτσι, τὴ συναισθηματική τους πλευρὰ ὥς τὸ τέλος. Ἡ σκέψη τῆς αὐτοκτονίας μοῦ δίνει, λοιπόν, τὴν εὐκαιρία νὰ θέσω τὸ μοναδικὸ πρόβλημα ποὺ μ’ ἐνδιαφέρει: ὑπάρχει λογικὴ πού φτάνει ὥς τὸν θάνατο;».
Ὁ Γάλλος φιλόσοφος τοποθετεῖται ἐναντίον τῆς αὐτοκτονίας μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Ἡ αὐτοκτονία εἶναι σφάλμα. Ὁ παράλογος ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἐξαντλεῖ τὰ πάντα καὶ νὰ ἐξαντλεῖται. Τὸ παράλογο εἶναι γι’ αὐτὸν τὸ μεγάλο του πάθος, αὐτὸ ποὺ τοῦ ἐπιτρέπει νὰ συνεχίζει μία μοναδικὴ προσπάθεια, γιατί ξέρει πὼς σ’ αὐτὴν τὴ συνείδηση καὶ σ’ αὐτὴ τὴν καθημερινὴ ἐπανάσταση ὑπάρχει ἡ μοναδική του ἀλήθεια, ἡ πρόκληση» [6].
Στὸν ἀντίποδα τοῦ Μινουᾶ καὶ τοῦ Καμύ, ὁ Ἔρασμος στὸ «Μωρίας ἐγκώμιον» υἱοθετεῖ τὴν ἀνάποδη ἑρμηνεία, ὑποστηρίζοντας ὅτι «πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς τρελλὸς, γιὰ νὰ παραμείνει στὴ ζωὴ» [7].
ΤΟ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟΝ ΤΟΥ ΑΥΤΟΧΕΙΡΟΣ
Πάντως, ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ σύγχρονου Ποινικοῦ Δικαίου, ὅπου ἡ αὐτοκτονία (σὲ ἀντίθεση μὲ ὅσα προεκτέθηκαν) δὲν ἀντιμετωπίζεται ἐκ προοιμίου ὡς μία παράλογη-ἀνορθολογικὴ ἀπόφαση [8], ἀποτελεῖ ζήτημα ἐριζόμενο τὸ πότε ἡ αὐτοκτονία δύναται νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἦταν προϊὸν ἐλεύθερης, συνειδητῆς καὶ ὑπεύθυνης ἀπόφασης τοῦ αὐτόχειρος, μὲ ἄλλα λόγια: πότε τοῦτος διατηροῦσε ἀλώβητο τὸ αὐτεξούσιό του καί, ἑπομένως, ἡ ἀπόφαση τερματισμοῦ τῆς ζωῆς του ἐντασσόταν στὸ πεδίο τῆς ἀτομικῆς εὐθύνης του, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ γίνει δεκτὸ ὅτι ὅποιος συμμετέσχε σὲ αὐτήν, εἴτε καταπείθοντάς τον νὰ αὐτοκτονήσει (ἄρα σὰν «ἠθικὸς αὐτουργὸς») εἴτε δίδοντας βοήθεια κατὰ τὴν τέλεσή της, ἡ ὁποία διαφορετικὰ δὲν θὰ ἦταν ἐφικτὴ (ἄρα σὰν «ἄμεσος συνεργός»), φέρει ἤπια ποινικὴ εὐθύνη, τιμωρούμενος μὲ βάση τὸ πλημμέλημα τῆς συμμετοχῆς σὲ αὐτοκτονία ποὺ τυποποιεῖται στὸ ἄρθρο 301 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα («συμμετοχὴ σὲ αὐτοκτονία») [9].
Ἀντιθέτως, ἂν κριθεῖ ὅτι, ἐξαιτίας κάποιου γνωστικοῦ ἢ βουλητικοῦ ἐλαττώματος, ὁ αὐτόχειρ δὲν ἔλαβε μία αὐτεξούσια ἀπόφαση τερματισμοῦ τῆς ζωῆς του, τότε ἐκεῖνος ποὺ τὸν χρησιμοποίησε ὡς ὑποχείριό του φέρει αὐξημένη εὐθύνη ὡς ἔμμεσος αὐτουργὸς ἀνθρωποκτονίας μὲ δόλο (ἀρ. 299 παρ. 1 ΠΚ). Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἄμεσο ἢ φυσικὸ αὐτουργὸ τῆς ἀνθρωποκτονίας, ὁ ὁποῖος σκοτώνει τὸ θῦμα ἰδιοχείρως, δηλ. μὲ ὅρους τῆς καθομιλουμένης: «βάφει μὲ αἷμα τὰ δικά του χέρια», ὁ ἔμμεσος αὐτουργὸς σκοτώνει τὸ θῦμα του χωρὶς νὰ λερώσει τὰ δικά του χέρια, ἀλλὰ ἐνεργεῖ σατανικά, βάζοντας τὸ ἴδιο τὸ θῦμα νά στραφεῖ κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ μὲν ἔμμεσος αὐτουργὸς παραλληλίζεται ἀπὸ κάποιους ποινικολόγους μὲ «ἀόρατο μαριονεττίστα» [10], τὸ δὲ θῦμα του μὲ «μαριονέττα».
Η ΛΥΣΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΣ
Σύμφωνα μὲ τὴν κρατοῦσα καὶ ὀρθότερη ἄποψη στὴν ποινικὴ ἐπιστήμη τοῦ ἠπειρωτικοῦ Δικαίου, ἀτομικῶς ὑπεύθυνα ἐνεργεῖ ὁ αὐτόχειρας, ὅταν διαθέτει τὴν ἀπαιτούμενη κριτικὴ ἱκανότητα, ὥστε νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ ἀντιληφθεῖ καὶ νὰ σταθμίσει τὴν σημασία καὶ τὶς συνέπειες τῆς αὐτοκαταστροφικῆς ἀπόφασής του, χωρὶς νὰ βρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος πλάνης, ἀπάτης ἢ ἀπειλῆς. Ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ «καλοζυγισμένη αὐτοκτονία», ποὺ εἶναι προϊὸν ἐλεύθερης σκέψης. Ἑπομένως, γιὰ νὰ ἀξιολογηθεῖ ἡ αὐτοκτονία ὡς ἔργο τοῦ ἴδιου τοῦ αὐτόχειρος θὰ πρέπει νὰ πληροῦνται ἀναλόγως οἱ προϋποθέσεις ἐκεῖνες ποὺ στὸ πεδίο τῆς ἰατρικῆς εὐθύνης διασφαλίζουν, ἀντιστοίχως, ὅτι ἕνας ἀσθενὴς παρέσχε τὴν συναίνεσή του στὸν ἰατρὸ μετὰ τὴν πλήρη ἐνημέρωσή του (informed consent) καὶ τὴν νηφάλια στάθμιση «τῶν ὑπὲρ καὶ τῶν κατὰ» γιὰ τὸ πρόβλημα τῆς ὑγείας του καὶ τὸν τρόπο ἀντιμετώπισής του, ἐξ οὗ καὶ ἡ συγκεκριμένη προσέγγιση εἴθισται νὰ ἀποκαλεῖται συνθηματικὰ «λύση τῆς συναινέσεως» (Einwilligungslosung).
Συνεπῶς, ἂν διαπιστωθεῖ ὅτι ὡς παθογενὴς θὰ ἦταν ἄκυρη ἡ παροχὴ τῆς συναινέσεως τοῦ παθόντος στὴν ὑποθετικὴ περίπτωση ποὺ δὲν θὰ ὑλοποιοῦσε τὸ θῦμα τὴν αὐτοβλαπτικὴ ἀπόφασή του, ἀλλὰ ἡ ἐπίμαχη προσβολὴ θὰ προερχόταν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ δράστη, αὐτὸ σημαίνει ὅτι στὴν ἐξεταζόμενη περίπτωση τῆς ἐμπλοκῆς τοῦ δράστη στὴν αὐτοκτονία τοῦ θύματος δὲν ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μία ἤπια τιμωρούμενη συμμετοχὴ σὲ αὐτοπροσβολή, ἀλλὰ μὲ μία αὐστηρῶς τιμωρούμενη ἑτεροπροσβολή. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρῖσμα, κάθε ἀπειλή ποὺ ἔχει ὑπολογίσιμη βαρύτητα καὶ ἐξαναγκάζει τὸν ἀποδέκτη της σὲ πράξη γιὰ τὴν ὁποία δὲν ἔχει ὑποχρέωση (π.χ. «ἂν δὲν πηδήξεις ἀπὸ τὸ μπαλκόνι, θὰ σὲ καταμηνύσω ψευδῶς ὅτι μὲ βίασες»), ἀρκεῖ γιὰ τὴν τιμώρηση τοῦ ἀπειλοῦντος ὡς ἔμμεσου αὐτουργοῦ ἀνθρωποκτονίας.
Ὑπολογίσιμη βαρύτητα θὰ ἔχει κατ’ ἀρχὴν κάθε δυσμενὴς μεταβολὴ ποὺ πλήττει τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τὰ θεμελιώδη δικαιώματα ἑνὸς ἀνθρώπου (κάποιοι μιλοῦν ἐδῶ γιὰ σοβαρὸ ἐκφοβισμὸ ποὺ πρέπει νὰ καταφάσκεται, ὅταν ἀπειλοῦνται ἀγαθὰ σημαντικὰ γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου), ἀλλὰ καὶ κάθε ἄλλη ἀπειλή πού, σύμφωνα μὲ τὸ ἔγκλημα τῆς παράνομης βίας (ἄρ. 330 ΠΚ), θίγει τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀπειλουμένου νὰ διαμορφώνει καὶ νὰ πραγματώνει ἐλεύθερα τὶς ἀποφάσεις του. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ὀπτική, γίνεται δεκτὸ ὅτι, ὅταν ἀπειλοῦνται ὄχι μόνο ἡ ἐλευθερία ἢ ἡ γενετήσια ἀξιοπρέπεια ἀλλὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ θεμέλια τῆς ὕπαρξης ἑνὸς ἀνθρώπου, τότε ἡ βουλητικὴ ὑπεροχὴ ἐκείνου ποὺ ἐκτόξευσε τὴν ἐκφοβιστικὴ ἀπειλὴ δύναται νὰ ἀξιολογηθεῖ ὡς τόσο ἰσχυρή, ὥστε νὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθεῖ ὡς ἔμμεσος αὐτουργὸς ἀνθρωποκτονίας.
Ἡ λύση αὐτὴ συμπορεύεται καὶ μὲ τὴν τάση ποὺ ἀποτυπώθηκε στὸν νέο Ποινικὸ Κώδικα, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ προστατευτικὸ πεδίο τοῦ βιασμοῦ ἔπρεπε νὰ διευρυνθεῖ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ καλύπτει ὄχι μόνο τὴν ἀπειλὴ «ἄμεσου καὶ σπουδαίου κινδύνου», ἀλλὰ καὶ κάθε ἄλλη ἀπειλή ποὺ καθιστᾶ ἐλλατωματικὴ τὴν παρασχεθεῖσα συναίνεση τοῦ θύματος (βλ. ἄρ. 336 παρ. 4 ΠΚ).
Ὑπὸ τὸ φῶς τῶν ἀνωτέρω διευκρινίσεων, εἰδικὰ ἡ ἀπειλὴ ἀπόλυσης εἶναι μία, τὸ δίχως ἄλλο, ὑπολογίσιμη ἀπειλὴ ποὺ ἀσκεῖ μείζονα ψυχικὴ πίεση σὲ κάθε πολίτη ὁ ὁποῖος, ἂν χάσει «τὴ δουλειά του», δηλαδὴ «τὸ ψωμί του» (καὶ ἐφόσον συντρέχουν κατὰ τὰ λοιπὰ δυσμενεῖς βιοτικὲς περιστάσεις), ἐνδέχεται νὰ ἔλθει, ἀργὰ ἢ γρήγορα, ἀντιμέτωπος μὲ τὸ φάσμα τῆς ἀτομικῆς καὶ οἰκογενειακῆς ἐξαθλίωσης. Ἡ ψυχοπιεστικὴ δύναμη τῆς ἀπειλῆς ἀπόλυσης μπορεῖ βεβαίως κατὰ περίπτωση νὰ συρρικνώνεται ἢ νὰ διογκώνεται ἀνάλογα μὲ τὸ περιουσιακὸ καὶ προσωπικὸ status τοῦ ἀπειλουμένου, τὴ φύση τῆς ἐργασίας του, τὶς ἐπαγγελματικές του δεξιότητες, ἀλλὰ καὶ τὰ γενικότερα οἰκονομικὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς, στὴν ὁποία ζεῖ. Ἑπομένως, ἄλλη ἐκφοβιστικὴ ἰσχὺ ἔχει π.χ. ἡ ἀπειλὴ ἀπόλυσης ποὺ ἐκτοξεύεται εἰς βάρος ἑνὸς μεροκαματιάρη μὲ δύο παιδιὰ στὴν ἐποχὴ τῆς ἀκρίβειας, καὶ ἄλλη ἐκείνη ποὺ στρέφεται ἐναντίον ἑνὸς ἀνύπαντρου πλουσιόπαιδου ποὺ ἐργάζεται, γιὰ νὰ μὴ πλήττει σὲ περίοδο γενικῆς εὐημερίας.
Ὅτι ὁ πόθος τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ἄρτο εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τρεῖς καθοριστικοὺς πόθους τοῦ καθημερινοῦ ἀνθρώπου ἐπισημαίνεται στὸν πασίγνωστο μῦθο τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ τοῦ Ντοστογιέβσκη ἀπὸ τὸ μυθιστόρημά του «Ἀδελφοὶ Καραμάζωφ» [11]. Τὸ μόνο ποὺ θέλουν οἱ ἄνθρωποι, σημειώνει ὁ συγγραφέας διὰ στόματος τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ, εἶναι νὰ ἔλθουν νὰ καταθέσουν τὴν ἐλευθερία τους στὰ πόδια τῶν ἐκλεκτῶν ἀρχόντων τους καὶ νὰ τοὺς ποῦν: «Κάντε μας σκλάβους, μὰ χορτάστε μας!» [12]. Ἐφόσον λοιπὸν ὁ ἄρτος ἀποτελεῖ μία τόσο ἰσχυρὴ κινητήρια δύναμη γιὰ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι προφανὲς ὅτι ὅποιος ἀπειλεῖ μὲ διακοπή παροχῆς τοῦ ἄρτου μπορεῖ νὰ χειραγωγήσει εὔκολα τὸν ἀπειλούμενο, ἐξαναγκάζοντάς τον σὲ ὑπακοή, ὁπότε τίθεται ἐπὶ τάπητος ἡ δημοφιλὴς ἀπορία: «τί ἐλευθερία θὰ ’ναι αὐτὴ, ὅταν ἡ ὑπακοὴ θὰ ἐξαγοραστεῖ μὲ ψωμιά;».
(Συνεχίζεται…)
Σημειώσεις:
[1] Ὅ.π., σελ. 164/165. [2] Προτοῦ ὁ π. Σεραφεὶμ Ρόουζ γίνει ἱερομόναχος, εἶχε ἐντρυφήσει στὶς δοξασίες τοῦ Νίτσε καὶ τὸν ἀπασχολοῦσε ἰδιαίτερα ἡ φράση τοῦ Γερμανοῦ φιλοσόφου «ὁ Θεὸς πέθανε». Ἐπ’ αὐτοῦ βλ. Ἱερομονάχου Δαμασκηνοῦ, π. Σεραφεὶμ Ρόουζ. Ἡ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα του, Τόμ. Ά΄, ἔκδ. Μυριόβιβλος, 6η ἔκδ., Ἀθήνα 2023, σελ. 83, ὅπου καὶ ἡ σημείωση ὅτι ἡ ἀρχικὴ πατρότητα τῆς φράσης αὐτῆς «ἀνήκει στὸν ἀντὶ-ἐπαναστάτη συγγραφέα Τζόζεφ Ντὲ Μέστρ, ὁ ὁποῖος τὴν ἀνέφερε, ὅταν ξέσπασε ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση». [3] Minois, Ἱστορία τῆς αὐτοκτονίας. Ἡ δυτικὴ κοινωνία ἀντιμέτωπη μὲ τὸν ἑκούσιο θάνατο, μτφ.: Ξ. Τσελέντη, ἐκδ. Πολύτροπον, Ἀθήνα 2006, σελ. 67. [4] Γιὰ τὴν ἄποψη ὅτι «ἡ ἀπελπισία δὲν εἶναι ψυχικὴ κατάσταση, ἀλλὰ ἁμαρτία ποὺ ὀφείλεται στὸ διάβολο, ὁ ὁποῖος πείθει τὸν ἁμαρτωλὸ γιὰ τὴ βέβαιη καταδίκη του καὶ τὸν κάνει νὰ ἀμφιβάλει γιὰ τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Κυρίου» βλ. Minois, ὅ.π., σελ. 61, ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφικὲς συνδέσεις τῆς αὐτοκτονίας μὲ τὸν Σατανᾶ (βλ. καὶ τοῦ ἰδίου, σελ. 71, 113, 198, 248, 313). [5] Μτφ.: Β. Χατζηδημητρίου, ἔκδ. Μπουκουμάνη, Ἀθήνα 1973, σελ. 17. [6] Βλ. καὶ Καμύ, ὅ.π., σελ. 77: «ἀρνοῦμαι τὴν αὐτοκτονία». [7] Ἐπ’ αὐτοῦ βλ. Minois, ὅ.π., σελ. 120/121, ὁ ὁποῖος ἀντιπαραβάλλει τὴν ἄποψη τοῦ Ἐράσμου μὲ ἐκείνη τοῦ Μπράντ, κατὰ τὸν ὁποῖο «ἡ ἀναζήτηση τοῦ θανάτου εἶναι τρέλλα, ἀφοῦ ὁ θάνατος κάποτε θὰ μᾶς βρεῖ». [8] Βλ. καὶ Παπαχαραλάμπους, Ἡ συμμετοχὴ σὲ αὐτοκτονία. Μία συναφὴς πρὸς τὴν ἑτεροπροσβολὴ τῆς ζωῆς ἐφεδρικὴ ἀντικειμενικὴ ὑπόσταση, ἔκδ. Δίκαιο & Οἰκονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, Ἀθήνα 1997, σελ. 19 ἑπ., ὅπου περαιτέρω παραπομπές. [9] Ἐπ’ αὐτοῦ πρβλ. καὶ Βαθιώτη, Ἀπὸ τὴν τρομοκρατία στὴν πανδημία. Ὑποχρεωτικὲς ἰατρικὲς πράξεις στὸν πόλεμο κατὰ τοῦ ἀόρατου ἐχθροῦ, Τρίτη ἐπικαιροποιημένη ἔκδοση, Ἀλφειός, Ἀθήνα 2023, σελ. 295 ἑπ. [10] Ὁ ὅρος αὐτὸς χρησιμοποιεῖται καὶ ἀπὸ τὸν Λουίτζι Πιραντέλο στὸ θεατρικὸ ἔργο του «Ὁ ἄνθρωπος, τὸ κτῆνος καὶ ἡ ἀρετή», μτφ.: Ἔρ. Μπελιές, ἔκδ. Ἠριδανός, Ἀθήνα 2007, σελ. 33. [11] Ὁ μῦθος αὐτὸς ἔχει ἐκδοθεῖ στὴν Ἑλλάδα καὶ αὐτοτελῶς· βλ. Ντοστογιέβσκη, Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, μτφ.: Ἄρ. Ἀλεξάνδρου, ἔκδ. Γκοβόστη, Ἀθήνα 2015. [12] Ντοστογιέβσκη, ὅ.π., σελ. 42.




