Του πρωτοπρεσβυτέρου και εφημέριου του Ι.Ν Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας Ευβοίας Στέφανου Στεφόπουλου
Η παρουσία της Παναγίας στο ελληνικό δημοτικό τραγούδι είναι βαθιά ριζωμένη, πολυδιάστατη και αποτυπώνει ανάγλυφα τη ζωντανή σχέση του ανθρώπου με τον Θεό.
Στη λαϊκή συνείδηση, η Θεοτόκος δεν αποτελεί μια απόμακρη, αυστηρή θεολογική μορφή, αλλά την απόλυτη Μάνα, την προστάτιδα, τη μεσίτρια και τη συμπαραστάτρια σε κάθε ανθρώπινο πόνο.
Η Μητέρα του Χριστού και η Μάνα του Κόσμου.
Στα δημοτικά τραγούδια —και ιδιαίτερα στα μοιρολόγια— η Παναγία προβάλλεται πρωτίστως ως η πονεμένη μητέρα. Ο λαϊκός ποιητής ταυτίζει τον δικό του θρήνο με τα Πάθη της Θεοτόκου κάτω από το Σταυρό.
Στα τραγούδια της Μεγάλης Παρασκευής (όπως το γνωστό «Σήμερα μαύρος ουρανός»), η Παναγία θρηνεί τον Γιο της με λόγια που θυμίζουν κάθε Ελληνίδα μάνα που αποχαιρετά το παιδί της. Αυτή η ανθρώπινη διάσταση του πόνου της , που ίσως να τη χαρακτηρίζει και μιά δικαιολογημένη δόση υπερβολής, την κάνει προσιτή στο λαό που νιώθει ότι η Παναγία καταλαβαίνει τη θλίψη του, γιατί την έζησε και η ίδια.
Παράλληλα, η Παναγιά είναι το καταφύγιο στις δύσκολες στιγμές της καθημερινότητας. Στα ακριτικά, τα κλέφτικα και τα τραγούδια της ξενιτιάς, οι ήρωες και οι ξενιτεμένοι επικαλούνται το όνομά της για προστασία.
Στον πόλεμο οι αγωνιστές ζητούν τη χάρη της για να τους δώσει δύναμη και να τους φυλάξει από το βόλι του εχθρού.
Στην ξενιτιά και τη θάλασσα οι ναυτικοί και οι ταξιδιώτες την παρακαλούν να ημερέψει τα κύματα και να τους οδηγήσει σώους στην πατρίδα.
Στην αρρώστια και την αδικία ακόμα, αποτελεί την τελευταία ελπίδα, την «Γοργοεπήκοο» που προστρέχει αμέσως.
Η λαϊκή φαντασία δεν διστάζει να εντάξει την Παναγία στο φυσικό ελληνικό τοπίο. Τη συναντάμε σε ξωκλήσια, ράχες, βουνά και ακρογιαλιές, παίρνοντας τοπωνυμικά προσωνύμια (Παναγιά η Θαλασσινή, Παναγιά η Καλαμιώτισσα, Παναγιά η Μεγαλομάτα, Παναγία η Κανάλα, Παναγία η Εκατονταπυλιανή).
Συχνά στα τραγούδια εμφανίζεται να υφαίνει, να προσεύχεται ή να περπατά στα μονοπάτια του χωριού, οικεία και αγαπημένη.
Η Παναγία μας από νωρίς συνδέθηκε με την Ιστορία του Έθνους ως η Υπέρμαχος Στρατηγός. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης, της Αγιάς Σοφιάς, της Θεσσαλονίκης και οι εθνικές δοκιμασίες αποτυπώνονται με την Παναγία να δακρύζει ή να παρηγορεί τον λαό ενώ αρκετές φορές δικαιολογεί με τις ενέργειές Της το ρόλο της ως “Στρατηγού”!
Εν κατακλείδι, η αναφορά της Παναγίας στο δημοτικό τραγούδι συμπυκνώνει την ψυχοσύνθεση του ελληνικού λαού.
Είναι το πρόσωπο όπου η πίστη συναντά την ανθρωπιά, και η θεϊκή χάρη γίνεται ζεστή, προσιτή, μητρική αγκαλιά.
Ορισμένα από τα πιο χαρακτηριστικά δημοτικά τραγούδια που περιλαμβάνουν αναφορές στην Παναγία, χωρισμένα ανά κατηγορία ακολουθούν παρακάτω.
1. Θρησκευτικά τραγούδια & Μοιρολόγια της Παναγίας.
«Σήμερα μαύρος ουρανός» (Το Μοιρολόι της Παναγίας): Από τα λαοφιλέστερα τραγούδια της Μεγάλης Εβδομάδας. Περιγράφει τον θρήνο της Παναγίας που ψάχνει τον Γιο της και παρακολουθεί τη Σταύρωση.
“Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται..
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για τον Μονογενή της”. (domnasamiou.gr)
2. Ιστορικά & Θρήνοι της Άλωσης.
«Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης».
Το εμβληματικό τραγούδι για την πτώση της Κωνσταντινούπολης, όπου η Παναγία και οι εικόνες δακρύζουν, μέχρι να ακουστεί η παρηγορητική υπόσχεση: «Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις…».
“Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια
σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι.
…
Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ άγια…γιατί ναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
…
Η Δέσποινα ταράχτηκε κι εδάκρυσαν οι εικόνες “σώπασε κυρα Δέσποινα και μη πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ναι”” (stixoi.info)
Άλλο πάλι σχετικό με την άλωση της Πόλης το “Πήραν την Πόλη, πήραν την» (Θρήνος της Άλωσης).
Εδώ σταματά η λειτουργία στην Αγιά Σοφιά και η Παναγία δακρύζει, αλλά δίνεται και η ελπίδα.
“Πήραν την Πόλην πήραν την, πήραν τη Σαλονίκη
Πήραν και την Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι…
Να κι η κυρά η Παναγιά στην πόρτα πάει στάθη και στους μαστόρους έλεγε και στους μαστόρους λέει
‘Μάστοροι μη δουλεύετε μη χάνετε τον κόπο , κι δω κκλησιά δε γίνεται και μέγα μοναστήρι.
Θα γίνει τούρκικο τζαμί να προσκυνούν οι κλεφτις να προσκυνάει Αλή πασάς…”. (domnasamiou.gr)
3. Κλέφτικα & Ακριτικά.
Ήρωες επικαλούνται τη χάρη της σε στιγμές κινδύνου ή μάχης για να πάρουν δύναμη.
Σε πολλές παραλλαγές κλέφτικων τραγουδιών, οι αγωνιστές τάζουν λαμπάδες και τάματα στην Παναγία (π.χ. στην Παναγιά τη Χρυσοσπηλιώτισσα ή τη Μεγαλόχαρη) για να βγουν νικητές
“…να γλιτώσουν απ’ το βόλι και το σπαθί του εχθρού,
κι εμείς να σου ανάψουμε λαμπάδα ίσα με το μπόι σου”.
Όπως και στα παρακάτω κλέφτικα τραγούδια
“Τάμα στην Παναγία” –
“…κι ένα κομμάτι σύννεφο, Παναγια μου, μας πήρε το ποτάμι…Κι αν γλυτώσω το κεφάλι μου , θα σου κανω τάμα, ασημένιο μου καντήλι και χρυσό μαλαματένιο” και
«Παναγιά μου Μεγαλόχαρη, από τη Μαλεβή,
φύλαξε τα παλικάρια μας, τη λεβεντιά αυτή.
Βάλε το χέρι σου, Κυρά, το θαυματουργικό σου…”.
4. Τραγούδια της Ξενιτιάς & της Θάλασσας.
«Παναγιά μου Θαλασσινή». Επίκληση των ναυτικών και των συγγενών τους προς την Παναγία να γαληνεύσει τα κύματα και να φέρει πίσω τους ξενιτεμένους.
«Παναγιά μου Θαλασσινή, που κυβερνάς τα κύματα,
κοίταξε το καράβι του, γαλήνεψε τη μπόρα.
Φέρε το παλικάρι μου σώο στην αγκαλιά μου,
κι εγώ θα ‘ρθω στο ξωκλήσι σου, να κάψω το λιβάνι.»
Πολλές άλλες αιτίες, όμως, οδηγούν το λαό μας σε διάφορους τόπους να εκφράζουν με τους παραδοσιακούς στίχους τον πόνο τους, τα βάσανα και τις ανησυχίες τους, τους φόβους και τις ευχές τους και να ζητούν από το γλυκύτατο πρόσωπο της Παναγίας μας το ποθούμενο. Ή απλά γιά να τιμήσουν την πανίερη Μεγάλη Μάνα.
Ας κάνουμε στο σημείο αυτό ένα σύντομο σεργιάνι στην παράδοσή μας. (domnasamiou.gr)
Στην Τήνο :
“Ώ Παναγιά μου Τηνιακιά, με τα πολλά καντήλια, γιάτρεψε το παιδάκι μου , να σου τα κάμω χίλια”.
Στην Άνδρο : “Αγία Θαλασσινή”.
“Το ταπεινό εκκλησάκι Σου, μητέρα του Θεού μας
μας παίρνει την ψυχή μας μας παίρνει και το νου μας.
Ανήμερα στη χάρη Σου πλήθη το πλημμυρίζουν,
στα εννιάμερα της Παναγιάς σαν Σε πανηγυρίζουν”.
Στη Νάξο :
“Την Παναγιά παρακαλώ και λέω τση να ραίνει
με τη ντροσά του ουρανού όλη την οικουμένη.
Την Παναγιά παρακαλώ βάλσαμο να σταλάζει,
στου πονεμένου την καρδιά που βαριαναστενάζει”.
Στη Ρόδο :
“Έλα Παναγιά μου σώσε, νουν και λογισμόν με δώσε, νουν και λογισμόν και γνώση και γλυτσά φωνήν καμπόσην,
να θυμάμαι τα τραγούδια τα παλιά και τα καινούρια”.
Στην Κέρκυρα : “Παναγιά Δημοσιάνα”
Παναγία μου Δημοσιάνα,
βοήθειά μας και σκέπη μας,
φύλαγε τα παιδιά μας
και την ενορία μας.
Παναγιά μου, Παναγιά μου,
παρακάλεσε τον Υιό σου,
να μας δίνει την υγεία
και το πλούσιο το έλεός Του.
Στην Κεφαλονιά : (καντάδα)
“Παναγιά μου, Αγνή Παρθένε,
των Κεφαλλήνων το καύχημα,
σκέπε, φρούρει, φύλαττέ μας
από κάθε δυστύχημα.
Στο δικό σου το πανηγύρι
τρέχουν όλοι με χαρά,
να σου φέρουνε λουλούδια
και κεριά λαμπερά”.
Στη Ζάκυνθο :
“Παναγιά μου Χρυσοπηγή,
του νησιού μας η καταφυγή,
άκουσε τη δέησή μας
κι εύλογε τη ζωή μας.
Με τσ’ αριέττες και τα τραγούδια
έρχονται οι Ζακυνθινοί,
να σου πουν το «Χαίρε» αγγελικά
με μια γλυκιά φωνή”.
Στην Πελοπόννησο : «Καλαμιώτισσα».
“Παναγιά μου Καλαμιώτισσα,
κι αϊ-συμπαθητικιά,
που ‘σαι ψηλά στα ‘λάτια,
να μας λυπηθείς.
Παναγιά μου, τη βοήθεια σου,
κι αϊ-συμπαθητικιά,
στείλε μας στα ξένα,
να ‘μαστε καλά.
Παναγιά μου, φύλαγέ μας,
κι αϊ-συμπαθητικιά,
από κακό και πόνο,
και βαρειά αρρώστια”.
Άλλα, ίσως από τα πιό βαθιά σε νοήματα τραγούδι, αυτό με τον διάσημο πια στίχο με την ποιητική δύναμη και ομορφιά, «Έχε γειά Παναγιά».
Η επίκληση στην Παναγία εδώ λειτουργεί σαν εξομολόγηση. Δεν πρόκειται για μια τυπική θρησκευτική προσευχή, αλλά για έναν ανθρώπινο αποχαιρετισμό. Ο άνθρωπος στρέφεται στη Θεοτόκο όπως θα μιλούσε στη δική του μάνα ή σε έναν δικό του άνθρωπο, για να της εμπιστευτεί την απογοήτευση, την απουσία ή το τέλος μιας μεγάλης προσδοκίας.
Η Παναγία είναι παρούσα στις χαρές και στις λύπες, ακούει τις κουβέντες μας («τα μιλήσαμε») και γίνεται μάρτυρας των πιο κρυφών μας ελπίδων.
«Όνειρο ήτανε».
Η παραδοχή της διάψευσης. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που έζησε ή ονειρεύτηκε ο ποιητής (ένας έρωτας, μια πατρίδα, μια ελπίδα, μια οπτασία), αποδείχθηκε εφήμερο, σαν μια αστραπή που πέρασε και χάθηκε.
Είναι η ίδια πικρή ομορφιά που συναντάμε συχνά στο δημοτικό τραγούδι και στη νεότερη ελληνική ποίηση: η στιγμή που η ομορφιά της ζωής και το θαύμα αγγίζουν τα όρια του παραμυθιού, αφήνοντας πίσω τους μια γλυκιά μελαγχολία.
Μέσα στους ίδιους αυτούς στίχους διαψεύδονται και τα μεγάλα εθνικά οράματα. Η Παναγία είναι η “Υπέρμαχος Στρατηγός”, η μορφή που στο ελληνικό υποσυνείδητο έχει συνδεθεί με το θείο θαύμα, την προστασία και τα μεγάλα ιδανικά (τη Ρωμιοσύνη, τις προσδοκίες για μια δοξασμένη Ελλάδα). Το να της λέει ο ποιητής «όνειρο ήτανε, τα λησμονήσαμε», αποτελεί μια πικρή, συλλογική παραδοχή. Είναι η στιγμή που το έθνος παραδέχεται πως τα μεγάλα του οράματα, οι ελπίδες ή οι ουτοπίες του ήταν απλώς ψευδαισθήσεις.
Όμως ο λαός μας δεν ξεχνά τις αλησμόνητες πατρίδες αλλά συνεχίζει να ελπίζει και να περιμένει πως μιά μέρα , με τη χάρη της Υπερμάχου θα γυρίσει στις πατρογονικές του εστίες.
“Σώπασε κυρα Δέσποινα και μη πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θά ναι”.
Εκ των πλέον εμβληματικών στίχων σε ολόκληρη την ελληνική λαϊκή παράδοση. Προέρχονται από το περίφημο δημοτικό τραγούδι «Πήραν την Πόλη, πήραν την» (ο Θρήνος της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης το 1453).
Στο πλαίσιο του δημοτικού τραγουδιού, η αναφορά στην Παναγία περικλείει μια βαθιά συμβολική και ψυχολογική λειτουργία:
1. Την Παναγία ως τη Μητέρα-Προστάτιδα που Πονά.
Η «Κυρά Δέσποινα» δεν αντιμετωπίζεται ως μια απρόσιτη θεότητα, αλλά ως η «μάνα» της Κωνσταντινούπολης και ολόκληρου του Ελληνισμού. Όταν η Πόλη πέφτει, οι εικόνες «ράγιζαν» και η Παναγία «εδάκρυσε». Ο λαϊκός ποιητής βλέπει στον θρήνο της Θεοτόκου τον δικό του αλλά και τον συλλογικό πόνο όλων των Ελλήνων.
2. Συμβαίνει μιά αξιοσημείωτη αντιστροφή των Ρόλων.
Ο Λαός Παρηγορεί τη Θεοτόκο!
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αυτών των στίχων είναι η ψυχολογική ανατροπή. Ενώ συνήθως ο άνθρωπος προσεύχεται στην Παναγία για να ζητήσει παρηγοριά, εδώ συμβαίνει το αντίστροφο: ο πονεμένος λαός, την ώρα της απόλυτης καταστροφής, βρίσκει το ψυχικό σθένος να παρηγορήσει τη δική του Παναγία («Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις”)
3. Την γέννηση της Ελπίδας και της Μεγάλης Ιδέας.
Ο δεύτερος στίχος («πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι») μετατρέπει την ήττα από συντελεσμένο γεγονός σε προσωρινή δοκιμασία. Η Παναγία γίνεται ο θεματοφύλακας της ιστορικής μνήμης. Με αυτή τη φράση, η λαϊκή ψυχή αρνείται να αποδεχτεί την οριστική απώλεια και μετατρέπει τον θρήνο σε ελπίδα ανάστασης και αποκατάστασης.
Ουσιαστικά, ο στίχος αυτός συμπυκνώνει τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τη γλυκιά μορφή της Παναγίας ως καταφύγιο στον πόνο, αλλά και ως πηγή αστείρευτης ελπίδας στις πιο σκοτεινές στιγμές της ιστορίας μας και της ζωής μας.
Χρόνια Πολλά και η Παναγιά Βοήθεια και Σκέπη και Βακτηρία για όλον τον Ελληνισμό!




