Η Ομογένεια στην Τουρκία, ο μύθος των «καλύτερων χρόνων» και η εργαλειοποίηση από το προξενικό παρακράτος

Share:

Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης

Υπάρχουν δηλώσεις που, επειδή προέρχονται από ανθρώπους με βιωματική σχέση με το αντικείμενο, αξίζουν προσοχής, αλλά όταν εκφέρονται στο δημόσιο ελληνικό ακροατήριο απαιτούν αυστηρή αποσαφήνιση, ιστορικό βάθος και πολιτική ψυχραιμία.

Η πρόσφατη τοποθέτηση του δημοσιογράφου Μανώλη Κωστίδη ότι επί Ερντογάν η Ομογένεια ζει τα καλύτερά της χρόνια των τελευταίων δεκαετιών δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη, καθώς η προσωπική εμπειρία ενός Ρωμιού της Πόλης δεν δύναται να υποκαταστήσει τη συνολική πολιτική αποτίμηση της συμπεριφοράς του τουρκικού καθεστώτος απέναντι στον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου.

Στα πρώτα χρόνια του AKP σημειώθηκαν αναμφίβολα κινήσεις όπως ο νόμος περί βακουφίων, επιλεκτικές επιστροφές ακινήτων, η επαναλειτουργία του σχολείου στην Ίμβρο το 2013 και η δυνατότητα λειτουργιών στην Παναγία Σουμελά, όμως η περιορισμένη αυτή διοικητική διόρθωση δεν συνιστά χρυσή εποχή για μια κοινότητα που έχει συρρικνωθεί σε περίπου 2.000 άτομα και παλεύει για την απλή φυσική και θεσμική της επιβίωση.

ταν υποχώρησε η ευρωπαϊκή βιτρίνα της Άγκυρας, αναδύθηκε εκ νέου ο σκληρός ισλαμο-εθνικισμός με τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας και της Μονής της Χώρας σε τζαμιά, τη διαιώνιση του λουκέτου στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και την άρνηση αναγνώρισης της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου.

Ταυτόχρονα, τα ιστορικά και δημογραφικά δεδομένα είναι αμείλικτα: από 125.000 μέλη το 1923, η ελληνική εθνική μειονότητα στην Τουρκία κατέρρευσε αριθμητικά μέσα από τα Σεπτεμβριανά του 1955, τους διωγμούς και τις απελάσεις του 1964-1965, πέφτοντας σε μόλις 7.000 το 1978 και σε περίπου 2.000–2.500 ανθρώπους τα τελευταία χρόνια, αντιμετωπίζοντας διαρκή δημογραφική γήρανση και διακρίσεις.

Την ίδια στιγμή, η απόπειρα σύγκρισης της τραγικής συρρίκνωσης της Πόλης με τη Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης —η οποία αριθμεί πάνω από εκατό χιλιάδες πολίτες και απολαμβάνει καθεστώς πλήρους ευρωπαϊκής ισονομίας και ισοπολιτείας— αποδεικνύεται παντελώς ανιστόρητη και επικίνδυνη.

Τέτοιου είδους άστοχες συγκρίσεις ή εκφράσεις δυσαρέσκειας για τοπικά ζητήματα,  καταλήγουν να εργαλειοποιούνται άμεσα από τα γνωστά φιλοπροξενικά έντυπα και τους εγκάθετους της Άγκυρας στην Κομοτηνή, τροφοδοτώντας την τουρκική προπαγάνδα.

Πηγή / Προέλευση: Δημοσιογραφική παρέμβαση / Ανάλυση Νίκου Αρβανίτη

Σχόλιο Σύνταξης: Η κυνική ασυμμετρία ανάμεσα στις τουρκικές αξιώσεις στη Θράκη και στο πραγματικό καθεστώς ασφυξίας που βιώνει ο Ελληνισμός στην Τουρκία αποτελεί το πιο τρανταχτό δείγμα της αναθεωρητικής τακτικής της Άγκυρας. Δεν νοείται δημοσιογραφικά και πολιτικά στελέχη, που γνωρίζουν τα πράγματα από πρώτο χέρι και επισκέπτονται συχνά την Κομοτηνή, να υιοθετούν αφηγήματα που εξωραΐζουν το καθεστώς Ερντογάν ή να προσφέρουν άθελά τους ιδεολογικά πυρομαχικά στα φερέφωνα του τουρκικού προξενείου για να επιτίθενται στην ελληνική πολιτεία. Η Συνθήκη της Λωζάνης δεν επιδέχεται μενού α λα καρτ. Η επιβίωση δύο χιλιάδων εναπομεινάντων Ρωμιών στην Κωνσταντινούπολη, με τη Χάλκη ερμητικά κλειστή και την Αγία Σοφία εργαλειοποιημένη, δεν συνιστά ευημερία αλλά τη διαχείριση μιας ιστορικής εθνοκάθαρσης. Η δημόσια συζήτηση οφείλει να βάζει τέλος στις βολικές αυταπάτες: η Ελλάδα εγγυάται τη δημοκρατική ισότητα των πολιτών της στη Θράκη, αλλά δεν μπορεί να ανέχεται την εξίσωση μιας ανθηρής θρησκευτικής μειονότητας με έναν Ελληνισμό που οδηγήθηκε μεθοδικά στα πρόθυρα του αφανισμού.

 

Previous Article

Θράκη: Απέλυσαν Έλληνες μουσουλμάνους επειδή διάλεξαν ελληνικό σχολείο για τα παιδιά τους

Next Article

«Πομφολυγοπαφλάσματα» τῆς Τουρκίας