τοῦ κ. Ἀθανασίου Παπαθανασίου
Τοῦ κ. Νικολάου Ρωμανοῦ, θεολόγου
Τὰ τελευταῖα χρόνια στὴν Ἑλλάδα προωθεῖται μία νέα θεολογία κοινωνικοῦ χαρακτήρα, ἡ λεγόμενη κοινωνικὴ Ὀρθοδοξία. Ἡ κοινωνικὴ Ὀρθοδοξία θεμελιώνεται στὸν τονισμὸ τοῦ ρόλου τοῦ ἄλλου γιὰ τὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό, στὴν καταγγελία τοῦ ρατσισμοῦ, τῆς προσκόλλησης στὴν ἰθαγένεια καὶ στὴν προώθηση ἑνὸς χριστιανικοῦ «κομμουνισμοῦ». Κύριος ἐκπρόσωπος αὐτῆς τῆς νέας θεολογίας εἶναι ὁ καθ. Ἀθανάσιος Παπαθανασίου.
Ἡ νέα αὐτὴ θεολογία δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴ θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι συστηματικὴ οὔτε ἀπαντᾶ σὲ αἱρέσεις. Πρόκειται περισσότερο γιὰ μία συλλογὴ δοκιμίων ἢ προσωπικῶν σκέψεων. Κι ὅμως, αὐτὲς οἱ προσωπικὲς σκέψεις ἀξιώνουν ὅτι ἀκολουθοῦν τὸν πυρήνα τοῦ Εὐαγγελίου. Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, δὲν ἀκολουθοῦν τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ προωθοῦν τὸ πνεῦμα τῆς σύγχρονης ἐποχῆς στὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ὁ Θανάσης Παπαθανασίου, τόσο στὰ κείμενά του ὅσο καὶ στὶς ὁμιλίες του, κάνει συνεχῶς λόγο γιὰ τὸν ἄλλο. Γιὰ ἐκεῖνον ἡ θεολογία εἶναι «ἀλλολογία». Μία ἀλλολογία ποὺ ἔχει καταβολὲς στὴ διαλογικὴ φιλοσοφία τοῦ Buber καὶ στὸν ὑπαρξισμὸ τοῦ Γιάσπερς. Γιὰ αὐτοὺς τοὺς φιλοσόφους ὁ μόνος δρόμος πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ὁ κάθε ἄλλος καὶ ὄχι τὸ ἀντίστροφο.
Γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ὅμως, τὸ ἀνωτέρω ἀξίωμα εἶναι τελείως λανθασμένο. Ὁ ἄλλος ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὸν Θεὸ εἶναι ἕνας φωτισμένος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως τῶν πνευμάτων, καὶ ὄχι ὁ ὁποιοσδήποτε ἄλλος· διαφορετικὰ δὲν μᾶς ὁδηγεῖ πουθενά. Ὁ φωτισμένος μπορεῖ, λόγῳ τῆς θεοπτίας, νὰ διακρίνει τί εἶναι Θεὸς καὶ τί ὄχι.
Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ὅτι ἐὰν υἱοθετήσουμε τὸ σχῆμα ποὺ προτείνει ὁ Π., θὰ ὁδηγηθοῦμε σὲ μία διαχυτικότητα, ἡ ὁποία καταλήγει στὸν ἐγκλωβισμὸ στὰ αἰσθητὰ καὶ νοητὰ κτίσματα. Καὶ αὐτὸ εἶναι, ἐντέλει, ἡ ἁμαρτία, ἡ ἴδια ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου.
Γιὰ νὰ μὴ παραμείνουμε, ὅμως, σὲ ἀφηρημένες κρίσεις, ἀποφασίσαμε νὰ σχολιάσουμε τὸ κείμενο τοῦ κ. Παπαθανασίου μὲ τίτλο «Τί εἶναι γιὰ μένα ὁ ἄλλος: Τί εἶναι ὁ ξένος καὶ ὁ διαφορετικός; Ἐνόχληση; Ἀπειλή;». Τὸ κείμενο αὐτὸ βρίσκεται δημόσια ἀναρτημένο στὸ διαδικτυακὸ blog «Ἀναστάσιος».
Ὁ Π. ξεκινᾶ, λέγοντας ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ὅρος τῆς ὕπαρξής μας. Δὲν διστάζει, μάλιστα, νὰ ὑποστηρίξει ὅτι κάτι τέτοιο θεμελιώνεται στοὺς Καππαδόκες. Κατὰ τὸν Π., οἱ Καππαδόκες ἀναπτύσσουν μία ἀνθρωπολογία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία «ἡ μοναδικότητα τοῦ κάθε προσώπου δὲν σημαίνει ἄτομο περίκλειστο στὰ συστατικά του, ἀλλὰ ὑποκείμενο ποὺ ἀληθεύει μόνο στὸν βαθμὸ ποὺ ἀγαπητικὰ ἀνοίγεται στὸν ἄλλον. Μία ἀνθρωπολογία οἰκουμενική, πανανθρώπινη, ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει περιούσιους λαοὺς καὶ ἀνώτερα ἔθνη, ἀλλὰ μόνο ἀνθρώπους, παιδιὰ τοῦ ἴδιου Θεοῦ».
Ἂς σχολιάσουμε λίγο αὐτὴ τὴν ἀσαφῆ πρόταση. Ἀρχικά, τὸ ἄτομο εἶναι πάντοτε περίκλειστο, διότι ἡ ὑπόσταση ἔχει ἀκοινώνητο χαρακτήρα. Αὐτό, βέβαια, δὲν ἔχει ἀρνητικὴ χροιά. Ὅλοι μας εἴμαστε ἄτομα, ὑποστάσεις ἢ πρόσωπα, ἔννοιες ταυτόσημες γιὰ τὴν πατερικὴ θεολογία.
Ὡς ἄτομα κοινοῦ εἴδους κοινωνοῦμε μὲ τοὺς ἄλλους ἕνεκα τῆς κοινῆς μας φύσεως καὶ τῶν κοινῶν μας ἐνεργειῶν, ὄχι ὅμως ὡς πρόσωπα. Ἄρα, ὡς ὑποστάσεις εἴμαστε περίκλειστοι, δηλαδὴ μὴ περαιτέρω τεμνόμενοι (ἄτομα). Ὁ ἀκοινώνητος χαρακτήρας τῆς ὑπόστασης δὲν σημαίνει ἀπομόνωση ἢ ἐγωισμό, ἀλλὰ φανερώνει τὴ μοναδικότητα τοῦ κάθε προσώπου.
Στὴ συνέχεια ὁ Π. ὑποστηρίζει ὅτι τὸ ὑποκείμενο ἀληθεύει ὅσο ἀνοίγεται ἀγαπητικὰ στὸν ἄλλο. Τί σημαίνει, ὅμως, αὐτό; Δηλαδὴ ὅποιος βρίσκεται σὲ σχέση ἀγάπης μὲ ἄλλους ἀληθεύει; Τὸ δαιμόνιο δὲν βρίσκεται σὲ σχέση μὲ τὰ ἄλλα δαιμόνια; Οἱ Φαρισαῖοι δὲν βρίσκονται σὲ σχέση μεταξύ τους; Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀληθεύουν, ἐπειδὴ βρίσκονται σὲ σχέση; Ὄχι, βέβαια.
Ἑπομένως, ἡ ἀλήθεια δὲν ἔγκειται στὴ δῆθεν προσπάθειά μας νὰ ἀνοιχτοῦμε καὶ νὰ γίνουμε πρόσωπα, ἀφοῦ ἤδη εἴμαστε πρόσωπα. Ἡ ἀλήθεια ἔγκειται στὴν ἄκτιστη ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι σὲ μία σχεσιακὴ διαχυτικότητα πρὸς τὸν ἄλλον, ὅπως εὐαγγελίζεται ὁ Π. Ἀληθεύουμε, ὅταν βρισκόμαστε σὲ σχέση μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι ἁπλῶς μὲ τὸν ὁποιονδήποτε ἄλλο. Καὶ μόνο τότε μποροῦμε νὰ μεταδώσουμε τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ στοὺς ἄλλους.
Στὴν ἴδια παράγραφο ὁ Π. γράφει: «Μία ἀνθρωπολογία οἰκουμενική, πανανθρώπινη, ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει περιούσιους λαοὺς καὶ ἀνώτερα ἔθνη, ἀλλὰ μόνο ἀνθρώπους, παιδιὰ τοῦ ἴδιου Θεοῦ».
Πρόκειται γιὰ μέγα σφάλμα. Δὲν διάβασε ποτὲ του ὁ Π. τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ; Ἄλλο εἶναι ἡ δημιουργικὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλο ἡ θεοποιός. Ὅλοι εἴμαστε κτίσματα τοῦ Θεοῦ, ὄχι ὅμως καὶ υἱοὶ ἢ τέκνα Του. Ἡ χάριτι υἱοποίηση τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἀποτελεῖ μία αὐτονόητη κατάσταση, ἀλλὰ ἐπιτελεῖται διὰ τῆς πάλης μας κατὰ τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, πάλη ἡ ὁποία καθιστᾶ τὴ φύση μας δεκτικὴ πρὸς τὴ θέωση. Πρόκειται γιὰ μία ἔννοια θεμελιώδη στὴν παλαμικὴ θεολογία, γιὰ τὴν ὁποία ὅμως ὁ Π. δὲν κάνει λόγο σχεδὸν ποτέ.
Στὴ συνέχεια τοῦ κειμένου του ὁ Π. προβαίνει σὲ κάποιες ἄστοχες παρατηρήσεις σχετικὰ μὲ τὸ ὅτι ὁ χριστιανισμὸς ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἰθαγένεια, τὸ αἷμα, τὴν πατρίδα κ.λπ. Γράφει χαρακτηριστικά:
«Γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ ἡ ἀλήθεια ἔρχεται ἀπὸ ἔξω· εἶναι ὁ ἐρχόμενος Θεός. Κι ἔτσι, ἀληθεύω, ὅταν ἀνταμώνω τὸν ριζικὰ Ἄλλον – ὄχι τὰ ἴδιά μου τὰ σωθικά! Ὁ Χριστιανισμός, συνεπῶς, δώρισε στὴν ἀνθρωπότητα τὴν ἀπάντηση στὸ ἀδιέξοδο ποὺ εἶχε ἔξοχα καταγράψει ἡ ἀρχαιοελληνικὴ τραγωδία. Δώρισε τὸ ἅλμα στὴν ἐλευθερία: τὴ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιλέξει τὴν ἀλήθεια χωρὶς νὰ δεσμεύεται ἀπὸ τὸ αἷμα του κι ἀπὸ τὸ παρελθόν του».
Τί σημαίνει, ὅμως, ὅτι ἡ ἀλήθεια ἔρχεται «ἀπέξω»; Δὲν διάβασε ποτέ του ὁ Π. ὅτι «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστι»; Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη τὸ ἄκτιστο θεῖο φῶς ἐρχόταν ἔξωθεν· μετὰ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ, ὅμως, ἔρχεται ἔσωθεν, καθότι πλέον ἡ ἀνθρώπινη σάρκα τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ τοῦ ἀκτίστου θείου φωτός.
Ἑπομένως, καμία διάχυση πρὸς τὰ ἔξω δὲν ἀπαιτεῖται καὶ καμία ἀντάμωση μὲ τὸν ἄλλο ὡς προϋπόθεση τῆς ἀλήθειας. Αὐτὰ ποὺ περιγράφει ὁ Π. ἀποτελοῦν μερικὰ ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα ἑνὸς μεταμορφωμένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου καὶ ὄχι τὶς προϋποθέσεις τῆς θέωσης.
Ἔπειτα ὁ Π. παραλληλίζει τὴν ἰθαγένεια μὲ τὸν ἐγωισμό. Γράφει: «Ὁ ἐγωισμὸς εἶναι ἡ ἀρχαία ἰθαγένεια τοῦ ἀνθρώπου».
Ὄχι, ἡ ἰθαγένεια δὲν εἶναι ἐγωισμός. Εἶναι ἕνα ἁπλὸ πρὸς τί. Ὅλοι μας προερχόμαστε ἀπὸ ἕνα συγκεκριμένο τόπο, μία συγκεκριμένη ἱστορικὴ καὶ πολιτισμικὴ παράδοση, καὶ δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ἀρνητικὸ στὸ νὰ αἰσθανόμαστε σεβασμὸ καὶ ὑπερηφάνεια γιὰ τὴν καταγωγή μας, εἴτε εἴμαστε Ἕλληνες εἴτε Βιετναμέζοι εἴτε Ἰνδοὶ καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἡ ἰθαγένεια καθαυτὴ δὲν εἶναι κακή.
Βεβαίως, ὁ ἐγκλωβισμὸς τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἰθαγένεια καὶ ἡ ἀπόλυτη ταύτιση τῆς ὑπάρξεώς του μὲ αὐτὴν ὑπερβαίνεται διὰ τῆς καθάρσεώς μας ἀπὸ τὸ γνωμικό μας θέλημα. Μόνο ἕνας χριστόμορφος ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἀπεγκλωβιστεῖ ἀπὸ κάθε μορφὴ κτιστοῦ προσδιορισμοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ ἀρνεῖται τὴν ἱστορική του ταυτότητα.
Τέλος, ὁ Π. κλείνει μὲ τὸ ἑξῆς ἀντιφατικὸ σημεῖο:
«Σὲ ὅσους δυσκολεύονται νὰ κατανοήσουν ὅτι ἡ μόνη ἑτερότητα ποὺ ἀπορρίπτουμε εἶναι ἡ ἑτερότητα, ἡ ὁποία μισεῖ τὴν ἑτερότητα (καὶ ἄρα δὲν μιλᾶμε γιὰ ἀδιάκριτη προσυπογραφὴ κάθε ἑτερότητας) εὐχαρίστως νὰ στείλω μία ταπεινὴ συμβολή μου (μὲ μήνυμα στὸ messenger): “Ἀξία καὶ ὅρια τῆς φιλοξενίας. Διλήμματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀποστολῆς”, Σύναξη 171 (2024), σσ. 21-37».
Ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἑτερότητας, τελικά, φαίνεται νὰ εἶναι ἐπιλεκτική. Ποιὸς ἀποφασίζει ποιὰ εἶναι ἡ ἑτερότητα ποὺ μισεῖ τὴν ἑτερότητα, ὥστε νὰ πρέπει νὰ ἀπορριφθεῖ; Ἴσως τελικὰ ὁ ἴδιος ὁ κ. Παπαθανασίου.
Μήπως, ὅμως, αὐτὴ ἡ στάση ἀποτελεῖ τὴν ἐκκόλαψη τοῦ αὐγοῦ τοῦ φιδιοῦ; Ἐὰν δεχτοῦμε ὅτι ὑπάρχουν ἑτερότητες, οἱ ὁποῖες δὲν εἶναι ἀποδεκτές, σὲ τί διαφέρει αὐτὴ ἡ θέση ἀπὸ τὸν ναζισμό, τὸν ὁποῖο ὁ κ. Π. καταγγέλλει;
Θὰ κλείσουμε μὲ μία τελευταία παρατήρηση. Ἔχοντας ἀκούσει πολλὲς ὁμιλίες τοῦ Θανάση Παπαθανασίου, διαπιστώνουμε ὅτι δὲν διατυπώνει κάτι οὐσιαστικὰ θεολογικό. Ἁπλῶς ἐνδύει μία συγκεκριμένη ἰδεολογία, τὴ δική του, μὲ θεολογικὸ μανδύα.
Στὸ μέλλον θὰ ἐπανέλθουμε μὲ περαιτέρω σχολιασμοὺς καὶ σὲ ἄλλους μεταπατερικοὺς θεολόγους, οἱ ὁποῖοι ἀλλοιώνουν τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας.




