Ὅταν ἡ τιμὴ γίνεται ποινὴ – Ἡ περίπτωσις Μητροπολίτου Ἀμβροσίου

Share:

Τοῦ κ. Ἀλεξίου Π. Παναγοπούλου ,

Ἀκαδημαϊκοῦ καὶ Καθηγητοῦ DDDr. Dr.Habil.

  Ἡ ὑπόθεση τοῦ πρώην Μητροπολίτη Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας Ἀμβροσίου θέτει ἕνα ζήτημα πολὺ εὐρύτερο ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ πρόσωπό του καὶ πάνω ἀπὸ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ παράσημο.

  Ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος εἶχε ἀποφασίσει νὰ τοῦ ἀπονείμει τὸν Χρυσὸ Σταυρὸ μετὰ Ἀστέρος τοῦ Παρασήμου τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, μὲ ἀφορμὴ τὴ συμπλήρωση πενῆντα ἐτῶν ἀρχιερωσύνης. Λίγες ἡμέρες ἀργότερα, ὅμως, ἡ ἀπόφαση ἀνακλήθηκε, μετὰ τὴν προσυπογραφὴ καὶ διαβίβαση ἀπὸ τὸν ἴδιο ἐπιστολῆς ποὺ ἀσκοῦσε αὐστηρὴ κριτικὴ στὴ διοικοῦσα Ἐκκλησία.

  Ἐδῶ χρειάζεται μία σαφὴς θεσμικὴ διάκριση. Ἄλλο εἶναι ἡ ἐκκλησιαστικὴ πειθαρχικὴ ἢ διοικητικὴ διαδικασία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ στηρίζεται σὲ συγκεκριμένο ἱερὸ κανόνα, ἁρμοδιότητα, πραγματικὰ περιστατικὰ καὶ προβλεπόμενη διαδικασία, καὶ ἄλλο εἶναι μία τιμητικὴ διάκριση, ἡ ὁποία ἀπονέμεται μὲ προηγούμενη ἀπόφαση γιὰ συγκεκριμένη προσφορὰ ἢ διαδρομὴ ἀρχιερέα.

Ἐὰν μία τιμητικὴ διάκριση ἀνακαλεῖται ὡς ἀντίδραση στὴ δημόσια διαφωνία τοῦ τιμώμενου, τότε δημιουργεῖται ὁ κίνδυνος, ἡ τιμὴ νὰ μετατρέπεται de facto, σὲ μηχανισμὸ πειθαρχικῆς ἐπιβράβευσης ἢ ἀποδοκιμασίας, χωρὶς νὰ ἀκολουθεῖται ἡ ἀντίστοιχη θεσμικὴ διαδικασία.

Τὸ κρίσιμο ἐρώτημα λοιπὸν εἶναι: Ποιὸς ἦταν ὁ ἀκριβὴς θεσμικὸς καὶ κανονικὸς λόγος τῆς ἀνάκλησης;

Ἐὰν ὑπῆρχε αὐτοτελὴς καὶ νόμιμος λόγος, πρέπει νὰ διατυπωθεῖ καθαρὰ καὶ νὰ τεκμηριωθεῖ. Ἐὰν ὅμως τὸ ἀποφασιστικὸ γεγονὸς ἦταν ἁπλῶς ἡ ἄσκηση κριτικῆς, τότε τὸ ζήτημα ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη θεσμικὴ βαρύτητα.

Σίγουρα δὲν ἄλλαξε μέσα σὲ λίγες ἡμέρες ἡ πεντηκονταετὴς ἀρχιερατικὴ διαδρομὴ τοῦ Μητροπολίτη Ἀμβροσίου. Τὸ νέο στοιχεῖο ἦταν ἡ δημόσια τοποθέτησή του.

Ὅμως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δὲν δίστασε νὰ ἐλέγξει δημοσίως τὸν Ἀπόστολο Πέτρο (Γαλ. 2,11), ὅταν ἔκρινε ὅτι διακυβευόταν ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁμοίως ὁρίζουν οἱ ἱεροὶ Ἀποστολικοὶ Κανόνες.

Ἡ ὑπακοὴ σίγουρα δὲν εἶναι δουλικότητα, ὅπως καὶ ἡ παρρησία καὶ τὸ θάρρος τῆς γνώμης δὲν εἶναι ἀνταρσία. Ὁ Μητροπολίτης Ἀμβρόσιος σίγουρα μπορεῖ νὰ ζήσει καὶ χωρὶς οὔτε ἕνα παράσημο. Τὸ πραγματικὸ ζήτημα ὅμως εἶναι θεσμικὸ καὶ ἐκκλησιολογικό: Μπορεῖ ἕνας ἐπίσκοπος νὰ ἀσκεῖ αὐστηρὴ κριτικὴ στὴν Ἐκκλησία, χωρὶς ἡ κριτικὴ αὐτὴ νὰ μετατρέπεται σὲ λόγο ἀπώλειας μίας τιμητικῆς διάκρισης;

Ἡ Ἐκκλησία διαθέτει θεσμούς, κανόνες καὶ διαδικασίες. Αὐτὰ πρέπει νὰ ἐφαρμόζονται μὲ σαφήνεια καὶ διάκριση, χωρὶς νὰ συγχέεται ἡ πειθαρχικὴ εὐθύνη, μὲ τὴν ἔκφραση γνώμης καὶ ἡ τιμητικὴ ἀναγνώριση, μὲ τὴν ἐπιβράβευση τῆς ἀρχιερατικῆς σιωπῆς. Γιατί τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας δὲν μεγαλώνει, ὅταν κανεὶς δὲν τὴν ἐλέγχει. Μεγαλώνει, ὅταν μπορεῖ νὰ ἀκούει ἀκόμη καὶ τὸν αὐστηρότερο ἔλεγχο, χωρὶς νὰ φοβᾶται τὴν ἀλήθεια. «Ἔλεγχε ταπεινὸν καὶ σοφώτερος ἔσται! Μὴ ἔλεγχε κακούς, διότι μισήσωσὶ σε! Εἶναι ρητὰ ποὺ μποροῦν νὰ μᾶς προβληματίσουν ὅλους λαϊκοὺς καὶ ἱερωμένους, πολίτες καὶ πολιτικοὺς ἢ ἀξιωματούχους. Ἡ Διχόνοια ποτὲ δὲν βοήθησε, μόνο ἐν τῇ ἑνώσει ἡ ἰσχὺς σὲ ἡμέρες ὅπου ἡ πατρίδα πολεμεῖται, ἂς δείξουμε τὴν πολυπόθητη ἑνότητα.

  Next Article

Ὅλη ἡ ἀλήθεια διά τήν ἀναφοράν τοῦ πρώην Καλαβρύτων πρός τήν Ιεράν Σύνοδον