Τί εἶναι ἡ κοινωνικὴ Τριάς;

Share:

Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου,

ὑπ. Διδάκτορος Δογματικῆς θεολογίας

Εἰσαγωγὴ

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Τριάδας ἀποτελεῖ τὸν πυρήνα τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ συγχρόνως τὸ βαθύτερο μυστήριό της. Ἡ Ἐκκλησία ὁμολογεῖ ὅτι ὑπάρχει ἕνας Θεὸς σὲ τρία Πρόσωπα: ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Πρόκειται γιὰ μία ἀλήθεια ποὺ βασίζεται στὴ μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ διατυπώθηκε μὲ ἀκρίβεια ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Παρὰ τὴ διαχρονικὴ σπουδαιότητά της, ἡ τριαδολογία θεωρεῖται ἀπὸ πολλοὺς σύγχρονους θεολόγους ἕνα ἀφηρημένο θεολογικὸ ἀντικείμενο, χωρὶς ἄμεση σχέση μὲ τὴν καθημερινὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰώνα ἐμφανίστηκε μία νέα θεολογικὴ τάση ποὺ προσπάθησε νὰ δείξει ὅτι ἡ Τριάδα δὲν ἀφορᾶ μόνο τὴ δογματικὴ θεολογία, ἀλλὰ ἔχει ἄμεσες συνέπειες γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κοινωνίας. Ἡ τάση αὐτὴ ἔγινε γνωστὴ ὡς «κοινωνικὴ θεωρία τῆς Τριάδας» ἢ ἁπλῶς «κοινωνικὴ Τριάδα». Σύμφωνα μὲ τοὺς ὑποστηρικτές της, ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς μία οὐσία μὲ τρία Πρόσωπα, ἀλλὰ αἰώνια κοινωνία ἀγάπης, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει πρότυπο γιὰ κάθε ἀνθρώπινη σχέση.

Ἡ θεωρία αὐτὴ γνώρισε μεγάλη διάδοση, ἐπηρέασε τὴ σύγχρονη θεολογία καὶ χρησιμοποιήθηκε, γιὰ νὰ ἑρμηνεύσει τὴν Ἐκκλησία, τὴν οἰκογένεια, τὴν κοινωνία, ἀκόμη καὶ τὴν πολιτική. Παράλληλα ὅμως προκάλεσε ἔντονες ἀντιδράσεις. Πολλοὶ θεολόγοι παραδοσιακῶν καταβολῶν ὑποστήριξαν ὅτι αὐτὴ ἡ θεωρία περὶ τῆς Τριάδας ὁδηγεῖ σὲ ἐπικίνδυνες παρερμηνεῖες τοῦ τριαδικοῦ δόγματος καὶ ὅτι ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση.

Στὸ κείμενο αὐτὸ θὰ παρουσιάσουμε τοὺς βασικοὺς ἐκ­προ­σώπους τῆς κοινωνικῆς Τριάδας, τὴν προέλευση αὐτῆς τῆς θεωρίας, τὶς βασικές της θέσεις, τὶς ἐφαρμογές της καί, κυρίως, τὶς σοβαρὲς θεολογικὲς δυσκολίες ποὺ ἐγείρει.

Οἱ κύριοι ἐκπρόσωποι

τῆς κοινωνικῆς Τριάδος

Μεταξὺ τῶν κυριοτέρων συγχρόνων ὑποστηρικτῶν τῆς κοινωνικῆς Τριάδας βρίσκονται ὁ Γιοῦργκεν Μόλτμαν, ὁ Λεονάρντο Μπόφ, ὁ Ἰωάννης Ζηζιούλας, ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, ὁ Μίρο­σλαβ Βὸλφ καὶ ὁ Κόλιν Γκάντον. Παρατηροῦμε ὅτι ἡ κοινωνικὴ Τριάδα ἔχει διομολογιακὸ χαρακτήρα, ἤτοι ὑποστηρίζεται ἀπὸ ἐκπροσώπους τῶν τριῶν βασικῶν ὁμολογιῶν τοῦ χριστιανισμοῦ, ἤτοι ἀπὸ ρωμαιοκαθολικούς, ὀρθοδόξους καὶ προτεστάντες. Οἱ ἀνωτέρω θεολόγοι θεωροῦν τὴν Τριάδα ὡς κοινωνία Προσώπων, ποὺ ἑνώνονται μὲ μία σχέση ἀμοιβαίας ἀγάπης καὶ βλέπουν σὲ αὐτὴν τὴν κοινωνία ἕνα πρότυπο γιὰ τὴν κατανόηση τῶν ἀνθρώπινων σχέσεων καὶ τῆς κοινωνικῆς ζωῆς.

Αἱ «βιβλικαὶ βάσεις» τῆς θεωρίας

Οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς κοινωνικῆς Τριάδας ξεκινοῦν ἀπὸ τὴ διαπίστωση ὅτι ἡ Καινὴ Διαθήκη παρουσιάζει μία ζωντανὴ σχέση μεταξὺ τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ λέξη «Τριάδα» δὲν ἐμφανίζεται στὴν Ἁγία Γραφή, ὅμως ὑπάρχουν πολλὰ χωρία ποὺ ἀποτέλεσαν τὴ βάση γιὰ τὴ διατύπωση τοῦ τριαδικοῦ δόγματος.

Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ στὸν Ἰορδάνη ποταμό. Ὁ Υἱὸς βαπτίζεται, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατέρχεται μὲ μορφὴ περιστερᾶς καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Πατρὸς ἀκούγεται ἀπὸ τὸν οὐρανό. Τὰ τρία Πρόσωπα ἐμφανίζονται συγχρόνως, χωρὶς νὰ συγχέονται μεταξύ τους.

Ἐξίσου σημαντικὸ εἶναι τὸ τέλος τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου, ὅπου ὁ ἀναστημένος Χριστὸς δίνει στοὺς μαθητές Του τὴν ἐντολὴ νὰ βαπτίζουν «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἡ χρήση τοῦ ἑνικοῦ ἀριθμοῦ –«εἰς τὸ ὄνομα»– ὑπογραμμίζει τὴν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ ἀναφορὰ στὰ τρία Πρόσωπα διατηρεῖ τὴ διάκρισή τους.

Ἰδιαίτερη ἔμφαση δίνεται ἐπίσης στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη, ὅπου ὁ Ἰησοῦς μιλᾶ διαρκῶς γιὰ τὴ σχέση Του μὲ τὸν Πατέρα: «Ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ τὸν Υἱόν», «Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί».

Οἱ σύγχρονοι θεολόγοι ὅλων τῶν ὁμολογιῶν θεωροῦν ὅτι τὰ χωρία αὐτὰ δείχνουν πὼς ἡ ἀγάπη καὶ ἡ κοινωνία βρίσκονται στὸν ἴδιο τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ.

Ὡστόσο, ἐδῶ γεννᾶται ἤδη ἕνα πρῶτο ἐρώτημα. Τὰ χωρία αὐτὰ περιγράφουν πράγματι τὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ ἢ ἀφοροῦν κυρίως τὴν οἰκονομικὴ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ παραδοσιακὴ θεολογία, μέσα στὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας; Ἡ ἀπάντηση σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα θὰ καθορίσει καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἀξιολογηθεῖ ἡ κοινωνικὴ θεωρία τῆς Τριάδας.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας

Οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς θεωρίας τῆς κοινωνικῆς Τριάδας ἐπικαλοῦνται ἐσφαλμένα τοὺς Καππαδόκες Πατέρες, οὕτως ὥστε νὰ θεμελιώσουν τὶς ἰδέες τους σὲ αὐτούς: τὸν Μέγα Βασίλειο, τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο καὶ τὸν Γρηγόριο Νύσσης. Πράγματι, οἱ Πατέρες αὐτοὶ διατύπωσαν μὲ μεγάλη ἀκρίβεια τὴ διάκριση ἀνάμεσα στὴ μία θεία οὐσία καὶ στὶς τρεῖς ὑποστάσεις.

Γιὰ τοὺς Καππαδόκες, ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας κατὰ τὴν οὐσία, ἀλλὰ ὑπάρχει ὡς Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Τὰ τρία Πρόσωπα εἶναι πραγματικὰ διακριτά, χωρὶς ὅμως νὰ ἀποτελοῦν τρία διαφορετικὰ κέντρα αὐτοσυνειδησίας, ἤτοι τρία αὐτόνομα ἐγὼ ποὺ ἔρχονται σὲ διαπροσωπικὴ κοινωνία μεταξύ τους.

Σημαντικὴ θέση κατέχει ἐπίσης ἡ ἔννοια τῆς περιχώρησης, δηλαδὴ τῆς ἐνοίκησης τῶν Προσώπων τοῦ ἑνὸς μέσα στὸ ἄλλο. Ὁ Πατὴρ εἶναι ἐν τῷ Υἱῷ, ὁ Υἱὸς ἐν τῷ Πατρὶ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα βρίσκεται σὲ τέλεια φυσικὴ (καὶ ὄχι προσωπικὴ) κοινωνία μὲ τοὺς δύο. Ἡ περιχώρηση ἐκφράζει τὴν ἀπόλυτη ἑνότητα τῆς θείας ζωῆς, ἤτοι τὴν κοινότητα τῆς οὐσίας καὶ τῶν φυσικῶν ἰδιωμάτων, χωρὶς νὰ καταργεῖ τὴ διάκριση τῶν ὑποστάσεων.

Οἱ Πατέρες ὅμως δὲν χρησιμοποίησαν ποτὲ αὐτὲς τὶς ἔννοιες, δηλαδὴ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς περιχώρησης, γιὰ νὰ οἰκοδομήσουν κοινωνικὲς ἢ πολιτικὲς θεωρίες. Ὁ σκοπός τους ἦταν ἀποκλειστικὰ ἡ ὑπεράσπιση τῆς ὀρθόδοξης πίστης ἀπέναντι στὸν Ἀρειανισμό, τὸν Σαβελλιανισμὸ καὶ ἄλλες αἱρέσεις.

Ἡ σύγχρονος κοινωνικὴ

θεωρία τῆς Τριάδος

Κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰώνα, ἀρκετοὶ θεολόγοι ἐπιχείρησαν νὰ ἐπαναφέρουν τὴν τριαδολογία στὸ κέντρο τῆς θεολογικῆς σκέψης. Ὑποστήριξαν ὅτι ἡ Τριάδα δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀντικείμενο δογματικῆς πίστης, ἀλλὰ καὶ πρότυπο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία.

Ἡ βασικὴ ἰδέα εἶναι ὅτι, ὅπως τὰ τρία θεῖα Πρόσωπα ὑπάρχουν μέσα σὲ μία τέλεια κοινωνία ἀγάπης, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὁλοκληρώνεται μόνο μέσα στὴ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους.

Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἰδέα προέκυψαν πολλὲς ἐφαρμογές. Ἡ οἰκογένεια παρουσιάστηκε ὡς εἰκόνα τῆς τριαδικῆς κοινωνίας. Ἡ Ἐκκλησία περιγράφηκε ὡς κοινότητα προσώπων ποὺ ἀντικατοπτρίζει τὴ ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἀκόμη καὶ ἡ δημοκρατία, ἡ ἰσότητα καὶ ἡ συνεργασία ἐπιχειρήθηκε νὰ θεμελιωθοῦν θεολογικὰ μέσῳ τῆς τριαδικῆς κοινωνίας. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι μερικοὶ προτεστάντες μεταπατερικοὶ ἀρνοῦνται ἀκόμη καὶ τὸ   θεμελιῶδες   δό­γμα τῆς μοναρχίας τοῦ Πατρός, οὕτως ὥστε νὰ οἰκοδομήσουν μία δημοκρατικὴ Τριάδα αὐτοσυστηνόμενων καὶ αὐτοδιακρινόμενων προσώπων (Pannenberg).

Ἀκόμη, οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς κοινωνικῆς Τριάδας θεωροῦν ὅτι ἡ Ἁγία Τριάδα ὡς κοινότητα προσώπων ἀποκαλύπτει πὼς ἡ ὕπαρξη εἶναι κατεξοχὴν σχέση καὶ ὅτι ἡ ἀγάπη προηγεῖται κάθε μορφῆς ἀτομικισμοῦ.

Ἡ κριτικὴ

Παρὰ τὴν ἀπήχησή της στὸν μοντέρνο κόσμο, ἡ κοινωνικὴ θεωρία τῆς Τριάδας ἔχει δεχθεῖ ἔντονη κριτικὴ ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ θεολογία.

Ἡ πρώτη καὶ σοβαρότερη ἔνσταση εἶναι ὁ κίνδυνος τοῦ τριθεϊσμοῦ. Ὅταν παρουσιάζονται τὰ τρία θεῖα Πρόσωπα σὰν τρία αὐτόνομα κέντρα συνείδησης ποὺ συνδέονται μεταξύ τους μὲ ἀγάπη, δημιουργεῖται εὔκολα ἡ ἐντύπωση ὅτι πρόκειται γιὰ τρεῖς διαφορετικοὺς θεοὺς ποὺ συνεργάζονται μεταξύ τους. Moltmann καὶ Γιανναρᾶς ὁμιλοῦν περὶ τριῶν προσωπικῶν θελήσεων καὶ βουλήσεων ποὺ συνεργάζονται μεταξύ τους, λησμονώντας τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ βούληση καὶ ἡ ἐνέργεια ἐπὶ τοῦ Θεοῦ εἶναι μία. Πολλοὶ Πατέρες θὰ μᾶς ποῦν ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἕνας ἕνεκα μόνο τῆς μίας θείας οὐσίας, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς μίας θείας ἐνέργειας. Ἑπομένως, πῶς οἱ ἐκπρόσωποι τῆς κοινωνικῆς Τριάδας μᾶς μιλοῦν γιὰ τρεῖς ἐνέργειες ἐπὶ τοῦ Θεοῦ;

Ἡ ἀπάντηση ποὺ θὰ μᾶς δώσουν στὸ ἀνωτέρω ἐρώτημα εἶναι μέσῳ τῆς ἔννοιας τῆς ἀλληλοπεριχώρησης θεωρούμενη πλέον ὄχι ὡς τὰ κοινὰ ἐπὶ τῆς θεότητας, ἀλλὰ ὡς διυποκειμενικότητα. Ὅμως, πάλι ἡ ἑνότητα δὲν διασφαλίζεται μέσῳ τῆς σχέσεως, καθότι ἡ σχέση δὲν εἶναι κοινωνία ἢ ταυτότητα ἀλλὰ τὸ πῶς ἔχει τῶν προσώπων, κατὰ τοὺς Πατέρες. Ἑπομένως, συγχέονται ἀπὸ τοὺς κοινωνικοὺς τριαδιστὲς τὰ κοινὰ μὲ τὰ ἀκοινώνητα ἐπὶ τῆς ἀκτίστου θεότητας.

Δεύτερη ἔνσταση εἶναι ὅτι οἱ Πατέρες ποτὲ δὲν χρησιμοποίησαν τὴν Ἁγία Τριάδα ὡς κοινωνικὸ μοντέλο. Οἱ γέννηση καὶ ἡ ἐκπόρευση εἶναι ἀκατάληπτο μυστήριο καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀποτελέσουν πρότυπο γιὰ τὴν κοινωνία. Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ἔχει σωτηριολογικὸ καὶ δογματικὸ χαρακτήρα (περιγραφὴ τῆς θεοπτικῆς ἐμπειρίας) καὶ ὄχι κοινωνιολογικό.

Τέλος, πολλοὶ θεωροῦν ὅτι ἡ κοινωνικὴ Τριάδα κινδυνεύει νὰ προβάλει πάνω στὸν Θεὸ σύγχρονες πολιτικὲς καὶ φιλοσοφικὲς ἀντιλήψεις. Δηλαδή, ἀντὶ νὰ ἀφήνει τὴ θεολογία νὰ φωτίσει τὴν κοινωνία, ἀφήνει τὴν κοινωνία νὰ καθορίσει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κατανοοῦμε τὸν Θεό.

Συμπέρασμα

Ἡ κοινωνικὴ θεωρία τῆς Τριάδας ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς κυρίαρχες θεολογικὲς προτάσεις τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα. Προσπάθησε νὰ ἀναδείξει τὴ σημασία τῆς τριαδολογίας γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ ὑπενθυμίσει ὅτι ἡ ἀγάπη καὶ ἡ κοινωνία βρίσκονται στὸν πυρήνα τῆς χριστιανικῆς ὕπαρξης.

Παράλληλα ὅμως δημιούργησε σοβαρὰ θεολογικὰ ἐρωτήματα. Μέχρι ποιὸ σημεῖο μποροῦμε νὰ χρησιμοποιοῦμε τὴν Ἁγία Τριάδα ὡς πρότυπο τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας; Μήπως κινδυνεύουμε νὰ μετατρέψουμε τὸ ἄρρητο μυστήριο τοῦ Θεοῦ σὲ φιλοσοφικὴ ἢ κοινωνιολογικὴ θεωρία; Καὶ μήπως, τελικά, ἡ κοινωνικὴ Τριάδα ἐκφράζει περισσότερο τὶς ἀνησυχίες τῆς σύγχρονης ἐποχῆς παρὰ τὴ σκέψη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας;

Τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ παραμένουν ἀνοικτὰ καὶ ἀποτελοῦν ἀντικείμενο ἔντονου θεολογικοῦ διαλόγου (Γράφουμε διαλόγου καθότι στὴ Δύση κάποιοι παραδοσιακοὶ θωμιστὲς ἔχουν ξεκινήσει μία κριτικὴ στὸν κοινωνικὸ τριαδισμό! Μήπως εἶναι καιρὸς νὰ γίνει καὶ ἐδῶ αὐτό;). Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, κάθε παρουσίαση τῆς κοινωνικῆς Τριάδας ὀφείλει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ κριτικὴ ἐξέταση τῶν πηγῶν της καὶ ἀπὸ πιστὴ ἀναφορὰ στὴ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση.

  Next Article

Νεοσαμανισμός: Μία σύγχρονη πνευματική πλάνη