Dragana Trifkovic,
Διευθύντρια τοῦ Κέντρου Γεωστρατηγικῶν Μελετῶν, Σερβία
Ζωὴ εἰς διαρκῆ φόβον
Περισσότερα ἀπὸ εἴκοσι πέντε χρόνια μετὰ τὴν ἄφιξη τῶν διεθνῶν δυνάμεων στὸ Κόσοβο καὶ τὰ Μετόχια, ὁ σερβικὸς λαὸς στὴ νότια σερβικὴ ἐπαρχία ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ σὲ κλῖμα ἀνασφάλειας, τὸ ὁποῖο, ἀντὶ νὰ ὑποχωρεῖ, ἐντείνεται χρόνο μὲ τὸν χρόνο. Αὐτὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσει μεταβατικὴ περίοδο ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Ψηφίσματος 1244 τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας τοῦ ΟΗΕ, μετατράπηκε σὲ μόνιμη κατάσταση νομικῆς καὶ ἐπισφαλοῦς ἀβεβαιότητας γιὰ τὸν ἐναπομείναντα σερβικὸ πληθυσμό.
Μία ἰδιαίτερη μορφὴ πίεσης ἀποτελοῦν οἱ ὅλο καὶ συχνότερες συλλήψεις Σέρβων μὲ βάση κατηγορίες γιὰ φερόμενα ἐγκλήματα πολέμου, ἀπὸ περίοδο πρὶν ἀπὸ περισσότερες ἀπὸ δυόμισι δεκαετίες. Πρόκειται γιὰ διαδικασίες, στὶς ὁποῖες ἀπουσιάζουν πειστικὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα, καὶ τὶς ὁποῖες πολλοὶ ἀναλυτὲς καὶ ἐκπρόσωποι τῆς σερβικῆς κοινότητας περιγράφουν ὡς ἐργαλεῖο πολιτικοῦ ἐκφοβισμοῦ καὶ ὄχι ὡς ἀπονομὴ δικαιοσύνης. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σχεδὸν ὅλες αὐτὲς οἱ διώξεις στρέφονται ἀποκλειστικὰ κατὰ μελῶν τοῦ σερβικοῦ λαοῦ, ἐνῶ τὰ ἐγκλήματα, ποὺ διαπράχθηκαν σὲ βάρος Σέρβων —δολοφονίες, ἐμπορία ἀνθρωπίνων ὀργάνων, ἀπαγωγές, διώξεις, καταστροφὴ περιουσίας— παραμένουν χωρὶς δικαστικὴ κατάληξη.
Ἡ κατάσταση ἐπιδεινώθηκε περαιτέρω μετὰ τὰ τραγικὰ γεγονότα στὴν Μπάνσκα τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2023, μετὰ τὰ ὁποῖα ἀκολούθησε ἐνισχυμένη παρουσία εἰδικῶν μονάδων, νέο κῦμα συλλήψεων καὶ πιέσεις στοὺς ἐναπομείναντες σερβικοὺς θεσμοὺς στοὺς τομεῖς τῆς ὑγείας καὶ τῆς παιδείας. Φέτος τὸ καλοκαίρι, κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Vidovdan (ἡμέρας τοῦ Ἁγίου Βίτου) στὸ Γκαζιμεστάν, ἡ ἀστυνομία τοῦ Κοσόβου —σύμφωνα μὲ μαρτυρίες συμμετεχόντων— χωρὶς καμία ἐμφανῆ αἰτία συνέλαβε καὶ κακοποίησε σωματικὰ Σέρβους νέους, ποὺ εἶχαν προσέλθει στὴ Θεία Λειτουργία, ἐξαναγκάζοντας τοὺς κρατούμενους νὰ φωνάζουν συνθήματα ὑπὲρ τῆς μονομερῶς ἀνακηρυχθείσης ἀνεξαρτησίας τοῦ Κοσόβου.
Ἡ σιωπὴ τοῦ Βελιγραδίου
Αὐτὸ ποὺ προκαλεῖ ἰδιαίτερη ἀνησυχία εἶναι ἡ ἀπουσία ἀποτελεσματικῆς ἀντίδρασης ἐκ μέρους τοῦ κράτους τῆς Σερβίας. Παρότι τὸ Σύνταγμα τῆς Δημοκρατίας τῆς Σερβίας ἐξακολουθεῖ νὰ ἀντιμετωπίζει τὸ Κόσοβο καὶ τὴ Μετόχια ὡς ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς κρατικῆς ἐπικράτειας, τὸ ἐπίσημο Βελιγράδι ἐπιδεικνύει ἐδῶ καὶ χρόνια παθητικότητα ἀπέναντι στὴν καταπάτηση τῶν δικαιωμάτων τῆς σερβικῆς κοινότητας. Ἡ Συμφωνία τῶν Βρυξελλῶν, στὴ συνέχεια ἡ Συμφωνία τῆς Οὐάσιγκτον καί, τέλος, τὸ λεγόμενο Γαλλογερμανικὸ Σχέδιο, ὁδήγησαν σὲ σταδιακὴ ἀποδόμηση τῶν ἐναπομεινάντων θεσμῶν τῆς Δημοκρατίας τῆς Σερβίας ἐπὶ τόπου, χωρὶς ὅμως νὰ ἐξασφαλίσουν σὲ ἀντάλλαγμα οὔτε τὴν ἀσφάλεια, οὔτε τὴ νομικὴ προστασία, οὔτε τὴν πολιτικὴ ἰσοτιμία τῶν Σέρβων.
Ἀναλυτὲς ποὺ παρακολουθοῦν τὶς ἐξελίξεις στὸ Κόσοβο καὶ τὴ Μετόχια ἐπισημαίνουν ὅτι οἱ διεθνεῖς ἀποστολές, ποὺ ἀναπτύχθηκαν μετὰ τὸ 1999 —ἡ UNMIK καὶ ἡ KFOR— δὲν ἐκπλήρωσαν τὴ δική τους ἐντολή: δὲν ἀπέτρεψαν τὴν ἐθνοκάθαρση ἀμέσως μετὰ τὴ λήξη τῆς σύγκρουσης, δὲν ἐξασφάλισαν τὴν ἀσφαλῆ ἐπιστροφὴ περισσότερων ἀπὸ διακοσίων πενήντα χιλιάδων ἐκτοπισμένων Σέρβων καὶ ἄλλων μὴ Ἀλβανῶν, οὔτε ἀνέκοψαν τὴν καταστροφὴ τῆς πολιτιστικῆς καὶ πνευματικῆς κληρονομιᾶς. Ἀντὶ γιὰ οὐσιαστικὴ προστασία, ἐφαρμόζεται μία ἐπιλεκτικὴ ἀπονομὴ δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ περαιτέρω πιέσεις στὸν ἐναπομείναντα πληθυσμό.
Ἐκπρόσωποι σερβικῶν ὀργανώσεων στὸ Κόσοβο καὶ τὰ Μετόχια ἐκτιμοῦν ὅτι τὸ Βελιγράδι δὲν ἀξιοποιεῖ οὔτε τοὺς μηχανισμοὺς ἀμοιβαιότητας πού, κατὰ τὴ γνώμη τους, θὰ μποροῦσε νὰ ἐφαρμόσει στὶς οἰκονομικὲς καὶ διοικητικὲς σχέσεις, καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν ἀρχῶν περιορίζεται σὲ διακηρυκτικὲς διαμαρτυρίες χωρὶς πραγματικὲς συνέπειες. Μία τέτοια προσέγγιση, ὑποστηρίζουν, ἁπλῶς ἐνθαρρύνει περαιτέρω πιέσεις κατὰ τῆς σερβικῆς κοινότητας, ἐνῶ ταυτόχρονα ἐπιτρέπει στὶς ἀρχὲς τοῦ Κοσόβου νὰ ἐφαρμόζουν κάθε νέο μέτρο χωρὶς φόβο συνεπειῶν.
Ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸ στόχαστρον: κατεδαφίσεις, πιέσεις, ὁ ψευδο-«ἀρχιεπίσκοπος»
Ἰδιαίτερη ἀνησυχία προκαλεῖ ἡ θέση τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸ Κόσοβο καὶ τὴ Μετόχια, πνευματικοῦ κέντρου τοῦ σερβικοῦ λαοῦ, ὅπου βρίσκονται περίπου 1.300 ὀρθόδοξοι ναοὶ καὶ μονές, πολλὲς ἐκ τῶν ὁποίων ἀνεγέρθηκαν κατὰ τὸν 13ο–17ο αἰώνα. Μετὰ τὸ 1999 καταστράφηκαν ἢ ὑπέστησαν ζημιὲς περίπου 150 ἐκκλησίες, μονὲς καὶ νεκροταφεῖα, ἐνῶ ἰδιαίτερα βαρὺ πλῆγμα ἀποτέλεσε τὸ πογκρὸμ τοῦ Μαρτίου 2004, κατὰ τὸ ὁποῖο, μέσα σὲ μόλις δύο ἡμέρες, πυρπολήθηκαν δεκάδες ἱερὰ προσκυνήματα καὶ ἐκδιώχθηκαν χιλιάδες ἄνθρωποι ἀπὸ τὰ σπίτια τους.
Οὔτε σήμερα ὑποχωροῦν οἱ πιέσεις. Ἔχουν καταγραφεῖ περιστατικὰ βεβήλωσης καὶ κατεδάφισης σερβικῶν νεκροταφείων, χρήσης βαρέων μηχανημάτων σὲ χώρους αἰωνόβιων τάφων, καθὼς καὶ σφετερισμοῦ ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας —ὅπως τὸ ἰαματικὸ λουτρὸ στὴν Μπάνσκα, τὸ ὁποῖο ἀνήγειρε, μὲ τὴν οἰκονομικὴ συνδρομὴ τῆς Κυβέρνησης τῆς Σερβίας, ἡ Μητρόπολη Ράσκιας καὶ Πριζρένης, καὶ τὸ ὁποῖο στὴ συνέχεια κατέλαβαν μέλη τῆς ἀστυνομίας τοῦ Κοσόβου.
Ὁ ψευδο-«ἀρχιεπίσκοπος» καὶ ἡ πρόκλησις
Μία ἰδιαίτερη μορφὴ πρόκλησης προέρχεται ἀπὸ πρόσωπο ποὺ παρουσιάζεται δημόσια ὡς «ἀρχιεπίσκοπος» μίας ἀνύπαρκτης «αὐτοκέφαλης ὀρθόδοξης ἐκκλησίας τοῦ Κοσόβου». Πρόκειται γιὰ τὸν Ἀλβανὸ ὑπήκοο Νίκολα Τζούφκα (Nikola Dzufka), ὁ ὁποῖος, ὅπως διέψευσε πρόσφατα δημοσίως ἡ Μητρόπολη Ράσκιας καὶ Πριζρένης, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ κληρικὸς οὔτε τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, οὔτε τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἀλβανίας, οὔτε καμίας ἄλλης κανονικῆς ὀρθόδοξης δικαιοδοσίας. Κατὰ τοῦ προσώπου αὐτοῦ καὶ τοῦ συνεργάτη του ἐκκρεμεῖ ἐπὶ τοῦ παρόντος ποινικὴ διαδικασία σχετικὰ μὲ ἐπανειλημμένες βίαιες εἰσβολὲς στὸν μεσαιωνικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ στὸ χωριὸ Ρακίτνιτσα, ἡ ἰδιοκτησία τοῦ ὁποίου ἀπὸ τὴ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἀδιαμφισβήτητη καὶ τεκμηριωμένη. Παρ’ ὅλα αὐτά, αὐτὸς ὁ αὐτοαποκαλούμενος «ἀρχιεπίσκοπος» διατυπώνει στὰ κοσοβάρικα μέσα ἐνημέρωσης ἀναληθεῖς ἰσχυρισμοὺς περὶ δῆθεν δικαστικῶν ἡττῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἐξαγγέλλει τὴν «ἐπιστροφὴ» ναῶν καὶ μονῶν, ἐνῶ θέτει ἀνοικτὰ ὡς προϋπόθεση συμμετοχῆς στὴν ὀργάνωσή του τὴν ἐθνοτικὴ καταγωγὴ —ἀποκλειστικὰ γιὰ Ἀλβανοὺς τοῦ Κοσόβου.
nnἩ Μητρόπολη Ράσκας καὶ Πριζρένης προειδοποιεῖ ὅτι μία τέτοια ρητορική, ἐὰν παραμείνει χωρὶς νομικὲς συνέπειες, συνιστᾶ ὑποκίνηση βίας κατὰ τοῦ κλήρου, τῶν πιστῶν καὶ τῶν ἱερῶν προσκυνημάτων τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Παράλληλα, ἐπισημαίνεται ἡ δυσαναλογία στὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀρχῶν τῆς Πρίστινας: ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς Ντεβίνε Βόντε ἀπελάθηκε ἀπὸ τὸ Κόσοβο καὶ τὰ Μετόχια χωρὶς σαφῆ νομικὴ βάση, ἐνῶ ἐπιδεικνύεται διαρκὴς ἀνοχὴ ἀπέναντι στὴ δεκαετῆ δράση προσώπου ποὺ σπέρνει ἀνοικτὰ θρησκευτικὸ καὶ ἐθνικὸ μῖσος.
Ἐπίλογος
Ἡ εἰκόνα ποὺ διαγράφεται σήμερα ἀπὸ τὸ Κόσοβο καὶ τὰ Μετόχια εἶναι ἡ εἰκόνα μίας κοινότητας ἀφημένης στὴν τύχη της —ἐκτεθειμένης σὲ νομικὰ ἀδικαιολόγητες συλλήψεις, στερημένης ἀποτελεσματικῆς προστασίας ἀπὸ τὸ ἴδιο της τὸ κράτος καὶ ἀντιμέτωπης μὲ διαρκῆ πίεση στὰ πιὸ ἱερά της ἀγαθά: τὶς ἐκκλησίες, τὶς μονὲς καὶ τοὺς τάφους τῶν προγόνων. Χωρὶς σοβαρὴ διεθνῆ δέσμευση στὸ πνεῦμα τοῦ Ψηφίσματος 1244, χωρὶς λογοδοσία τῶν θεσμῶν ἐπὶ τόπου καὶ χωρὶς προθυμία τοῦ Βελιγραδίου νὰ μετατρέψει τὴν προστασία τῶν ὁμοεθνῶν του ἀπὸ διακήρυξη σὲ πραγματικὴ δράση, ἡ ἐπιβίωση τοῦ σερβικοῦ λαοῦ στὸ Κόσοβο καὶ τὰ Μετόχια παραμένει, ἀκόμη καὶ μετὰ ἀπὸ ἕνα τέταρτο τοῦ αἰώνα, ἀβέβαιη.




