ΜΕΡΟΣ ΙΒ΄
ΑΔΙΚΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ
Τὴν ἴδια χρονιὰ ποὺ ἐξέδωσε τὸ ἐγχειρίδιό του ὁ Νικόλαος Ἀνδρουλάκης, ὁ προαναφερθεὶς Γερμανὸς καθηγητὴς Ποινικοῦ Δικαίου Ἔμπερχαρντ Σμιντχόιζερ (Eberhard Schmidhauser) [1], εἶχε δημοσιεύσει μία βαρυσήμαντη μελέτη γιὰ τὴν αὐτοκτονία καὶ τὴν συμμετοχὴ σὲ αὐτὴν ἀπὸ ποινικοδικαιικὴ σκοπιὰ [2]. Σὲ αὐτὴν ἐκφράζει τὴν ἄποψη ὅτι ἐπέστη ὁ χρόνος νὰ θεσπισθεῖ καὶ στὴν Γερμανία τὸ ἀξιόποινο τῆς συμμετοχῆς σὲ αὐτοκτονία, ἡ ὁποία, ὅμως, παρέμεινε μέχρι σήμερα ἀτιμώρητη στὸν Ποινικὸ Κώδικα αὐτῆς τῆς χώρας [3]. Τὸ κεντρικό του ἐπιχείρημα ἦταν τὸ ἀκόλουθο:
«Μία κοινωνικὴ ὀντότητα ποὺ παίρνει στὰ σοβαρὰ τὸν ἑαυτό της δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαρτᾶ τὴν ὕπαρξή της ἀπὸ τὶς ὀρέξεις τοῦ κάθε πολίτη, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἀξιώνει ἀπὸ ὅλα τὰ μέλη της νὰ σέβονται τὸ ἀγαθὸ τῆς ζωῆς καὶ νὰ ἀντιστέκονται ἀκόμη καὶ στὸν πειρασμὸ νὰ αὐτοκτονήσουν (τοῦτο δὲ σὲ ἀπόλυτη σύμπνοια μὲ τὴν καντιανὴ κατηγορικὴ προσταγή, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζεται ἡ ἀξία τῆς συνέχισης τῆς ἀνθρωπότητας)» [4].
Σημειωτέον, ἡ θέση ὅτι ἡ αὐτοκτονία ἀποτελεῖ ἀδικία σὲ βάρος τῆς πόλης εἶχε διατυπωθεῖ ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη στὰ Ἠθικὰ Νικομάχεια. Στὸ 5ο βιβλίο τοῦ ἔργου του [5] τόνιζε τὰ ἑξῆς: «Ὅσο γιὰ τὸ ἂν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀδικεῖ τὸν ἑαυτό του ἢ ὄχι, εἶναι κάτι ποὺ γίνεται φανερὸ ἀπὸ ὅσα εἴπαμε πιὸ πάνω. Μία πρώτη, πράγματι, κατηγορία δίκαιων πράξεων ἀποτελοῦν αὐτὲς ποὺ ὁρίζονται ἀπὸ τὸν νόμο στὸ πλαίσιο τῶν ἐπιμέρους ἀρετῶν. Παράδειγμα: ὁ νόμος δὲν διατάζει κανένα νὰ αὐτοκτονήσει, αὐτὰ ὅμως ποὺ δὲν τὰ διατάζει, τὰ ἀπαγορεύει. Ἐπίσης: Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος, παραβιάζοντας τὸν νόμο, προκαλεῖ μὲ τὴ θέλησή του βλάβη σὲ κάποιον ἄλλον (ὄχι γιὰ νὰ ἀνταποδώσει τὴ βλάβη ποὺ ἐκεῖνος τοῦ προξένησε), ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀδικεῖ – μὲ τὴ θέλησή του ἐνεργεῖ αὐτὸς ποὺ ξέρει καὶ ποιὸν βλάπτει καὶ μὲ τί μέσο τὸν βλάπτει. Αὐτὸς ὅμως ποὺ μέσα στὴν ὀργή του σφάζει τὸν ἑαυτό του, κάνει τὸ πρᾶγμα αὐτὸ μὲ τὴ θέλησή του ἀντίθετα πρὸς τὸν ὀρθὸ λόγο, κάτι ποὺ ὁ νόμος δὲν τὸ ἐπιτρέπει. Ὁ ἄνθρωπος, ἑπομένως, αὐτὸς ἀδικεῖ. Ποιὸν ὅμως; Μήπως τὴν πόλη καὶ ὄχι τὸν ἑαυτό του; Γιατί ὅ,τι παθαίνει, τὸ παθαίνει μὲ τὴ θέλησή του, κανένας ὅμως δὲν ἀδικεῖται μὲ τὴ θέλησή του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ πόλη τοῦ ἐπιβάλλει ποινή, καὶ προβλέπεται καὶ ἕνα εἶδος στέρησης πολιτικῶν δικαιωμάτων γιὰ τὸν αὐτόχειρα, μὲ τὸ αἰτιολογικὸ ὅτι διαπράττει ἀδικία σὲ βάρος τῆς πόλης» [6].
Πάντως, δὲν πρέπει νὰ παροραθεῖ ἕνας σημαντικὸς ἀντίλογος ποὺ ἔχει διατυπωθεῖ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν ἐπικριτῶν μίας τέτοιας κολεκτιβιστικῆς θεώρησης τῆς αὐτοκτονίας: [7] Στὴν πραγματικότητα ἐκεῖνο ποὺ ἐνοχλεῖ τοὺς κολεκτιβιστές, ὥστε νὰ φθάνουν σὲ σημεῖο νὰ ἀντιμετωπίζουν τὴν αὐτοκτονία ὡς ἀδικοπραγία κατὰ τῆς κοινωνίας, εἶναι ὅτι ὁ αὐτόχειρ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ἐξουσία κομμάτι τῆς ἰσχύος της. Μάλιστα, θίγει τὴν κυριαρχικὴ ἀξίωση ποὺ ἔχει τὸ κράτος ἀπέναντι στοὺς πολίτες σὲ πολὺ μεγαλύτερο βαθμὸ ἀπ’ ὅ,τι ἕνας ἐγκληματίας, διότι ὁ αὐτόχειρ στερεῖ ἀπὸ τὸ κράτος τὴν δυνατότητά του νὰ πάρει ἐκδίκηση γιὰ τὴν τελεσθεῖσα πράξη του. Ἐπίσης, ὁ Μοντεσκιὲ ἀμφισβητοῦσε τὴν ὑποχρέωση τοῦ πολίτη νὰ παραμείνει μέλος μίας κοινωνίας πού, ὅταν γεννήθηκε, δὲν τὴν ἐπέλεξε. Δεδομένου δὲ ὅτι ἡ κοινωνία ἑδράζεται στὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἀμοιβαίου πλεονεκτήματος γιὰ τὴν ἴδια καὶ γιὰ τοὺς πολίτη, δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίζει τὸν δεύτερο νὰ τὴν ἀπαρνηθεῖ, ὅταν τοῦ ἔχει γίνει βάρος [8].
ΠΑΡΑΛΕΙΨΙΣ ΙΑΤΡΟΥ Ἤ ΣΥΖΥΓΟΥ ΝΑ ΣΩΣΗ ΤΟΝ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑ
Ὁ Σμιντχόιζερ, στὴν ὡς ἄνω μελέτη του, ὑποστήριζε ἀκόμη ὅτι, ἀπὸ πρακτικὴ ἄποψη, τὸ καθῆκον κάθε ἀνθρώπου νὰ παραμένει ζωντανὸς ἀποτελεῖ διαρκῆ προϋπόθεση τῆς κοινωνίας, ἀντανακλᾶται δὲ στὶς συχνὲς καὶ ἀρκούντως οἰκεῖες ἐπεμβάσεις ποὺ ἐπιβάλλεται νὰ πραγματοποιοῦν οἱ ἀστυνομικοί, οἱ πυροσβέστες, οἱ ἰατροὶ καὶ τὸ προσωπικὸ τῶν νοσοκομείων (ἐνίοτε καὶ πρὸ τῆς διάπραξης τῆς αὐτοκτονίας, τὶς περισσότερες φορὲς ὅμως μετὰ τὴν ὁλοκληρωμένη ἀπόπειρά της, καὶ δὴ ἀκόμη καὶ στὶς περιπτώσεις ποὺ ὁ αὐτόχειρ ἔχει ἀφήσει πίσω του ἕνα ἀποχαιρετιστήριο γράμμα, στὸ ὁποῖο ἔχει ἀποτυπώσει τὴν καλοζυγισμένη βούλησή του νὰ τερματίσει τὴν ζωή του)».
Ἐνῶ, ὅμως, στὸν 20ό αἰώνα τὸ γερμανικὸ Ἀκυρωτικὸ δεχόταν, κατὰ κανόνα, ὅτι τελεῖ ἀνθρωποκτονία μὲ δόλο (ἢ ἀνθρωποκτονία κατ’ ἀπαίτηση) διὰ παραλείψεως ὁ οἰκογενειακὸς γιατρὸς ποὺ δὲν λαμβάνει τὰ ἀναγκαῖα μέτρα γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ζωῆς τῆς αὐτόχειρος, σεβόμενος ἐπὶ παραδείγματι τὴν ἐπιθυμία της «νὰ πάει νὰ βρεῖ τὸν Πετράκο της», δηλ. τὸν λατρευτό της σύζυγο ποὺ εἶχε προαποβιώσει (ὑπόθεση Wittig [9]), στὸν 21ο αἰώνα τὸ δικαστήριο αὐτὸ πραγματοποίησε στροφὴ 180 μοιρῶν καὶ πλέον δέχεται ὅτι αὐξημένης βαρύτητος γιὰ κάθε πολίτη εἶναι τὸ δικαίωμα στὸν αὐτοκαθορισμό, ἀκόμη κι ὅταν πρόκειται γιὰ ἀποφάσεις ποὺ ἀφοροῦν τὴν ζωή του [10].
Συνεπῶς, ὁ ἰατρὸς ποὺ παραμένει ἄπρακτος δίπλα στὸν ἀναίσθητο αὐτόχειρα, περιμένοντας πότε θὰ ξεψυχήσει, θεωρεῖται ὅτι δὲν εἶναι ποινικὰ ὑπεύθυνος γιὰ τὸν ἐπελθόντα θάνατο τοῦ αὐτόχειρος, οὔτε κἄν γιὰ παράλειψη προσφορᾶς βοήθειας (ἄρ. 307 ΠΚ), ἐφόσον ἡ αὐτοκτόνος ἀπόφαση ἦταν καλοζυγισμένη καὶ δὲν ὀφειλόταν σὲ παροδικὲς περιστάσεις (Bilanzsuizid) [11]. Ἴδια θὰ ἦταν ἡ προσέγγιση ἄν, στὴν θέση τοῦ ἄπρακτου οἰκογενειακοῦ ἰατροῦ, βρισκόταν ἕνα ἄλλο πρόσωπο (π.χ. σύζυγος ἢ τέκνο), ποὺ κατ’ ἀρχὴν βαρύνεται μὲ τὴν ἰδιαίτερη νομικὴ ὑποχρέωση νὰ ἀποτρέπει τοὺς κινδύνους κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ θύματος. Καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση, τὸ προβάδισμα θὰ ἀναγνωριζόταν ὑπὲρ τῆς ἀτομικῆς βούλησης τοῦ αὐτόχειρος [12].
Ὡς πρὸς τὴν παράλειψη τοῦ ἰατροῦ ἢ τοῦ συζύγου νὰ ἀποτρέψει τὸν θάνατο τοῦ ἀναίσθητου, ἀλλὰ ἀκόμη ζωντανοῦ αὐτόχειρος ὑποστηρίχθηκε τελευταίως στὸ πλαίσιο τῆς ἑλληνικῆς ποινικῆς ἐπιστήμης [13] ἡ ἄποψη ὅτι «τέτοιες παραλείψεις δὲν τυποποιοῦνται στὴν συγκεκριμένη διάταξη» τοῦ ἄρ. 301 ΠΚ, μὲ βάση τὴν ὁποία τιμωρεῖται ἡ συμμετοχὴ σὲ αὐτοκτονία καί, εἰδικότερα, ἡ κατάπειση ἄλλου νὰ αὐτοκτονήσει ἢ ἡ παροχὴ βοήθειας «κατὰ τὴν τέλεση» τῆς αὐτοκτονίας, «ἡ ὁποία διαφορετικὰ δὲν θὰ ἦταν ἐφικτή»· ἀφοῦ ἡ βοήθεια πρέπει νὰ δίδεται ὁπωσδήποτε κατὰ τὴν τέλεση τῆς αὐτοκαταστροφικῆς ἐνέργειας τοῦ αὐτόχειρος, δὲν νοεῖται, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη αὐτή, ἀξιόποινη παράλειψη μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς αὐτοκτόνου πράξεως.
Παράλληλα ὑποστηρίζεται ὅτι «συμμετοχὴ σὲ αὐτοκτονία μὲ παράλειψη δὲν εἶναι νοητή, καθὼς μία τέτοια θεώρηση ἀντιβαίνει στὸ συνταγματικὰ ἀναγνωρισμένο δικαίωμα αὐτοπροσδιορισμοῦ τοῦ ἀτόμου. Τὸ καθῆκον βοηθείας παύει νὰ ὑπάρχει […] ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὑπάρχει ἀντίθετη βούληση τοῦ αὐτόχειρα» [14]. Μὲ τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, δὲν μπορεῖ νὰ στοιχειοθετηθεῖ εὐθύνη τοῦ ἄπρακτου ἰατροῦ ἢ συζύγου οὔτε γιὰ τὸ ἔγκλημα τῆς ἀνθρωποκτονίας μὲ δόλο τελεσθείσας διὰ παραλείψεως. Ἡ ἄποψη αὐτὴ συμπλέει μὲ ἐκείνη ποὺ ὑποστηρίζεται στὸ πλαίσιο τῆς γερμανικῆς ποινικῆς ἐπιστήμης, ὅπου τονίζεται ὅτι ἡ ἀντίθετη βούληση τοῦ αὐτόχειρος ἀποδεσμεύει τὸν ἰατρὸ ἢ τὸν σύζυγο ἀπὸ τὸ ἐγγυητικὸ (προστατευτικὸ) καθῆκον του [15].
Εἰδικὰ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν μὴ ἀποτροπὴ αὐτοκτονίας τοῦ συζύγου ἀξίζει νὰ ἀποτυπωθεῖ ἐδῶ μία ἀπόφαση τοῦ γερμανικοῦ Ἀκυρωτικοῦ ποὺ εἶχε ἐκδοθεῖ στὶς 12.2.1952: [16] Ὁ σύζυγος τῆς κατηγορουμένης εἶχε κρεμασθεῖ μὲ σχοινὶ λόγῳ τῶν διαρκῶν συζυγικῶν ρήξεων καὶ τῶν ἐν γένει προβλημάτων ποὺ ἀντιμετώπιζε στὸ σπίτι του. Μόλις ἡ γυναίκα του τὸν βρῆκε κρεμασμένο, ἀλλὰ σὲ κατάσταση κατὰ τὴν ὁποία ἦταν ἀκόμη ἐφικτὴ ἡ διάσωσή του, ἔμεινε ἀδρανής, ἀποδεχόμενη τὴν ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων.
Τὸ δικαστήριο ἀπεφάνθη ὅτι εὐθύνη γιὰ τὴν παράλειψη αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ στοιχειοθετηθεῖ οὔτε βάσει τῆς διατάξεως περὶ ἀνθρωποκτονίας ἐκ προθέσεως οὔτε βάσει τῆς διατάξεως περὶ συμμετοχῆς σὲ αὐτοκτονία. Καὶ τοῦτο, διότι ὑπὸ τὸ πρῖσμα μίας φιλελεύθερης κοινωνίας, στὸ πλαίσιο τῆς ἔγγαμης συμβίωσης ἀμφότεροι οἱ σύζυγοι ἔχουν ἴσα δικαιώματα καὶ ἴσο βαθμὸ ἐλευθερίας νὰ διαμορφώνουν τὴν βούλησή τους καὶ νὰ λαμβάνουν ἀνάλογες ἀποφάσεις μετὰ ἀπὸ στάθμιση τῶν ἑκάστοτε περιστάσεων, ὁπότε δὲν μποροῦν νὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ συνεχίσουν νὰ ζοῦν μέσα σὲ ἕνα ἐνδεχομένως μαρτυρικὸ γι’ αὐτοὺς γάμο. Τὸ ὅτι τὸ θῦμα, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ μαρτύριο, ἐπέλεξε ἕνα μέσο εὑρισκόμενο σὲ προφανῆ δυσαναλογία πρὸς τὸν ἐπιτευχθέντα σκοπό, ἐνῶ λ.χ. θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἁπλῶς ἐγκαταλείψει τὴν συζυγικὴ ἑστία, εἶναι δική του ὑπόθεση καὶ δὲν μπορεῖ νὰ καταλογισθεῖ στὸν παραλείψαντα νὰ ἐπέμβει σύζυγο. Ἐπὶ τῇ βάσει, μάλιστα, αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος τίθεται ἐκτὸς συζητήσεως καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρ. 307 ΠΚ περὶ παραλείψεως προσφορᾶς βοήθειας σὲ περίπτωση αὐτοκτονίας, μὲ τὸ σκεπτικὸ ὅτι ἡ οἰκεία διάταξη δὲν ὑποχρεώνει τρίτους σὲ παροχὴ βοήθειας, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ ἀντίθετη βούληση τοῦ κινδυνεύοντος.
Ὡστόσο, στὴν ἑλληνικὴ ποινικὴ ἐπιστήμη ἔχει διατυπωθεῖ καὶ ἡ ἀντίθετη ἄποψη: [17] «ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ αὐτόχειρας παύει νὰ κυριαρχεῖ στὸ ἀποτέλεσμα τοῦ θανάτου του, γιατί, εὑρισκόμενος πλέον σὲ κωματώδη κατάσταση, δὲν πράττει οὔτε παραλείπει, ἡ κυριαρχία πάνω στὴν αἰτιώδη διαδρομὴ ἐπέλευσης τοῦ ἀποτελέσματος» καί, ἑπομένως, ἡ δυνατότητα ἀποτροπῆς τοῦ θανάτου ἀνήκει πιὰ στὸ πρόσωπο ἐκεῖνο ποὺ ἐπέχει θέση ἐγγυητῆ τῶν ἐννόμων ἀγαθῶν τοῦ θύματος», ὁπότε ἐκεῖνος ποὺ βρίσκει τὴν αὐτόχειρα σύζυγό του «ἀναίσθητη στὸ πάτωμα καὶ δὲν καλεῖ τὶς πρῶτες βοήθειες ἢ δὲν κλείνει τὴ στρόφιγγα τοῦ γκαζιοῦ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὰ ἐγκλήματα βλάβης ἢ διακινδύνευσης τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς (ἄρ. 299, 302, 306 ΠΚ)».
Οἱ θιασῶτες τῆς ἀντίθετης ἄποψης θὰ ἀντέτειναν, βεβαίως, ἐδῶ ὅτι κρίσιμο δὲν εἶναι μόνο τὸ ὅτι, τὴν δεδομένη στιγμή, ἡ κυριαρχία ἐπὶ τῆς αἰτιώδους διαδρομῆς ἀνήκει ἀποκλειστικῶς στὸν σύζυγο ποὺ βρίσκει ἀναίσθητο τὸν ἄνθρωπό του, ἀλλὰ ἂν αὐτὸς ὁ τελευταῖος, κατόπιν «ὡρίμου σκέψεως», εἶχε λάβει τὴν ἀπόφαση νὰ ἐγκαταλείψει τὰ ἐγκόσμια, ὁπότε θὰ πρέπει νὰ γίνει σεβαστὴ ἡ αὐτοκτόνος ἀπόφαση [18]. Ἐπίσης, κατὰ τῆς τιμώρησης ὡς διὰ παραλείψεως, ἐκ προθέσεως ἀνθρωποκτόνου τοῦ συζύγου ποὺ παραμένει ἀδρανὴς μπροστὰ στὸ θέαμα τοῦ ἀναίσθητου αὐτόχειρος, ἔχει προβληθεῖ καὶ τὸ ἀκόλουθο πειστικὸ ἐπιχείρημα ποὺ φωτίζει μία ἀξεπέραστη δογματικὴ ἀντινομία: «Δὲν μπορεῖ ὁ σύζυγος ποὺ συμβάλλει θετικὰ στὴν αὐτοκτονία νὰ τιμωρεῖται μὲ φυλάκιση», ἀλλὰ «στὴ συνέχεια, ἂν παραλείψει νὰ σώσει τὸν αὐτόχειρα μόλις αὐτὸς χάσει τὶς αἰσθήσεις του, νὰ εὐθύνεται πλέον γιὰ ἀνθρωποκτονία μὲ παράλειψη», διότι «θὰ εἶχε ἔτσι προνομιακὴ μεταχείριση ἐκεῖνος ποὺ θὰ πρότεινε τὸν πιὸ γρήγορο δρόμο πρὸς τὴν αὐτοκτονία, ὥστε νὰ μὴ εἶναι πλέον δυνατὴ ἡ σωτηρία τοῦ αὐτόχειρα» [19].
(Συνεχίζεται…)
Σημειώσεις:
[1] Πρὸ αὐτοῦ βλ. π.χ. Sauer, System des Strafrechts, Besonderer Teil, 1954, σελ. 253, στὴν θέση τοῦ ὁποίου παραπέμπει ὁ Μπακατσούλας, Τὰ αἴτια τῆς αὐτοκτονίας. Ἐγκληματολογική, κοινωνιολογικὴ καὶ στατιστικὴ μελέτη μετὰ 76 στατιστικῶν πινάκων, 17 διαγραμμάτων καὶ 2 χαρτῶν, Ἀθῆναι 1965, σελ. 332: «Ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὡς συνισταμένη τῶν ὀργανικῶν καὶ ψυχικῶν αὐτοῦ λειτουργιῶν, εἶναι οὐσιαστικὸν καὶ ἀξιολογικὸν στοιχεῖον τοῦ βίου τοῦ λαοῦ· διὸ ἕκαστος ὀφείλει νὰ διαφυλάττη ταύτην ὡς παρακαταθήκην χάριν τοῦ συνόλου. Ἡ αὐτοκτονία ἄρα ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ εἰς τὸ δίκαιον».
[2] Selbstmord und Beteiligung am Selbstmord in strafrechticher Sicht, Τιμητικὸς Τόμος γιὰ τὸν Hans Welzel, 1974, σελ. 801 ἑπ., 817.
[3] Ὡστόσο, κατὰ καιροὺς ἀκούγονται κάποιες φωνὲς ποὺ ζητοῦν τὴν τυποποίηση τῆς συμμετοχῆς σὲ αὐτοκτονία ὡς ἔγκλημα κατὰ τῆς ζωῆς καὶ στὸν γερμανικὸ Ποινικὸ Κώδικα. Βλ. π.χ. Mirja Feldmann, Neue Perspektiven in der Sterbehilfediskussion durch Inkriminierung der Suizidteilnahme im Allgemeinen?, Α 2012, σελ. 498 ἑπ., 516, ἡ ὁποία τάσσεται ὑπὲρ τῆς εὐρείας προστασίας τοῦ ὑποψήφιου αὐτόχειρος, μὲ τὸ σκεπτικὸ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἀποφασίζει νὰ τερματίσει τὴν ζωή του εἶναι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, μία εὐάλωτη καὶ ἀσταθὴς προσωπικότητα, ἡ ὁποία ἀδυνατεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι ἡ αὐτοκτονία δὲν εἶναι ἡ μοναδικὴ λύση.
[4] Πάντως, τὸ ἐπιχείρημα τῆς «συνέχισης τῆς ἀνθρωπότητας» εἶναι «δίκοπο μαχαίρι», διότι κάποιοι νεομαλθουσιανιστὲς θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ ἀντιστρέψουν ἐπικαλούμενοι τὸ «πρόβλημα τοῦ ὑπερπληθυσμοῦ»: Γιὰ νὰ ἀντιμετωπισθεῖ αὐτὸ τὸ (συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως προπαγανδιζόμενο) πρόβλημα, θὰ ἀξίωναν νὰ ἀρχίσει ὁ κόσμος νὰ αὐτοκτονεῖ, μέχρι νὰ μειωθεῖ ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων τῆς γῆς σὲ ἀνεκτὰ ἐπίπεδα! Ἐπ’ αὐτοῦ βλ. Mollering, Schutz des Lebens – Recht auf Sterben. Zur rechtlichen Probleatik der Euthanasie, 1977, σελ. 24.
[5] 1138a (μτφ.: Δ. Λυπουρλής).
[6] Γιὰ τὸ ἀνάποδο ἐπιχείρημα τοῦ Ντέιβιντ Χιοὺμ (David Hume) ὅτι ἡ αὐτοκτονία εἶναι «ὁ μόνος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ εἴμαστε χρήσιμοι στὴν κοινωνία, δίνοντας ἕνα παράδειγμα πού, ἂν τὸ μιμηθοῦν κι ἄλλοι, θὰ διατηροῦσε γιὰ τὸν καθένα τὴ δυνατότητα εὐτυχίας στὴ ζωὴ καὶ θὰ τὸν ἀπάλλασσε ἀποτελεσματικὰ ἀπὸ κάθε κίνδυνο δυστυχίας» βλ. Critchley, ὅ.π., σελ. 33. Σημειωτέον ὅτι στὸ δοκίμιο τοῦ Χιοὺμ «περὶ αὐτοκτονίας», τὸ ὁποῖο περιέχεται στὸ ἐπίμετρο τοῦ βιβλίου τοῦ Critchley, ὅ.π., σελ. 107 ἑπ., ὁ Σκωτσέζος φιλόσοφος στὴν σελ. 118, ἀριθμ. 18, ἀναφέρεται στὸν ἐμβολιασμὸ κατὰ τῆς εὐλογιᾶς, σχολιάζοντας δηκτικὰ τὴν ἀντιεμβολιαστικὴ θέση: «Εἶναι ἀσέβεια, λέει ἡ γαλλικὴ δεισιδαιμονία, νὰ ἐμβολιάζεις γιὰ τὴν εὐλογιὰ ἢ νὰ σφετερίζεσαι τὴ δουλειὰ τῆς πρόνοιας, δημιουργώντας ἠθελημένα ἀσθένειες». Σχετικὰ μὲ τὰ θρησκευτικὰ ἐπιχειρήματα ποὺ ἔχουν ὑποστηριχθεῖ κατὰ τοῦ ἐμβολιασμοῦ βλ. Βαθιώτη, Ἀπὸ τὴν τρομοκρατία στὴν πανδημία. Ὑποχρεωτικὲς ἰατρικὲς πράξεις στὸν πόλεμο κατὰ τοῦ ἀόρατου ἐχθροῦ, Τρίτη ἐπικαιροποιημένη ἔκδ., Ἀλφειός, Ἀθήνα 2023, σελ. 163.
[7] Birnbacher, Selbstmord und Selbstmordverhutung aus ethischer Sicht, εἰς: Leist (ἐπιμ. ἔκδ.) Um Leben und Tod. Moralische Probleme bei Abtreibung, kunstlicher Befruchtung, Euthanasie und Selbstmord, 1990, σελ. 395 ἑπ., 405.
[8] Birnbacher, αὐτόθι.
[9] BGHSt 32, σελ. 367. Σὲ αὐτήν, ὡστόσο, τὴν ὑπόθεση, ἐκρίθη τελικῶς ὅτι ὁ ἰατρὸς ποὺ σεβάσθηκε τὴν αὐτοκτόνο ἀπόφαση τῆς αὐτόχειρος δὲν ἦταν ἀξιόποινος, διότι ἀκολούθησε τὴν φωνὴ τῆς συνείδησής του (ἀκόμη κι ἂν σωζόταν ἡ ζωὴ τῆς αὐτόχειρος, ἡ βλάβη ποὺ θὰ εἶχε προκληθεῖ στὴν ὑγεία της θὰ ἦταν βαριὰ καὶ μὴ ἀναστρέψιμη).
[10] Ἐπ’ αὐτοῦ βλ. Neumann, Ἡ ἰατρικὴ ὑποβοήθηση τῆς αὐτοπροαίρετης αὐτοκτονίας, μτφ.: Κ. Βαθιώτης, Ποινικὰ Χρονικὰ 2020, σελ. 233.
[11] Βλ. καὶ Neumann, ὅ.π., σελ. 236. Ἀπὸ τὴν αὐστριακὴ ἐπιστήμη βλ. Kienapfel/Schroll, Strafrecht, Besonderer Tail I, Delikte gegen Personenwerte, 5η ἔκδ., 2022, § 78, ἀριθμ. περ. 15/1. Πρβλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ἐγκλήματα κατὰ προσωπικῶν ἀγαθῶν, Ἄρθρα 299-369 ΠΚ, ἔκδ. Νομικὴ Βιβλιοθήκη, 6η ἔκδ., 2025, σελ. 58.
[12] Ἔτσι καὶ στὴν ἑλβετικὴ ποινικὴ ἐπιστήμη. Βλ. π.χ. Schwarzenegger, εἰς: Nigli/Wiprachtiger (ἐπιμ. ἔκδ.), Strafrecht I, Art. 1-136 StGB, 4η ἔκδ., 2019, Ἄρ. 115, ἀριθμ. περ. 12.
[13] Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ἄρθρα 299-369 ΠΚ, ἔκδ. Νομικὴ Βιβλιοθήκη, 6η ἔκδ., 2025, σελ. 58.
[14] Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ἐγκλήματα κατὰ τῆς ζωῆς, Ἄρθρα 299-307 ΠΚ, β΄ ἔκδ., 2001, σελ. 515.
[15] Ἐκτὸς τῶν προαναφερθέντων βλ. καὶ Roxin, Totung auf Verlangen und Suizideteilnahme. Geltendes Recht und Reformdiskussion, Α 2013, σελ. 313 ἑπ., 317.
[16] BGHSt 2, 150.
[17] Μπιτζιλέκης, Σχόλιο ὑπὸ τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 3854/1993 βούλευμα τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν Ὑπεράσπιση 1994, σελ. 876 ἑπ., 882.
[18] Βλ. π.χ. Κιούπη, Συμμετοχὴ σὲ αὐτοκτονία (301 ΠΚ). Ἑρμηνεία μίας ἀμφιλεγόμενης διάταξης, Μνήμη ΙΙ, Δασκαλόπουλου / Σταμάτη / Μπάκα, Τόμ. Α΄, 1996, σελ. 137 ἑπ., 159: «Ὁ τρίτος […] εἶναι νομικὰ ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἐμπλακεῖ στὴν αὐτοκτονία ἢ τὴν ἀπόπειρά της, δὲν εἶναι ὅμως νομικὰ ὑποχρεωμένος νὰ τὴν ἀποτρέψει».
[19] Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ἐγκλήματα κατὰ τῆς ζωῆς, ὅ.π., σελ. 517. Βλ. ἤδη Ἀνδρουλάκη, Ποινικὸν Δίκαιον, Εἰδικὸν Μέρος, 1974, σελ. 33/34, μὲ τὴν πρόσθετη ἐπισήμανση ὅτι «τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου τὴν ἐπέλευσιν δὲν ἀποτρέπει ἐνταῦθα ὁ δράστης εἶναι ὄχι ὁ θάνατος ἀλλ’ ἡ αὐτοκτονία»· ἐπίσης Φιλιππίδη, Μαθήματα Ποινικοῦ Δικαίου, Εἰδικὸν Μέρος, τεῦχος, α΄, 1979, σελ. 74. Ἀπὸ τὴν νεότερη βιβλιογραφία βλ. Παπαχαραλάμπους, Ἡ συμμετοχὴ σὲ αὐτοκτονία. Μία συναφὴς πρὸς τὴν ἑτεροπροσβολὴ τῆς ζωῆς ἐφεδρικὴ ἀντικειμενικὴ ὑπόσταση, ἔκδ. Δίκαιο & Οἰκονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, Ἀθήνα 1997, σελ. 46/47· τοῦ ἰδίου, Διαθεσιμότητα τῆς ζωῆς καὶ ὄψεις τῆς ἰδιώνυμης ποινικῆς της προστασίας κατὰ τὰ ἄ. 300, 301 Π.Κ., ὅ.π., 340/341. Γι’ αὐτὸ τὸ παράδοξο βλ. καὶ Hillenkamp, Arztliche Hilfe beim Suizid – ver- oder geboten, εἰς: Τιμητικὸ Τόμο K. Kuhl, 2014, σελ. 521 ἑπ., 529.
Κωνσταντῖνος Βαθιώτης
Καθηγητής Νομικῆς




