Διατί ὁ Μητροπολίτης Τυχικὸς ἠρνήθη νὰ τελέση μικτοὺς γάμους;

Share:

Τοῦ κ. Νικολάου Ρωμανοῦ, θεολόγου

  Μία ἀπὸ τὶς τρεῖς βασικὲς κατηγορίες ποὺ διατυπώθηκαν ἐναντίον τοῦ κανονικοῦ ἐπισκόπου Πάφου Τυχικοῦ ἦταν ἡ ἄρνησή του νὰ τελεῖ μικτοὺς γάμους, δηλαδὴ γάμους μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων ἤ, ἀλλιῶς, αἱρετικῶν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ γεννᾶ εὔλογα τὸ ἐρώτημα: γιατί ἡ συγκεκριμένη στάση τοῦ ἐπισκόπου Τυχικοῦ θεωρήθηκε τόσο σοβαρὸ ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς νέας ἐκκλησιολογικῆς ἀντίληψης;

   Γιὰ νὰ δοθεῖ ἀπάντηση, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐξεταστεῖ συνοπτικὰ ἡ ἐκκλησιολογία ποὺ διαμορφώθηκε κατὰ τὴ Β΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ. Πρὶν ἀπὸ τὴ σύνοδο αὐτή, ἡ ἐπίσημη ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία ἀκολουθοῦσε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν ἐκκλησιολογικὴ γραμμὴ τῆς Συνόδου τοῦ Τριδέντου. Σύμφωνα μὲ τὴν κλασσικὴ παπικὴ ἀντίληψη, ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία ταυτιζόταν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴ Ρώμη, ἐνῶ ὅσοι δὲν βρίσκονταν σὲ κοινωνία μὲ τὸν Πάπα θεωροῦνταν ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας.

  Ὡστόσο, τὸ πνεῦμα τῆς νεωτερικότητας δὲν ἀνεχόταν πλέον τὴν ἀποκλειστικότητα τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀξίωση ὅτι μόνο μία Ἐκκλησία κατέχει τὴν ἀλήθεια ἐρχόταν σὲ σύγκρουση μὲ τὸ κυρίαρχο ἰδεολογικὸ κλῖμα τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἔτσι δημιουργήθηκε ἕνα βαθὺ χάσμα ἀνάμεσα στὴν παραδοσιακὴ παπικὴ ἐκκλησιολογία καὶ στὴ νεότερη ἀντίληψη περὶ θρησκευτικοῦ πλουραλισμοῦ.

  Ἡ Β΄ Σύνοδος τοῦ Βατικανοῦ ἐπιχείρησε νὰ γεφυρώσει αὐτὸ τὸ χάσμα. Ἡ νέα ἐκκλησιολογικὴ προσέγγιση δὲν χρησιμοποίησε πλέον τὴν παραδοσιακὴ διατύπωση ὅτι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία «εἶναι» ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία, ἀλλὰ ὅτι «ὑφίσταται» (subsistit in) σὲ αὐτήν. Ἡ διαφοροποίηση αὐτὴ δὲν θεωρήθηκε ἁπλὴ γλωσσικὴ ἀλλαγή, ἀλλὰ οὐσιαστικὴ θεολογικὴ μετατόπιση.

  Τὸ ρῆμα ὑφίσταται (λατινικὰ subsistit, ἰταλικὰ sussistere, ἀγγλικὰ subsist) περιγράφει ἕνα τρόπο ὑπάρξεως καὶ ὄχι μία ἀπόλυτη ὀντολογικὴ ταύτιση. Κατὰ τὴν ἑρμηνεία ποὺ δόθηκε στὴ μετασυνοδικὴ θεολογία, ἡ διατύπωση αὐτὴ ἐπιτρέπει τὴν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικῶν στοιχείων καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρατῶν ὁρίων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας. Ἔτσι ὑποστηρίχθηκε ὅτι στὶς ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες διατηροῦνται ἔγκυρα μυστήρια, ὅπως τὸ βάπτισμα, ἡ ἱερωσύνη καὶ ἡ Θεία Εὐχαριστία, τὰ ὁποῖα μάλιστα διαθέτουν σωτηριολογικὴ σημασία.

  Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ νέα αὐτὴ ἐκκλησιολογία ἀποδέχεται ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἔγκυρα μυστήρια καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας.

  Ἐφόσον ὅμως τὰ μυστήρια θεωροῦνται ἔγκυρα ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, στὴν ὁποία ἀνήκει κάποιος, τότε ποιὸ στοιχεῖο διαφοροποιεῖ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία ἀπὸ τὶς ἄλλες χριστιανικὲς κοινότητες; Ἡ ἀπάντηση ποὺ δίνει ἡ μετασυνοδικὴ ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία εἶναι ὅτι ἡ Ρώμη διαθέτει τὴν «πληρότητα τῶν μέσων τῆς σωτηρίας». Συνεπῶς, ἡ διαφορὰ δὲν παρουσιάζεται πλέον ὡς οὐσιαστικὴ ἢ ποιοτική, ἀλλὰ κυρίως ὡς ποσοτική: καὶ οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες διαθέτουν στοιχεῖα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ρώμη ὅμως κατέχει τὴν πληρότητά τους.

  Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο ἀποκτοῦν ἰδιαίτερη σημασία ὁ θεολογικὸς διάλογος, ἡ ἀμοιβαία προσέγγιση καὶ ἡ ἀναγνώριση τῆς ἐγκυρότητας τῶν μυστηρίων. Ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον χαρακτηριστικὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς λογικῆς εἶναι ἡ τέλεση μικτῶν γάμων, καθὼς αὐτοὶ προϋποθέτουν, στὴν πράξη, τὴν ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τοῦ ἑτεροδόξου.

  Ἀκριβῶς ἐδῶ βρίσκεται, κατὰ τὴν παραδοσιακὴ ὀρθόδοξη θεώρηση, ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος. Εἶναι ἀδιαμφισβήτητο ὅτι γιὰ τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου ἀπαιτεῖται τὸ βάπτισμα τῶν μελλονύμφων. Ἑπομένως, ὅταν τελεῖται γάμος μεταξὺ ἑνὸς Ὀρθοδόξου καὶ ἑνὸς Ρωμαιοκαθολικοῦ χωρὶς ὁ δεύτερος νὰ ἔχει προηγουμένως ἐνταχθεῖ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διὰ τοῦ ὀρθοδόξου βαπτίσματος, ἀναγνωρίζεται στὴν πράξη ὅτι τὸ βάπτισμά του εἶναι ἔγκυρο.

  Κατὰ συνέπεια, οἱ μικτοὶ γάμοι δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς ἕνα ποιμαντικὸ ἢ διοικητικὸ ζήτημα. Ἀποκτοῦν βαθὺ ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο, διότι προϋποθέτουν τὴν ἀποδοχὴ ὅτι ὑπάρχει ἔγκυρο βάπτισμα καί, κατ’ ἐπέκταση, ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα ἐκτὸς τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

  Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρῖσμα γίνεται κατανοητό, γιατί ὁ ἐπίσκοπος Τυχικὸς ἀρνήθηκε νὰ τελεῖ μικτοὺς γάμους. Ἡ στάση του δὲν ἀποτελοῦσε ἁπλὴ κανονικὴ αὐστηρότητα, ἀλλὰ συνδεόταν μὲ μία συγκεκριμένη ἐκκλησιολογικὴ θεώρηση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἀποδοχὴ τῶν μικτῶν γάμων συνεπάγεται τὴν ἔμμεση ἀναγνώριση τῆς ἐγκυρότητας τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων.

  Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἕνας ἐπίσκοπος ποὺ ἐπιμένει στὴν ἀποκλειστικότητα τῆς Μίας Ἐκκλησίας καὶ στὴν πληρότητα τῆς ἀλήθειας ποὺ αὐτὴ κατέχει θεωρεῖται, ἀπὸ ὅσους υἱοθετοῦν τὴν οἰκουμενιστικὴ ἐκκλησιολογία, ἐμπόδιο στὴν ὑλοποίηση τῆς νέας ἐκκλησιολογικῆς προοπτικῆς.

  Πρόκειται γιὰ μία θεώρηση, κοινὴ –κατὰ τοὺς ὑποστηρικτὲς της– στὸ σύνολο σχεδὸν τοῦ σύγχρονου οἰκουμενικοῦ κινήματος, ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ συνδυάσει δύο ἐκ πρώτης ὄψεως ἀντιφατικὲς θέσεις: ἀφενὸς τὴ διατήρηση τῆς ὁμολογίας περὶ τῆς μοναδικότητας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράζεται στὴ μετασυνοδικὴ ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία καί, κατὰ τὴν ἄποψη πολλῶν ὀρθοδόξων ἐπικριτῶν, ἀντανακλᾶται ἐν μέρει καὶ στὰ κείμενα τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου· ἀφετέρου τὴν ἀναγνώριση μίας περιορισμένης, ἀλλὰ πραγματικῆς ἐκκλησιαστικότητας καὶ μυστηριακῆς ζωῆς ἐκτὸς τῶν ὁρατῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας.

  Ἡ φαινομενικὴ αὐτὴ ἀντίφαση θεωρεῖται ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπερβληθεῖ μέσῳ τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου καὶ τῆς σταδιακῆς προσεγγίσεως τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, ὅσοι ἀρνοῦνται νὰ ἀποδεχθοῦν αὐτὴ τὴν προοπτικὴ ἢ νὰ συμμετάσχουν ἐνεργὰ στὴ διαδικασία αὐτὴ ἀντιμετωπίζονται ὡς ἀνασταλτικὸς παράγοντας γιὰ τὴν προώθηση τοῦ οἰκουμενικοῦ ἐγχειρήματος καὶ θὰ πρέπει νὰ καθαιρεθοῦν, ἂν εἶναι ἐπίσκοποι.

  Next Article

Σχέση σώματος και ψυχής στις “ολιστικές” θεραπείες.