Ἡ ἔκπτωσις τῆς Ἑλληνικῆς συνειδήσεως καὶ ἡ σιωπὴ τῆς Ἐκκλησίας

Share:

Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτου, Θεολόγου

  Ἡ μνήμη ἑνὸς ἔθνους δὲν εἶναι μουσειακὸ ἔκθεμα, ἀλλὰ ζωντανὸς ὀργανισμὸς, ποὺ ἀναπνέει μέσα ἀπὸ τὶς ἐπιλογές, τὶς τιμὲς καὶ τὴ σιωπή του. Ὅταν ἡ μνήμη στρεβλώνεται, ἡ συνείδηση ἑνὸς λαοῦ ἐκπίπτει· καὶ ὅταν ἡ συνείδηση ἐκπίπτει, τὸ ἔθνος παύει νὰ ἀντιλαμβάνεται τὰ ὅρια τῆς ὕπαρξής του, μετατρεπόμενο σὲ ἕνα ἁπλὸ πληθυσμὸ ποὺ καταναλώνει συνθήματα.

  Κάθε καλοκαίρι, τὶς τελευταῖες δεκαετίες, παρακολουθοῦμε μιὰ ἰδιότυπη τελετουργία, ποὺ αὐτοαποκαλεῖται «Γιορτὴ τῆς Δημοκρατίας». Στοὺς ὁλόδροσους κήπους τοῦ Προεδρικοῦ Μεγάρου, ἡ πολιτική, οἰκονομικὴ καὶ δημοσιογραφικὴ ἡγεσία τῆς χώρας συγκεντρώνεται, γιὰ νὰ γιορτάσει τὴν ἀποκατάσταση ἑνὸς πολιτεύματος. Ὡστόσο, γιὰ ὅποιον ἀναζητᾶ τὸ βαθύτερο πνευματικὸ καὶ ὑπαρξιακὸ ἀποτύπωμα τῶν γεγονότων, ἡ γιορτὴ αὐτὴ ὁμοιάζει περισσότερο μὲ τραγωδία. Ἀποτελεῖ τὴν φανερὴ ἀποτύπωση τοῦ ξεπεσμοῦ τῆς μεταπολιτευτικῆς Ἑλλάδος — μιᾶς Ἑλλάδος ποὺ ἐπέλεξε νὰ λησμονήσει τὸ αἷμα, γιὰ νὰ γιορτάσει τὴν ἐξουσία.

  Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοήσει κανεὶς τὸ μέγεθος τῆς πνευματικῆς παρακμῆς, ἂν δὲν ἀνατρέξει στὴν ἴδια τὴν ἀφορμὴ τοῦ 1974. Ἡ κατάρρευση τῆς στρατιωτικῆς δικτατορίας καὶ ἡ ἐπιστροφὴ στὴν κοινοβουλευτικὴ δημοκρατία δὲν συνέβησαν ἐν κενῷ. Δὲν ἦταν ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀναίμακτης πολιτικῆς διαπραγμάτευσης, οὔτε μιᾶς αὐτόματης ἱστορικῆς νομοτέλειας. Ἡ ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατίας στὴν Ἀθήνα πληρώθηκε μὲ τὸ αἷμα τῆς Κύπρου.

  Τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἐποχὴ ποὺ στὴν πρωτεύουσα ἑτοιμάζονταν οἱ ὑποδοχὲς τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν, τὰ ἑλληνικὰ χώματα τῆς Μεγαλονήσου ποτίζονταν ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν παλληκαριῶν τῆς ΕΛΔΥΚ, τῶν Κυπρίων ἀγωνιστῶν καὶ τῶν ἀμάχων. Ἡ Κύπρος προδόθηκε, ἀκρωτηριάστηκε καὶ βυθίστηκε στὸ πένθος. Ἑκατοντάδες χιλιάδες προσφύγων, χιλιάδες νεκροὶ καὶ ἀγνοούμενοι ἦταν τὸ βαρὺ τίμημα μιᾶς τραγωδίας, ποὺ σφράγισε τὸν σύγχρονο ἑλληνισμό.

  Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν μιὰ πολιτεία, ποὺ ἐπικαλεῖται τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν ἐλευθερία, νὰ μετατρέπει μιὰ ἐθνικὴ τραγωδία σὲ εὐκαιρία δεξίωσης;

  Ἀντὶ γιὰ τρισάγιο στὴν μνήμη τῶν πεσόντων στρατιωτῶν ποὺ ὑπερασπίστηκαν τὴν ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια στὰ ματωμένα ἐδάφη τῆς Κύπρου, ἐπιλέγεται ὁ ἀλαλαγμὸς τῶν προπλάσεων. Ἀντὶ γιὰ ἐθνικὴ αὐτοκριτικὴ καὶ ἀπότιση φόρου τιμῆς στοὺς πραγματικοὺς ἥρωες, ἡ προσοχὴ μετατοπίζεται στὴν αὐτοϊκανοποίηση τοῦ πολιτικοῦ συστήματος. Ἀντὶ γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἀδάμαστης ψυχῆς τοῦ γένους, τιμᾶται ἡ ἐπιστροφὴ τῶν ἴδιων πολιτικῶν δυναστειῶν ποὺ, μὲ τὶς παραλείψεις καὶ τὶς σκοπιμότητές τους, φέρουν βαρειὰ εὐθύνη γιὰ τὴν κατάρρευση ποὺ προηγήθηκε.

  Ἡ παράλειψη αὐτὴ δὲν εἶναι τυχαία. Εἶναι δομική. Ἡ μεταπολιτευτικὴ ἰδεολογία θεμελιώθηκε πάνω στὴν σιωπηρὴ συμφωνία νὰ ξεχαστεῖ ἡ Κύπρος, ὥστε νὰ μπορεῖ ἡ ἀθηναϊκὴ ἐλὶτ νὰ γιορτάζει ἀπρόσκοπτα τὴν «ὁμαλότητά» της.

  Ὅποιος παρατηρήσει τὶς εἰκόνες ἀπὸ τὶς δεξιώσεις τοῦ Προεδρικοῦ Μεγάρου ἀντιλαμβάνεται ἀμέσως τὴν βαθειὰ ἀλλοτρίωση τοῦ δημοσίου ἤθους. Οἱ κυρίες τῆς λεγομένης «καλῆς κοινωνίας», τὰ στελέχη τῆς κομματικῆς γραφειοκρατίας καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας συνωστίζονται μπροστά στοὺς φωτογραφικοὺς φακούς.

  Tὸ ἐπίκεντρο τῆς ἐκδήλωσης δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία ὡς ὑπαρξιακὸ καὶ ἐθνικὸ κτῆμα, ἀλλὰ ἡ προσωπικὴ προβολή. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἐπίδειγμα ὑλικῆς εὐημερίας καὶ κοινωνικῆς ὑπεροψίας, ἀποκομμένο πλήρως ἀπὸ τὰ βιώματα καὶ τὶς ἀγωνίες τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.

  Ἀπὸ θεολογικὴ σκοπιά, ἡ στάση αὐτὴ συνιστᾶ τὴν ἀπόλυτη ἔκπτωση τῆς ἔννοιας τῆς κοινωνίας. Ἡ χριστιανικὴ παράδοση διδάσκει ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἡγεσία εἶναι διακονία καὶ ὅτι ἡ πραγματικὴ δόξα κρύβεται στὴν θυσία γιὰ τὸν πλησίον. Ὅταν οἱ ἡγέτες ἑνὸς λαοῦ ἀποσυνδέουν τὴν ἐξουσία ἀπὸ τὴν εὐθύνη καὶ τὴν προσφορά, μετατρέπουν τοὺς θεσμοὺς σὲ ἀτομικὰ προνόμια. Ἡ «γιορτή» μεταβάλλεται σὲ ἕνα θέατρο ματαιοδοξίας, ὅπου τὸ πρόσωπο ὑποχωρεῖ καὶ στὴν θέση του εἰσάγεται τὸ προσωπεῖο — τὸ προσωπεῖο τῆς ἐπίδειξης, τῆς κολακείας καὶ τῆς ἀδιαφορίας γιὰ τὸν συλλογικὸ πόνο.

  Ποῖος πραγματικὰ ἑορτάζει σὲ αὐτὴν τὴν δεξίωση; Ἑορτάζει ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ποὺ βιώνει τὴν οἰκονομικὴ καὶ πολιτισμικὴ συρρίκνωση; Ἑορτάζουν οἱ οἰκογένειες τῶν ἀγνοουμένων τῆς Κύπρου; Ἑορτάζει ἡ νεολαία ποὺ μεταναστεύει ἀναζητώντας ἀξιοπρέπεια; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀρνητική. Ἑορτάζει μιὰ κλειστὴ κοινωνικὴ ἐλὶτ ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν παρουσία της στὸν θῶκο τῆς ἐξουσίας, γυρνώντας τὴν πλάτη στὴν ἱστορικὴ καὶ πνευματικὴ κληρονομιὰ τοῦ τόπου.

  Σὲ αὐτὸ τὸ σκηνικὸ τῆς πνευματικῆς καὶ ἐθνικῆς ἔκπτωσης, ὁ πιστὸς λαὸς ἀναζητᾶ στὴν διοικοῦσα Ἐκκλησία τὸ καταφύγιο καὶ τὸν προφητικὸ λόγο. Δυστυχῶς, ἡ εἰκόνα ποὺ ἐκπέμπεται συχνὰ εἶναι αὐτὴ τῆς ἀφασίας καὶ τῆς προσκόλλησης στὶς κοσμικὲς ἐξουσίες.

  Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὡς ὁ πνευματικὸς τροφοδότης τοῦ γένους, ἔχει ἱστορικὴ ὑποχρέωση νὰ ἀποτελεῖ τὴν συνείδηση τοῦ ἔθνους. Ὀφείλει νὰ ὑπομιμνήσκει σταθερὰ ὅτι ἡ ἐλευθερία δὲν εἶναι δῶρο τῆς πολιτικῆς ἐλίτ, ἀλλὰ θεῖον δώρημα, ποὺ κατακτήθηκε μὲ ἀγῶνες, πίστη καὶ αἷμα. Ποῦ βρίσκεται ὅμως ἡ ποιμαντικὴ ἡγεσία κατὰ τὶς ἡμέρες αὐτῶν τῶν ἐκδηλώσεων;

  Ὅταν ἡ Ἐκκλησία παύει νὰ ἐλέγχει τὴν ἐξουσία καὶ καθίσταται συνδαιτυμόνας της, χάνει τὴν προφητική της ἰδιότητα καὶ μετατρέπεται σὲ ἕνα ἀκόμη θεσμὸ τοῦ συστήματος.

  Ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία φαίνεται συχνὰ νὰ ἀρκεῖται σὲ ἕνα διακοσμητικὸ ρόλο στὶς κρατικὲς τελετές. Μὲ τὴν παρουσία ἢ τὴ σιωπή της, δείχνει νὰ νομιμοποιεῖ τὴν λήθη.

  Ἀντὶ νὰ ὑψώσει τὸ ἀνάστημά της καὶ νὰ ἀπαιτήσει τὴν ἀπότιση φόρου τιμῆς στοὺς πεσόντες τῆς Κύπρου, ἀποδέχεται τὸ πρωτόκολλο τῆς κοσμικῆς γιορτῆς. Ὅταν ἡ ἱεραρχία εὐλογεῖ τὴν πολιτικὴ σκοπιμότητα σὲ βάρος τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, ἀποδιοργανώνει τὸ φρόνημα τοῦ πιστοῦ λαοῦ.

  Ἡ στάση αὐτὴ ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν παράδοση τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Νεομαρτύρων. Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος δὲν δίστασε νὰ ἐλέγξει τὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλή, ὅταν ἐκείνη παρεκτρεπόταν. Ὁ ἑλληνισμὸς ἐπιβίωσε στοὺς αἰῶνες τῆς δοκιμασίας, ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρξε ἡ κιβωτὸς τῆς ἐθνικῆς καὶ πνευματικῆς ταυτότητος, διατηρώντας ζωντανὴ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας. Ἡ σημερινὴ διοικητικὴ ἀμηχανία τραυματίζει τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας.

  Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὸ μέγεθος τῆς παρακμῆς, ὀφείλουμε νὰ ἐξετάσουμε τὴν ἔννοια τῆς ἐλευθερίας μέσα ἀπὸ τὸ πρῖσμα τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας. Στὴν χριστιανικὴ γραμματεία, ἡ ἐλευθερία δὲν ταυτίζεται ἁπλῶς μὲ ἕνα πολιτειακὸ σύστημα ἢ μὲ τὴν ἀπουσία ἐξωτερικῶν καταναγκασμῶν.

  Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ δῶρο τοῦ αὐτεξουσίου. Ἡ ἐλευθερία εἶναι συστατικὸ τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Δὲν ἐκχωρεῖται ἀπὸ τὸ κράτος, οὔτε παραχωρεῖται ἀπὸ κάποια συνταγματικὴ συνθήκη· εἶναι ἔμφυτη ὑπαρξιακὴ δυνατότητα. Ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία ἀποκτᾶται, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὰ πάθη, τὴν φιλαυτία καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου.

  Στὸ πεδίο τῆς συλλογικῆς συμβίωσης, ἡ χριστιανικὴ θεώρηση σέβεται τὴν ἰδιοπροσωπία καὶ τὴν αὐτοδιάθεση κάθε λαοῦ. Ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἐλευθερία ἑνὸς ἔθνους δὲν μποροῦν νὰ οἰκοδομηθοῦν πάνω σὲ συμβιβασμούς, ποὺ ἀκυρώνουν τὴν ἐθνικὴ κυριαρχία καὶ τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια.

  Ὅταν ἡ πολιτεία περιορίζει τὴν ἐλευθερία σὲ μιὰ ἐπιφανειακὴ δημοκρατικὴ διαδικασία, ἀποκρύπτοντας τὶς ὑποδουλώσεις καὶ τὶς ἐθνικὲς ὑποχωρήσεις, προσβάλλει τὴν ἴδια τὴν ἔννοια τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου. Ἡ ἐλευθερία χωρὶς ἀλήθεια εἶναι ψευδαίσθηση. Καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς νεότερης Ἑλλάδος εἶναι ὅτι ἡ ἐλευθερία της παραμένει κολοβή, ὅσο ἡ Κύπρος τελεῖ ὑπὸ κατοχὴ καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδηση ὑπονομεύεται ἀπὸ τὴν πολιτισμικὴ ἀλλοτρίωση.

  Ὁ ξεπεσμὸς τῆς ἑλληνικῆς συνείδησης δὲν εἶναι ἀναπότρεπτος. Ἀποτελεῖ σύμπτωμα μιᾶς βαθύτερης πνευματικῆς κρίσης, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ξεπεραστεῖ μόνον ἐφόσον ὑπάρξει εἰλικρινὴς αὐτοκριτικὴ καὶ μετάνοια — μὲ τὴν αὐθεντικὴ θεολογικὴ ἔννοια τῆς ἀλλαγῆς τοῦ νοός.

  Ἡ ἀποκατάσταση τῆς συνείδησης τοῦ Γένους ἀπαιτεῖ τὴν ῥήξη μὲ τὴν λογικὴ τῆς ἐπίδειξης καὶ τῆς λήθης. Ἀπαιτεῖ τὴν ἐπιστροφὴ στὶς ῥίζες ποὺ κράτησαν τὸν ἑλληνισμὸ ὄρθιο σὲ δυσκολότερες ἐποχές. Ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς πεσόντες δὲν εἶναι ὀπισθοδρομικὸς ἐθνικισμός, ἀλλὰ ὀφειλόμενη δικαιοσύνη καὶ πνευματικὸ χρέος. Ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ ἀνακτήσει τὴν φωνή της, ἐγκαταλείποντας τὴν ἄνεση τῶν δημοσίων σχέσεων καὶ στεκόμενη στὸ πλευρὸ τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ λαοῦ.

  Ἡ «γιορτὴ τῆς δημοκρατίας» θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκτήσει νόημα, μόνον ἂν μετατρεπόταν ἀπὸ φαντασμαγορία τῆς ἐλὶτ σὲ ἡμέρα περισυλλογῆς, μνήμης καὶ εὐθύνης. Μιὰ ἡμέρα ὅπου τὸ κράτος θὰ ἔκλινε τὸ γόνυ μπροστά στοὺς ἥρωες τῆς Κύπρου, ὅπου ἡ Ἐκκλησία θὰ ἀνάπεμπε δεήσεις γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν κατεχομένων καὶ ὅπου ἡ πολιτικὴ ἡγεσία θὰ λογοδοτοῦσε στὸν λαὸ γιὰ τὸ ἂν περιφρούρησε τὴν ἀνεξαρτησία καὶ τὴν προκοπὴ τοῦ τόπου.

  Ὅσο συνεχίζεται ἡ σημερινὴ κατάσταση, κάθε συνειδητὸς πολίτης ἔχει καθῆκον νὰ μὴ σιωπᾶ. Ἡ διατήρηση τῆς ἐθνικῆς καὶ πνευματικῆς μνήμης εἶναι ἡ μόνη ἀσπίδα ἀπέναντι στὸν πλήρη ἀφανισμὸ τῆς ταυτότητάς μας. Ἡ ἐλευθερία κερδίζεται καθημερινὰ μὲ ἀγῶνα, πίστη καὶ προσήλωση στὴν ἀλήθεια — καὶ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ὀφείλουμε νὰ τὴν διαφυλάξουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ.

  Next Article

Κι όμως! Προηγήθηκε η δική μας υποταγή…