Τὴν 29ην (παλαιόν ἡμερ.) Ἰουνίου (12.7. 2026) ἀπῆλθε πρὸς Κύριον μιὰ ἐξέχουσα Ἁγιορειτικὴ μορφή, ὁ ἐκλεκτὸς Ἱερομόναχος καὶ πνευματικὸς τῆς Ἱ. Μ. Διονυσίου Παντελεήμων. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ νομίζω πτωχεύει ὄχι μόνο τὴν Μονὴν τῆς μετανοίας του, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸ Ἅγ. Ὄρος.
Χρεωστικῶς θὰ χαράξω πρόχειρα λίγες γραμμές, ὡσὰν ἕνα ἐπιτάφιο ᾆσμα ἐπὶ τῇ ἐκδημίᾳ μιᾶς ἁγίας μορφῆς, μὲ τὴν ὁποίαν ἔζησα καὶ συνασκήθηκα ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς μοναχικῆς του ἐγκαταβιώσεως. Ὁ ἀείμνηστος ὑπῆρξε γόνος ἁγίων γονέων. Ἡ καταγωγή του ἦταν ἀπὸ ἕνας ὀρεινὸ χωριὸ τῆς Βορείου Ἑλλάδος, ποὺ ὀνομάζεται Σέλι. Οἱ γονεῖς του νυμφεύτηκαν λίγο πρὶν τὸν Β΄ παγκόσμιον πόλεμο! Ὁ πατέρας λεγόταν Γεώργιος καὶ ἡ μητέρα Δέσποινα. Κατὰ τὸν Β΄ παγκόσμιον πολέμησε καὶ ἔζησε τὴν νίκην καὶ τὴν προσωρινὴ ἐλευθερία τῆς Βορείου Ἠπείρου.
Μετὰ τὸν πόλεμο τοῦ 40 ἡ οἰκογένεια κατέβηκε στὴ Βέρροια, ὅπου τὰ παιδιὰ σπούδασαν στὴν μέσην ἐκπαίδευση. Τοὺς χάρισε ὁ Θεὸς τέσσερα παιδιά, τὴν Ἀφροδίτη, τὴν Μαρία, τὸν Νίκον (μετέπειτα Ἱερομ. Παντελεήμων) καὶ τὸν Στέργιον.
Ὅμως ἡ ἀνάγκη γιὰ ἀνώτερες σπουδὲς τοὺς ἀνάγκασε νὰ μετακομίσουν στὴν κλεινὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου ὁ Νίκος ἀπεφοίτησε μὲ ἄριστα σὰν πολιτικὸς μηχανικός.
Ἐπειδὴ ὅμως μεταπολεμικὰ ὑπῆρχε μεγάλη πτώχεια, ὁ πατέρας ἀναγκάστηκε νὰ μεταβῆ στὴν Τουρκία γιὰ δουλειὰ. Σημειωτέον ὅτι ἦταν ἄριστος τυροκόμος, βρῆκε σ’ ἕνα χωριὸ ἕνα Τοῦρκον, μεγαλοτσιφλικά, μὲ πάρα πολλὰ αἰγοπρόβατα.
Ὁ Γεώργιος ὁμολογητὴς πίστεως
Πρὶν τὸν Γεώργιο πέρασαν πολλοὶ τυροκόμοι ἀπὸ τὸ ἀφεντικόν του, ἀλλὰ τὰ τυριὰ καὶ κυρίως τὸ κεφαλοτύρι, σχίζαν καὶ δὲν πουλιόνταν στὴν ἀγορά. Ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβεν ὁ Γιῶργος ἔβγαλε τόσο ὡραῖο τυρί, ὥστε γινόταν στὴν ἀγορὰ ἀνάρπαστο.
Αὐτὸ ἔγινε ἀφορμὴ νὰ τὸν συμπαθήση τόσο τὸ ἀφεντικό, ὥστε νὰ τὸν προτείνη νὰ παντρευτῆ τὴν θυγατέρα του. Μάλιστα τοῦ ἔλεγε δὲν ἔχω ἄλλην κόρη· ὅλη ἡ περιουσία θὰ πέσῃ στὰ χέρια σου. Ὁ εὐλογημένος ὅμως Γεώργιος δὲν ἀντάλλασε μὲ τίποτε τὴ πίστη του γιὰ πλοῦτο πρόσκαιρο.
Ἀφοῦ τὸν ἐνοχλοῦσε πολὺ καὶ αὐτὸς ἀρνεῖτο, τὸτε θυμώνει τὸ ἀφεντικό, ἁρπάζει ἕνα μεγάλο κοφτερὸ μαχαίρι καὶ τὸν ἀπειλεῖ, λέγοντάς «Δέχεσαι ἤ νὰ σοῦ κόψω τὸ κεφάλι». Ὁ Γιῶργος τί ἔκαμε. Σκύβει τὸ κεφάλι λέγοντας, προτιμῶ θάνατον παρὰ ν’ ἀλλάξω τὴν πίστη μου. Τότε τὸ ἀφεντικὸ ἄλλαξε στάση καὶ θαυμάζοντας τοῦ λέγει: Βρέ, βρέ τί εἶσαι ἐσύ. Ἀπὸ τώρα δὲν σὲ ξαναενοχλῶ.
Αὐτὸ τὸ γεγονὸς τὸν ἀνέδειξε ὁμολογητὴ καὶ κατὰ πρόθεση μάρτυρα.
Οἱ εὐσεβεῖς αὐτοὶ γονεῖς ἀξιώθηκαν νὰ παντρέψουν τὰ τρία παιδιά τους. Ἀφοῦ ἀποκατέστησαν τὰ παιδιά μιὰ μεγάλη δοκιμασία τοὺς ἀνέμενε· ἡ Δέσποινα ἔπασχε ἀπὸ ζάχαρο σὲ βαθμὸν ὅπου τῆς ἔκοψαν τὰ πόδια. Τὴν δοκιμασίαν αὐτὴν τὴν δέκτηκαν ἀμφότεροι ἀγόγγυστα. Ὁ καλὸς σύζυγος κάθησε στὸ πλευρὸ τῆς συζύγου καὶ τὴν ὑπηρετοῦσε μὲ ὅλη του τὴν ψυχή.
Ἦλθε ἡ εὐλογημένη ὥρα, ὅπου ἐκάλεσε ὁ Κύριος τῆς Δέσποινα στὰ οὐράνια.
Ἔμελε τώρα μόνος ὁ Γεώργιος. Καθὼς μοῦ εἶπε, δὲν ἄργησαν τὰ προξενιά.
Μιὰ γειτόνισσα πιὸ νέα τοῦ πρότεινε γάμο καὶ μάλιστα τοῦ λέγει: «Ἐσὺ πὲς μόνο ἕνα ναὶ καὶ ἔχω τόσα πολλὰ χρήματα, ποὺ οὔτε θὰ δουλέψεις καὶ θὰ τρῶμε τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα. Ἐκεῖνο, ὅμως ἤδη εἶχε τὸ σκοπόν του· τῆς λέγει εὐχαριστῶ πολύ, ἀλλὰ δὲν μπορῶ. Ἔ δὲν ἄργησε νὰ μεταβῆ στὸ Ἅγ. Ὄρος κοντὰ στὸ τέκνον του, ὅπου ἔγινε καὶ διέπρεψε σὰν Μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ζαχαρίας. Αἰωνία αὐτοῦ ἡ μνήμη.
Ἀλλὰ ἄς ἐπανέλθωμε στὸ κύριο θέμα μας. Ὁ ἀείμνηστος τότε Νικόλαος, ἀφοῦ τελείωσε τὶς σπουδές ἀποφάσισε νὰ γίνη μοναχός. Οἱ γονεῖς δὲν συμφώνησαν. Τοῦ λένε γιὰ τὸ χατίρι σου νὰ σπουδάσης μετακομίσαμε Θεσσαλονίκη καὶ τώρα σκέφτηκες γιὰ μοναχός! Ὅμως ὁ Νίκος ἀμετάκλητος μετέβη τὸν Ἰούνιο τοῦ 1965 στὴν Ν. Σκήτη στὸν γνωστὸν φημισμένο ἅγιο Γέροντα Ἐφραίμ (τὸν μετέπειτα Φιλοθεΐτη καὶ Ἀριζονίτη). Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὅριον ἐνηλικιώσεως ἦταν νὰ κλείσης τὰ 21 χρόνια. Γιὰ λίγους μήνας ἦταν ἀνήλικος. Εἶχαν δικαίωμα οἱ γονεῖς νὰ ἀνακαλέσουν τὰ παιδιά τους, ὅταν ἦσαν παρὰ ἡλικίαν. Ἔτσι καὶ τὸν Νικόλαον καὶ μὴ θέλοντα τὸν ἐπανέφεραν εἰς τὰ ἴδια. Τὸν ἑπόμενο χρόνο ἤδη ἐκλήθη γιὰ στρατιωτικὴ θητεία. Ὅμως τί μεσολάβησε; Ὁ νέος αὐτὸς ἐμφορούμενος ἀπὸ μοναχικὸν πόθο στὸ στρατὸ δὲν ἀναπαυόταν καὶ κατὰ θείαν οἰκονομίαν ἔπαθε μιὰ ψυχοσωματικὴν ὑπερκόποση. Αὐτὸ ἔγινε αἰτία νὰ ἀνασταλῆ ἡ θητεία. Μόλις βγῆκε ἀπὸ τὸ στρατὸ δὲν χάνει καιρό. Ἔρχεται στὸ μεγάλο Χιλανδαρινὸ ἡσυχαστήριο Μπουραζέρι. Ὅπου τότε, ἐγκαταβιούσαμε, ὑπὸ τὴν πνευματικὴν ἐπίβλεψη τοῦ Ἁγίου Γέροντός μας Παπαχαραλάμπους.
Ὡς γνωστὸν εἶναι ἕνας ἀπὸ τὰ μεγάλα ἀναστήματα τοῦ μεγάλου ἡσυχαστοῦ τῶν ἡμερῶν μας Ὁσίου Ἰωσήφ.
Ὁ Νικόλας ἀποφασισμένος ἔβαλε μετάνοια, γιὰ νὰ μείνη ὁριστικά. Ὅμως ἐκκρεμοῦσε τὸ ἥμισυ τῆς στρατιωτικῆς θητείας. Γι’ αὐτο καὶ τὸν κάλεσαν νὰ συνεχίση. Τοῦ λέγει ὁ ἀείμνηστος Γέροντας π. Χαράλαμπος, μὴ φοβᾶσαι παιδί μου· θὰ κάνουμε προσευχὴ καὶ θὰ σὲ ἀφήσουν. Πράγματι ἦταν ἕνα μεγάλο θαῦμα· ἦταν ἡ μόνη ἐξαίρεση·τοῦ ἔδωσαν ἀπολυτήριο στρατοῦ.
Ἔτσι λοιπὸν ἀπὸ τότε (1970) μέχρι τὴν ὁσίαν τελευτήν του, παρέμεινεν εἰς τὸ Ἁγιώνυμον Ὄρος, ἐμαθήτευσε 30 ὁλόκληρα ἔτη παρὰ τοὺς πόδας τοῦ μεγάλου δασκάλου τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
Στὸ Μπουραζέρι ἡ τάξις ἦταν νὰ κάνουμε προσευχὴ 5-6 ὧρες στὸ κελλὶ καὶ 2-2,5 ὧρες κοινὴ λατρεία μὲ καθημερινὴ θεία λειτουργία. Πρὶν τὴν κοινὴ λατρεία περνούσαμε ἀπὸ τὸν Γέροντα νὰ δώσουμε λόγο, νὰ ἐξομολογηθοῦμε καὶ νὰ συμβουλευτοῦμε. Ὁ Ἅγιος Γέροντάς μας εἶχε τόσο δυνατὴ προσευχή, ποὺ ὄχι μόνο τὸ στόμα του, ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸ δωμάτιο μοσχοβολοῦσε. Ὁ τότε δόκιμος Νικόλαος μπαίνοντας στὸ δωμάτιο αἰσθανόταν εὐωδία καὶ κοιτοῦσε δεξιά – ἀριστερά, ποὺ εἶναι τὸ θυμιατό, ποὺ βγάζει τόσην εὐωδία.
Ρωτᾶ τὸν Γέροντα καὶ τοῦ ἀπαντᾶ: Κάνε τέκνον μου προκοπὴ καὶ θὰ δῆς ἀπὸ ποῦ βγαίνει ἡ εὐωδία. Αὐτὸ τὸν φιλοτίμησε νὰ κάμνη ἐντονώτερο, πιὸ σκληρὸν ἀγώνα. Ἀφοῦ ἐξομολογητικὰ ἀνέφερε στὸν Γέροντα τὴν μεγάλη πρόοδο, τότε ἀφοῦ προσευχήθηκε ὁ Γέροντας ἔλαβε καθαρὴ πληροφορίαν, ὅτι πρῶτον νὰ κείρη τὸν Νικόλαον σὲ μεγαλόσχημο Μοναχόν μὲ τὸ ὄνομα Παντελεήμων καὶ τὸν ἄλλον χρόνο νὰ χειροτονηθῆ ἱερέας γιὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τότε κελλιοῦ μας. Ὄχι μόνο ἀλλὰ σὲ πολὺ λίγα χρόνια τὸν προεχείρησε καὶ πνευματικὸ τῆς ἀδελφότητος. Αὐτὸ ἔγινε αἰτία νὰ ξελαφρώση τὸν Γέροντα, ὁ ὁποῖος πολλοὺς τοὺς ἔστελνε νὰ ἐξομολογηθοῦν στὸν π. Παντελεήμονα.
Ὁ ἀείμνηστος ἀδελφὸς πέτυχε ὄχι μόνο σὰν Μοναχὸς καὶ πρεσβύτερος, ἀλλὰ καὶ σὰν πνευματικός. Ἔκτοτε πλῆθος Μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ἐξομολογοῦντο καὶ ἀπὸ σχόλια ἐξομολογουμένων εἶχε τὸ χάρισμα, ὅπως καὶ ὁ Γέροντάς μας, νὰ ἀναπαύη ψυχές, νὰ τὶς βάζη σὲ μιὰ τάξη, νὰ ζοῦν πνευματικὴ ζωή. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Γέροντός του, τὸν μιμήθηκε καὶ αὐτὸς στὴν ἐλεημοσύνη. Ὁ Γέροντας εἶχεν ἀρχήν, ὅ,τι χρήματα τοῦ ἔδιναν ποτὲ δὲν τάβαζε στὸ ταμεῖο. Εἶχε κατάλληλους τόπους, σὲ πολύτεκνους, στὴν ἱεραποστολήν, ἀλλὰ καὶ σὲ πάρα πολλοὺς πτωχοὺς ποὺ τὸν ἔμαθαν καὶ ἔρχοντο στὸ Μπουραζέρι καὶ μετὰ στὴν Ἱ. Μ. Διονυσίου. Ἀσφαλῶς δὲν ἔλειπαν καὶ μερικοὶ ἀπατεωνίσκοι. Ὁ Γέροντας ὅμως σ’ ὅλους τοὺς ἔδινε. Ἔτσι λοιπὸν μὲ εὐλογία τοῦ Γέροντα καὶ ὁ π. Παντελεήμων, ὅτι τοῦ ἔδιναν τὰ μοίραζε ἐκεῖ ποὺ ὑπῆρχεν ἀνάγκη. Γιὰ τὸν ἑαυτό του, δὲν κρατοῦσε. Ὅταν κοιμήθηκε βρήκανε στὸ κελλί του στὸ πορτοφόλι κάτι κέρματα μόνο.
Ὁ Γέροντάς μας ἐκλήθη κατὰ χρονολογίαν 1979 ἀπὸ τὸ μεγάλο κελλὶ Μπουραζέρι στὴν εὐαγῆ Ἱ. Μ. Διονυσίου, ὅπου ἐπὶ 10ετίαν διετέλεσεν ἡγούμενος. Ὅμως ὡς ἔτι τῆς φύσεώς του, ἡσυχαστής, ἀφοῦ μεσολάβησε καὶ σοβαρὸ καρδιακὸ ἐπεισόδιο ἀποφάσησε νὰ παραιτηθῆ κατὰ χρονολογίαν 1989.
Οἱ πλεῖστοι τῶν μοναχῶν εἶχαν ὡς βέβαιο-διάδοχόν του τὸν ἱερομ. Παντελεήμονα. Ὅμως ὁ Θεὸς δὲν θέλησε νὰ τὸν περιπλέξη στὶς διοικητικὲς μέριμνες. Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο δὲν ἔγινε ἡγούμενος, ἀλλὰ παρῃτήθη καὶ ἀπὸ τὸ προϊσταμενικὸν ἀξίωμα καὶ ἀφιέρωσεν ἐξ ὁλοκλήρου τὸν ἑαυτόν του στὴν ἄσκηση, στὰ Μοναχικά του καθήκοντα καὶ στὴν ἐξομολόγηση. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ διακονήματα (κυρίως ἦταν ἄριστος προσφοράρης) ἐναλλασσόταν στὴν ἐφημερία μὲ τοὺς ἄλλους 2-3 ἱερεῖς. Ὅμως ἀφ’ ὅτου ἐχειροτονήθη ἱερέας ἐκτὸς ἀσθενείας, ἱερουργοῦσεν ὅλα τὰ χρόνια κάθε μέρα σὲ παρεκκλήσι μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς ὁσίας τελευτῆς του. Μετὰ τὴν ὁλονύκτιον ἀγρυπνία 29 Ἰουνίου, γιὰ τοὺς Πρωτοκορυφαίους Πέτρον καὶ Παῦλον, μετέβη στὸ Διονυσιάτικο μετόχι Μονοξυλίτης. Ὅλως ὅμως ἀπροόπτως ἐκλήθη στὰ οὐράνια σκηνώματα, γιὰ νὰ ἀπολαύση τοὺς καρποὺς τῶν πολυετῶν κόπων του. Τὸ ὁσιακὸ σκήνωμά του μετεφέρθη στὸ Μοναστήρι μας, ἔνθα καὶ τὴν ἑπομένη τῶν 12 Ἀποστόλων, μὲ αἰσθήματα χαρμολύπης κατευοδώσαμεν τὸν ἀδελφόν μας. Τὸ μὲν σῶμα στὴ τελευταίαν κατοικίαν, τὴν δὲ ψυχὴν νὰ φτερουγίζη καὶ νὰ συναγάλλεται μὲ τὸν ἅγιο Γέροντα μας, τοὺς ἁγίους παπποῦδες, Ἰωσὴφ καὶ Ἀρσένιον καὶ ὅλα τὰ τέκνα τοῦ παπποῦ μας Ἰωσήφ.
Αἰωνία σου ἡ μνήμη, ἀείμνηστε καὶ ἀγαπητέ μας ἀδελφέ. Μέμνησο καὶ ἡμῶν τῶν ἀδελφῶν στὸ οὐράνιο θυσιαστήριο, ὅπου ἡ καθαρή σου ψυχὴ φτερουγίζει μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους πατέρας μας καὶ μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.
Λογιζέσθω τὸ παρὸν ἕνα μικρὸ νεκρολούλουδο εἰς τὴν μνήμην τοῦ ἀγαπητοῦ ἀδελφοῦ μου.
Ἰωσήφ μοναχός Διονυσιάτης




