ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

«Μάνα μου! Γλυκειά μου Μανούλα»

  Ὑπάρχει ἕνα τροπάριο τῆς παρακλήσεως πρὸς τὴν Παναγία μας, ποὺ λέγει: «Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ Σοί, κατησχυμένος ἀπὸ Σοῦ ἐκπορεύεται, ἁγνὴ Παρθένε Θεοτόκε· ἀλλ’ αἰτεῖται τὴν χάριν, καὶ λαμβάνει τὸ δώρημα, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς αἰτήσεως».

Δὲν ὑπάρχει ἅγιος, ἀπὸ τοὺς βίους, ποὺ διαβάζουμε, ποὺ νὰ μὴ κατέφυγε στὴν Παναγία μας.

Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ σύγχρονος ἅγιός μας Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής, ὁ Σπηλαιώτης:

«Ὅταν ἀσπάζωμαι τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, δὲν μπορῶ νὰ τὴν ἀποχωρισθῶ»… «Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀσπασθῶ μία φορὰ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ νὰ χωρίσω, ἀλλὰ ὅταν πλησιάσω κοντά της, ὡσὰν μαγνήτης κολλάω ἀπάνω της».

Μὲ αὐτὴ τὴν παραστατικὴ εἰκόνα ὁ ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής (1897-1959), ὁ μεγάλος ἁγιορείτης Γέροντας τοῦ 20οῦ αἰώνα – ποὺ ἑορτάζει στὶς 16 Αὐγούστου – ὁμολογοῦσε μὲ ἁπλότητα, πόσο βαθιὰ καὶ θερμὰ ἀγαποῦσε τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Μάλιστα κάποτε ἡ φλογερή αὐτή καὶ ἁγνότατη ἀγάπη του γινόταν ὕμνος θεσπέσιος καὶ ὁλόψυχη ἱκεσία στὰ χείλη του: «Ὤ γλυκειά μας Μανούλα, ὤ φῶς τῆς ψυχῆς μας!».

Εἶχε μάθει ἀπὸ μικρό παιδί νὰ καταφεύγη στὴ Χάρη τῆς Ὑπερευλογημένης Θεοτόκου. Ὅταν μάλιστα σὲ ἡλικία 24 ἐτῶν πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ ζήση ὡς μοναχὸς στὸ Περιβόλι της, τὸ Ἅγιον Ὄρος, Αὐτὴν εἶχε πάντοτε ὡς ὁδηγὸ καὶ σ’ Αὐτὴν κατέφευγε σὲ κάθε δυσκολία του. Κάποτε, ὅταν ἀντιμετώπιζε ἔντονους πειρασμούς, ἔνιωθε μεγάλη θλίψη νὰ καταπλακώνη τὴν ψυχή του. Τί μποροῦσε νὰ κάνη; Τί ἄλλο; Θερμή προσευχή! Ἀποσύρθηκε στὸ κελλί του, κάθισε στὸ σκαμνάκι κι ἄρχισε νὰ ἐπικαλῆται ταπεινὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀντιλήφθηκε πόση ὥρα εἶχε περάσει ἔτσι καὶ ξαφνικά αἰσθάνθηκε μέσα του γλυκιά παρηγοριά. Ἕνα φῶς γέμισε τὴν ψυχή του. Τότε ἀξιώθηκε νὰ δῆ μὲ ἕνα θαυμαστὸ ὅραμα, ὅτι μεταφέρθηκε σ’ ἕνα οὐράνιο, παραδεισένιο κόσμο. Προχωροῦσε μὲ ἀπίστευτη ταχύτητα, χωρὶς νὰ ξέρη ποῦ πηγαίνει. Κάποια στιγμὴ βρέθηκε μπροστά σ’ ἕνα κοίλωμα τῆς γῆς, ὅπου εἶχε εἴσοδο σὲ μιὰ ὑπόγεια στοὰ μὲ ὑπερπολυτελῆ σκαλοπάτια. Στάθηκε ἀκίνητος. Ντρεπόταν νὰ προχωρήση, γιατί φοροῦ­σε παλιά, τριμμένα ράσα. Τότε ἦλθε ἕνας στρατηγός, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τὸν καλωσόρισε, τὸν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδήγησε σ’ ἕνα μεγαλοπρεπέστατο ναό, ἀπ’ ὅπου ἀκουγόταν μιὰ ὑπερκόσμια μελωδία. Ὁ ἄγνωστος στρατηγὸς τοῦ ἔκανε νεῦμα νὰ πλησιάση πρὸς τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου καὶ εἶπε ἀπευθυνόμενος στὴν Παναγία:

-Δέσποινα τοῦ κόσμου, δεῖξε τη δόξα σου στὸν δοῦλο σου, γιὰ νὰ μὴ κυριευθῆ ἀπὸ τὴ λύπη.

Ἀμέσως τότε ὁ νεαρός μοναχὸς ἔφθασε μπροστὰ στὴ Βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων, ποὺ δὲν τὴν ἔβλεπε πλέον σὰν εἰκόνα, ἀλλὰ ὡς ὁλοζώντανη μορφή, ἡ ὁποία ἄστραφτε ἀπὸ δόξα καὶ λαμπρότητα.

Τότε ἔπεσε καταγῆς καὶ φώναζε κλαίγοντας:

–Συγχώρεσέ με, Μανούλα μου… Δέσποινά μου, μὴ μὲ ἐγκαταλείπεις!

Κι ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε μὲ τὴ γλυκύτατη φωνή της:

–Γιατί ἀπελπίζεσαι; Ἔχε τὴν ἐλπίδα σου σ’ ἐμένα.

Καί, καθώς στράφηκε ἡ Παντάνασσα στὸν οὐράνιο ἀπεσταλμένο – ὁδηγό του, εἶπε:

-Πᾶρε τον τώρα στὸν τόπο του, γιὰ ν’ ἀγωνίζεται καὶ νὰ ἔχη τὴν ἐλπίδα του σ’ ἐμένα.

Ἔτσι ὁ ὅσιος Ἰωσὴφ ἐπέστρεψε «στὸν τόπο του» καὶ συνέχισε τοὺς σκληρούς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες του ἔχοντας ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη τὴν προσταγὴ τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία τοῦ ζήτησε ν’ ἀγωνίζεται καὶ νὰ ἔχη τὴν ἐλπίδα του σ’ Ἐκείνη.

«Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἔκαμαν πολλὰ ἐγκώμια εἰς τὴν Παναγία μας. Μὰ ἐγὼ ὁ πτωχός, ὁμολογοῦσε ὁ ὅσιος Ἰωσὴφ, δὲν ηὗρα πιὸ ὡραῖον καὶ πλέον γλυκύτερον ἐγκώμιον νὰ τὴν ὀνομάσω, ὡς τὸ νὰ τὴ φωνάζω εἰς κάθε στιγμή: “Μάνα μου! Γλυκειά μου Μανούλα!”».

Ἡ ἀγάπη τοῦ γέροντος Ἰωσὴφ πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο ἦταν ἀνώτερη ἀπὸ κάθε περιγραφή. Τὴν παρακαλοῦσε ἀπὸ καιρὸ νὰ τὸν πάρη, νὰ ξεκουρασθῆ. Καὶ τὸν ἄκουσε ἡ Παντάνασσα! Τὸν πληροφόρησε ἕνα μῆνα πρίν ἀπὸ τὴν ἀναχώρησή του. Ἡ κοίμησή του θὰ συν­έπιπτε μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεώς της: Στίς 15 Αὐγούστου τοῦ 1959. Ἔπειτα ἀπό αὐτὴ τὴ θεία πληροφορία ὁ γέροντας ὑπέδειξε στὴ συν­οδεία του τί ἔπρεπε νὰ ἑτοιμασθῆ.

Τὴν παραμονὴ τῆς ἀναχωρήσεώς του τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ ἐκλεκτός ἐκδότης ἀπὸ τὸν Βόλο, μακαριστός ἤδη, Σωτήριος Σχοινᾶς.

– Τί κάνετε, γέροντα, πῶς εἶναι ἡ ὑγεία σας;

– Αὔριο, Σωτήρη, ἀναχωρῶ γιὰ τὴν αἰώνια πατρίδα. Ὅταν ἀκούσης τίς καμπάνες, νά θυμηθῆς τά λόγια μου αὐτά.

Τό βράδυ στήν ἀγρυπνία τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας, ἔψαλε ὅσο μποροῦσε μαζὶ μὲ τοὺς πατέρες. Στή θ. Λειτουργία, τήν ὥρα πού κοινωνοῦσε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια εἶπε: «ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου».

Ξημέρωσε ἡ 15η Αὐγούστου. Ὁ γέροντας κάθησε στὴ μικρή του πολυθρόνα, στὴν αὐλὴ τοῦ ἡσυχαστηρίου. Περίμενε τήν ὥρα καί τή στιγμή… Ἦταν σίγουρος γιά τήν πληροφορία, πού τοῦ ἔδωσε ἐδῶ καί ἕνα μῆνα ἡ Θεοτόκος. Βλέποντας ὅμως τήν ὥρα νά περνᾶ καί τόν ἥλιο ν’ ἀνεβαίνη, ἄρχισε ν’ ἀδημονῆ, νὰ στενοχωριέται. Εἶναι ἡ τελευταία ἐπίσκεψη τοῦ πονηροῦ, γιά νά τοῦ δημιουργήση σύγχυση καί ταραχή. Φωνάζει τότε τόν π. Ἐφραίμ καί τοῦ λέει:

Παιδί μου, γιατί ἀργεῖ ὁ Θεός νά μέ πάρη; Ὁ ἥλιος ἀνεβαίνει κι ἐγώ εἶμαι ἀκόμη ἐδῶ!

Βλέποντας ἐκεῖνος τόν γέροντά του νά θλίβεται καί ν’ ἀγωνιᾶ, τοῦ ἀπαντᾶ:

Γέροντα, μή στενοχωριέστε, τώρα θά κάνουμε «εὐχή» καί θά φύγετε.

Παρηγορήθηκε μ’ αὐτό! Σταμάτησαν τά δάκρυά του. Σὲ λίγο εἶπε στόν π. Ἐφραίμ:

Κάλεσε τούς πατέρες νά βάλουν μετάνοια, γιατί ἐγώ φεύγω.

Οἱ ἀδελφοί ἔβαλαν τήν τελευταία μετάνοια. Ἔπειτα προσήλωσε ἐπὶ δύο λεπτὰ τὰ μάτια στὸν οὐρανό. Κατόπιν γύρισε, σὰν ἀπὸ ἔκσταση καὶ μὲ νηφαλιότητα εἶπε: Ὅλα τελείωσαν, φεύγω, ἀναχωρῶ… Εὐλογεῖτε.

Μέ τίς λέξεις αὐτές ἔγειρε τό κεφάλι δεξιά, ἀνοιγόκλεισε δυό-τρεῖς φορές τό στόμα καί τά μάτια, καί παρέδωσε τό πνεῦμα στά χέρια Ἐκείνου, τόν ὁποῖον πόθησε καί ὑπηρέτησε πιστά ἀπό τά νεανικά του χρόνια».

  Next Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ