Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου
Ὅταν τὸ 1837 θεμελιωνόταν τὸ «Ὀθώνειον Πανεπιστήμιον», ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ δὲν συγκροτήθηκε ὡς ἕνα περιθωριακὸ τμῆμα θρησκευτικῶν σπουδῶν, ἀλλὰ ὡς ἡ πρώτη καὶ κορυφαία ἐκ τῶν τεσσάρων ἱδρυτικῶν σχολῶν τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ κράτους. Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ δὲν ὑπῆρξε συγκυριακὴ οὔτε διακοσμητική. Ὑπῆρξε ἡ θεσμικὴ ἀναγνώριση ὅτι τὸ ἀναγεννημένο ἑλληνικὸ ἔθνος ἀντλοῦσε τὴν ὑπαρξιακή, πολιτισμικὴ καὶ πνευματική του συνοχὴ ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση.
Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν σχεδὸν δύο αἰώνων τῆς πορείας της, ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κατέστη διεθνὲς σημεῖο ἀναφορᾶς γιὰ τὴν ὀρθόδοξη σκέψη. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἕνας ἀπομονωμένος ἐπαρχιωτισμός· ἀντιθέτως, διαλέχθηκε μὲ τὰ μεγάλα θεολογικὰ ρεύματα τῆς Δύσης, γαλούχησε γενεὲς ποιμένων, ἱεραρχῶν καὶ ἐπιστημόνων ἀπὸ ὁλόκληρο τὸν ὀρθόδοξο κόσμο καὶ ἀναγνωρίστηκε παγκοσμίως ὡς ἡ αὐθεντικὴ ἀκαδημαϊκὴ ἔκφραση τῆς πατερικῆς μαρτυρίας. Ἡ ἀποστολή της ἦταν πάντοτε σαφής: ἡ ἐπιστημονικὴ διακονία τῆς πίστεως καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος μέσα ἀπὸ τὰ αὐστηρὰ μεθοδολογικὰ ἐργαλεῖα τῆς ἐπιστήμης, χωρὶς ποτὲ νὰ ἀποξενώνεται ἀπὸ τὴν ζωοποιό της μήτρα, τὴν Ἐκκλησία.
Ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ ’80, ἐντούτοις, παρατηρεῖται ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῶν πανεπιστημιακῶν τειχῶν μιὰ ἀνησυχητικὴ διολίσθηση, καρπὸς ἑνὸς βαθύτατου ἀκαδημαϊκοῦ καὶ πνευματικοῦ συμπλέγματος κατωτερότητας. Μιὰ μερίδα πανεπιστημιακῶν διδασκάλων φαίνεται νὰ βιώνει ὡς «ὄνειδος» τὴν ἰδιότητα τοῦ θεολόγου. Μπροστά στὴν κυριαρχία τοῦ θετικισμοῦ, τοῦ ἱστορικισμοῦ καὶ τῶν σύγχρονων μετανεωτερικῶν θεωριῶν, ἀναπτύχθηκε ἕνας ἀνομολόγητος φόβος: ὁ φόβος μήπως ἡ θεολογία ἐκληφθεῖ ὡς προεπιστημονικὸς δογματισμὸς ἢ ἐκκλησιαστικὴ ἀπολογητική.
Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς φοβικῆς στάσης εἶναι ἡ συστηματικὴ προσπάθεια μετάλλαξης τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς σὲ ἕνα ἄχρωμο καὶ ἄοσμο παράρτημα τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς. Παρατηρεῖται μιὰ ἀγωνιώδης στροφὴ πρὸς ἕνα θρησκειολογικὸ ἢ φιλοσοφικὸ μιμητισμό, ὅπου ὁ θεολόγος νοιώθει «ἀσφαλὴς» καὶ ἀκαδημαϊκὰ «ἀποδεκτὸς», μόνον ὅταν αὐτοπροσδιορίζεται ὡς φιλόσοφος, κοινωνιολόγος ἢ ἱστορικὸς τῶν ἰδεῶν.
Αὐτὴ ἡ τάση συνιστᾶ μιὰ θεμελιώδη ἀλλοίωση, διότι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ θεολογία παύει νὰ λειτουργεῖ ὡς ἡ θεωρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καὶ μετατρέπεται σὲ διανοητικὸ παίγνιο ἀφηρημένων ἐννοιῶν· ἡ σπουδαία ἱστορικὴ παρακαταθήκη τῆς Ἀθήνας ἀπεμπολεῖται χάριν μιᾶς ἐπιδερμικῆς συμπόρευσης μὲ τὰ ἀκαδημαϊκὰ μόρια τῆς ἐποχῆς. Ἀντὶ ἡ θεολογία νὰ προσφέρει στὸν σύγχρονο κόσμο τὴν ὀντολογικὴ πρόταση τῆς ἐσχατολογικῆς ἐλπίδας καὶ τῆς θεώσεως, δανείζεται ξένα ἐννοιολογικὰ ἐργαλεῖα, γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν «χρησιμότητά» της σὲ ἕνα ἐκκοσμικευμένο δημόσιο χῶρο.
Ἡ ἀγνόηση τῆς παγκόσμιας ἐμβέλειας τῆς Σχολῆς καὶ ἡ προσπάθεια ὑποκατάστασης τοῦ θεολογικοῦ της λόγου ἀπὸ ἕνα ἀπονευρωμένο φιλοσοφικὸ στοχασμὸ δὲν συνιστᾶ ἐκσυγχρονισμό. Ἀποτελεῖ πράξη αὐτοκατάργησης. Πάνω σὲ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ εὔφορο ἔδαφος τῆς ἰδεολογικῆς σύγχυσης ἐντάσσονται καὶ οἱ ἀπόπειρες ἐπανακαθορισμοῦ τῶν κεντρικῶν δογματικῶν γνωστικῶν ἀντικειμένων, μὲ χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τὴν ἀνανοηματοδότηση τῆς ἴδιας τῆς ἕδρας τῆς Δογματικῆς.
Μέσα σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ πλαίσιο, τὸ φθινόπωρο τοῦ 2025, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἔτους, ὁ καθηγητὴς τῆς ἕδρας τῆς Δογματικῆς, κ. Γιαγκάζογλου, ἔκανε μία συνειδητὴ ἐπιλογή: νὰ ἀλλάξει τὴν ἕδρα ἀπὸ καθαρὴ Δογματικὴ καὶ νὰ τὴ μετατρέψει σὲ «Δογματικὴ καὶ Πολιτισμός». Νὰ σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ κ. Γιαγκάζογλου, ἰδιαιτέρως πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Περγάμου, δήλωνε μὲ πάθος καὶ θέρμη, ὅπου βρεθεῖ κι ὅπου σταθεῖ, ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι ζηζιουλικός. Ἐπιθύμησε, λοιπόν, νὰ ἐπαναπροσδιορίσει τὴν ἕδρα καὶ ταυτόχρονα τὴν ἔννοια καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ δόγματος.
Καὶ στὰ αὐτιὰ κάποιου ἁπλοῦ ἀνθρώπου ἴσως τὸ ἄκουσμα τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς νὰ περνᾶ ἀδιάφορα, γιὰ τοὺς θεολογικοὺς ὅμως κύκλους μία τέτοια μετατροπὴ δηλώνει συνειδητὴ ὑποβίβαση τοῦ νοήματος καὶ τοῦ ρόλου τῆς δογματικῆς. Tὸ ἐκκλησιαστικὸ δόγμα οὔτε ἐπηρεάζει οὔτε ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸν ἑκάστοτε πολιτισμό, εἰδάλλως παύει νὰ ὑφίσταται σὰν δόγμα. Tὸ δόγμα παραμένει αἰώνιο καὶ ἀμετάβλητο, δίδεται στοὺς πιστοὺς ὡς ἀποκάλυψη, δὲν ἀποτελεῖ ἀνακάλυψη, δὲν δημιουργεῖται οὔτε ἀνανοηματοδοτεῖται, μελετᾶται, ἀλλὰ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τίποτα οὔτε ἀλλοιώνεται. Ἡ γνώση αὐτὴ ἀποτελεῖ βασικὴ ἀρχὴ τοῦ νοήματος τῆς λέξεως «δόγμα».
Ἐὰν τὸ ἐκκλησιαστικὸ δόγμα καὶ ὁ πολιτισμὸς συνδέονταν μὲ τὸν ὁποιονδήποτε τρόπο, τότε καὶ τὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη, κατὰ τὴν πρώτη τουλάχιστον χιλιετία, θὰ μοιράζονταν περισσότερα κοινὰ παρὰ διαφορές. Ἡ μία ἔννοια εἶναι τελείως διάφορη τῆς ἄλλης, ὄχι ἀντίθετη, ἄσχετη. Tὸ δόγμα παύει νὰ νοεῖται ὡς ὁ ὑπαρξιακὸς κανόνας τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καὶ μετατρέπεται σὲ ἀντικείμενο πολιτισμικῆς κριτικῆς, κοινωνιολογικῆς ἀνάλυσης ἢ αἰσθητικῆς πρόσληψης.
Τὴ δογματική, ὅμως, δὲν τὴν διαμορφώνει οὔτε τὴν ἐπηρεάζει ὁ χρόνος.
Ἡ συνεδρίαση τῆς θεολογικῆς σχολῆς ψήφισε ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἀλλαγῆς, ὁπότε, σύμφωνα μὲ τὸ πανεπιστημιακὸ τυπικό, τὸν κανονισμὸ δηλαδή, προκηρύχθηκε νέα θέση καθηγητοῦ, στὴν ὁποία ὁ ὁποιοσδήποτε ἐνδιαφερόμενος, ὁ ὁποῖος πληρεῖ τὰ κριτήρια, εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ κοντραριστεῖ μὲ τὸν ἤδη κατέχοντα πανεπιστημιακὴ ἕδρα, χωρὶς πιθανότητα νὰ χάσει τὴν ἰδιότητά του ὡς καθηγητοῦ, κ. Γιαγκάζογλου, γεγονὸς ποὺ συνέβη.
Τὴν τελευταία ἡμέρα κατάθεσης ὑποψηφιοτήτων ὑπῆρξε, πρὶν ἀπὸ τὴν λήξη τοῦ ἡμιχρόνου, μία συμμετοχὴ τῆς τελευταίας στιγμῆς, ἡ ὁποία ταρακούνησε τὰ νερά, προκάλεσε πρωτοφανῆ ταραχὴ στὸν καθηγητὴ τῆς δογματικῆς καὶ φανέρωσε τὴν ρηχὴ πραγματικότητα τῶν αὐτοπροσδιοριζόμενων ὡς ἀποτυχημένων. Διότι, πέρα ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τους νὰ ὀνομάζονται φιλόσοφοι, ἀφοῦ μόνον ἕνας φιλόσοφος θὰ ἔψαχνε μία ἀνύπαρκτη σύνδεση ἀνάμεσα στὸ δόγμα καὶ τὸν πολιτισμό, ἀποκαλύφθηκε καὶ ἡ ἀχαριστία γιὰ τὶς θέσεις ποὺ τοὺς δόθηκαν.
Ὁ συγκεκριμένος καθηγητὴς ἀπέχει μόλις τρία χρόνια ἀπὸ τὴν σύνταξη καὶ δὲν εἶχε οὐδένα λόγο καὶ αἰτία νὰ προκαλέσει τόσο τὴν θεολογικὴ κοινότητα ὅσο καὶ τὴν προσωπική του ἀξιοπρέπεια. Καὶ στὶς δύο αὐτὲς μάχες ποὺ κήρυξε βγῆκε τελικὰ ἡττημένος, καὶ κάποιοι τὸν ἀποκαλοῦν μέχρι καὶ προδομένο ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς ἴδιους ποὺ ὑποτίθεται πὼς τὸν στήριζαν.
Ἡ ὑπόθεση τῆς ἕδρας τῆς Δογματικῆς δὲν ὑπῆρξε μεμονωμένο σύμπτωμα, ἀλλὰ καρπὸς ἑνὸς εὐρύτερου καὶ συστηματικοῦ ἰδεολογικοῦ ρεύματος ποὺ ταλανίζει ἐπὶ δεκαετίες τὸν ἀκαδημαϊκὸ θεολογικὸ χῶρο: τῆς λεγόμενης «μεταπατερικῆς» θεολογίας. Μὲ τὸ πρόσχημα τῆς ἀνανέωσης, τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ἕνα ὑποτιθέμενο «ἀπολιθωμένο παραδοσιαρχισμό», ἡ τάση αὐτὴ ἐπιχείρησε νὰ σχετικοποιήσει τὸ κῦρος τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀντιμετωπίζοντάς τους ὄχι ὡς διαχρονικοὺς φορεῖς τῆς χάριτος καὶ τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ ὡς ἱστορικὰ δεσμευμένα σχήματα τοῦ παρελθόντος.
Ὅπως ἕνα ὑγιὲς δέντρο χρειάζεται τὸ κλάδεμα τῶν ἄκαρπων παραφυάδων, γιὰ νὰ μὴ καταναλώνεται ἄσκοπα ἡ ζωτική του ἐνέργεια, ἔτσι καὶ ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ ὀφείλει νὰ προχωρήσει σὲ μιὰ θαρραλέα αὐτοκάθαρση. Tὸ μέλλον τῆς ἀρχαιότερης σχολῆς τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους δὲν διασφαλίζεται μὲ τὴν διαρκῆ ὑποχώρηση σὲ ἐπιδερμικὲς μόδες οὔτε μὲ τὸν ἐξευμενισμὸ τῆς κοσμικῆς διανόησης.
Ἡ Σχολὴ μπορεῖ νὰ ἔχει αὐθεντικὸ καὶ καρποφόρο μέλλον μόνον ὑπὸ σαφεῖς ὅρους, διότι οἱ Πατέρες δὲν ἀποτελοῦν ἱστορικὸ σταθμὸ ποὺ «ξεπεράστηκε», ἀλλὰ τοὺς διαρκεῖς διδασκάλους τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεολογία ὀφείλει νὰ ξαναβρεῖ τὴν ἐμπειρική, ἡσυχαστικὴ καὶ εὐχαριστιακή της ρίζα. Ἡ πανεπιστημιακὴ θεολογία δὲν χρειάζεται νὰ ντρέπεται γιὰ τὴν ἐκκλησιαστική της ἀποστολὴ οὔτε νὰ μεταμφιέζεται σὲ φιλοσοφία ἢ κοινωνιολογία, γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν ὕπαρξή της. Ὁ σύγχρονος κατακερματισμένος ἄνθρωπος δὲν ἀναζητᾶ ἀπὸ τὴν θεολογία ἄλλο ἕνα σύστημα κοσμικοῦ πολιτισμοῦ ἢ ἰδεολογικῶν ἀναλύσεων· ἀναζητᾶ τὴν ἴαση τῆς ὑπαρξιακῆς του ἀγωνίας, τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὴν νίκη κατὰ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.
Πέρα ἀπὸ τὴν καθαρὰ ἐρευνητικὴ καὶ ἐκκλησιαστική της διάσταση, ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ συνιστᾶ τὸν θεμελιώδη πυλώνα διαμόρφωσης τῶν ἐκπαιδευτικῶν τῆς μέσης ἐκπαίδευσης, ἐκείνων δηλαδὴ ποὺ ἀναλαμβάνουν τὸ βαρύτατο λειτούργημα τῆς πνευματικῆς, ἠθικῆς καὶ ὑπαρξιακῆς ἀγωγῆς τῶν νέων γενεῶν. Ὁ θεολόγος καθηγητὴς δὲν πρέπει νὰ μεταδίδει ἁπλῶς ξηρὲς πληροφορίες στὴν σχολικὴ αἴθουσα, ἀλλὰ νὰ μεταφέρει ἕνα ὁλοκληρωμένο ἀνθρωπολογικὸ πρότυπο, μυώντας τοὺς μαθητὲς στὶς ἀξίες τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων, τῆς ἀλληλεγγύης καὶ τοῦ νοήματος ζωῆς ἀπέναντι στὸν σύγχρονο μηδενισμό.
Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρῖσμα, ὁποιαδήποτε προσπάθεια ἀπαξίωσης ἢ ἀπονεύρωσης τῆς θεολογικῆς ταυτότητας ἐκ τῶν ἔσω — ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς πανεπιστημιακοὺς λειτουργούς της — συνιστᾶ ἀσυγχώρητη ἀνευθυνότητα. Διότι ὅταν τὸ πανεπιστημιακὸ φυτώριο ἐκπαιδεύει μελλοντικοὺς παιδαγωγοὺς μπολιασμένους μὲ σύνδρομα κατωτερότητας καὶ ἰδεολογικὴ σύγχυση, τὸ τίμημα δὲν περιορίζεται στὰ ἀκαδημαϊκὰ ἀμφιθέατρα, ἀλλὰ μετακυλίεται ἄμεσα στὶς σχολικὲς τάξεις καὶ τελικὰ στὴν ἴδια τὴν πνευματικὴ συγκρότηση τῆς κοινωνίας.




