Τοῦ π. Γερασίμου Βουρνᾶ, Πρεσβυτέρου
Μέ ἀφορμή τήν ὑπόθεση τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Τυχικοῦ, τήν ἄδικη μεταχείρισή του ἀπό τήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου καί τήν προσφυγή του στήν κοσμική δικαιοσύνη, συζητεῖται κατά καιρούς μεταξύ ἄλλων, τό κατά πόσον εἶναι ὀρθή ἡ ἐπιλογή του αὐτή.
Αὐτό πού θά θέλαμε ἐν πρώτοις νά καταθέσουμε εἶναι ἡ παρατήρηση ὅτι, ἕνας Ἱεράρχης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀδικεῖται κατάφωρα καί δέχεται σχεδόν ἀποκλειστικά, ἀπό ὅλες τίς πλευρές – πλήν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων – ὑποδείξεις καί κριτική γιά τόν τρόπο πού ἐπιλέγει νά ὑπερασπίσει τό δίκαιό του. Ὡστόσο, δέν δείχνουν τόν ἴδιο ζῆλο στό νά ὑπερασπίσουν τήν ἀλήθεια. Τό μεῖζον ζήτημα εἶναι ἡ ἀδικία. Ἕνας Ἱεράρχης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τιμωρεῖται, γιατί προσπαθεῖ νά μείνει πιστός στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας! Ἄν ὅλοι διατυπώναμε ἕνα λόγο ἀληθείας, ἄραγε θά ἦταν τόσο εὔκολο γιά τήν ὁποιαδήποτε ἐκκλησιαστική διοίκηση νά φέρεται τόσο ἀνάλγητα;
Τόσο ἐμεῖς, ὅσο καί ἄλλοι ἀρθρογράφοι τόνισαν ἀρχικά τούς κινδύνους τῆς προσφυγῆς (ἔκκλητον) τοῦ Μητροπολίτου Τυχικοῦ πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Δέν λύνονται τά ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας μέ προσφυγή σέ κάποιον ἀνώτατο κριτή τῆς Οἰκουμένης, ἁπλούστατα γιατί ἀνώτερος δέν ὑπάρχει. Ἡ Ἐκκλησία λύνει τά προβλήματά Της Συνοδικῶς καί τό Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο ἔχει ρόλο συντονιστικό καί ὄχι κατεξουσιαστικό, ὅπως κάποιοι ἐπιχειροῦν νά τοῦ προσδώσουν ἀμαυρώνοντας τήν Ἱστορία του. Τό εἴπαμε, τό γράψαμε, ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι μειώνεται ἡ ἀδικία πού ὑφίσταται τόσο ὁ ἄνθρωπος ὅσο καί ἡ Ἱερωσύνη, ἀφοῦ δημιουργεῖται ἕνα κακό προηγούμενο: ὁποιοσδήποτε Ἱεράρχης ἤ Κληρικός ἔχει ἀντίθετη ἄποψη, θά καταδικάζεται, χωρίς, οὐσιαστικά, νά καλεῖται κἄν σέ ἀπολογία.
Ὡστόσο, ἀφορμή γιά αὐτές τίς γραμμές στάθηκε ἡ ἐπίκριση πού δέχεται ὁ Μητροπολίτης Τυχικός γιά τήν ἐπιλογή του νά προσφύγει στή συνέχεια στήν κοσμική δικαιοσύνη. Μάλιστα, μέ ἀφορμή τήν πρόσφατη ἑορτή τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ Ἱεροῦ Λειψάνου τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, κάποιος ἱεροκῆρυξ ἐξῆρε τήν στάση τοῦ ἁγίου Νεκταρίου νά μήν προσφύγει στήν κοσμική δικαιοσύνη, ὅταν κι ἐκεῖνος ἀντίστοιχα ἀδικήθηκε ἀπό τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας. Ὁ ἐν λόγῳ ἱεροκήρυκας, χαρακτήρισε αὐτή του τήν στάση ὡς ἕνα ἀκόμη δεῖγμα τῆς Ἁγιότητος τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Φυσικά δέν γνωρίζουμε ἄν εἶχε στό νοῦ του τήν περίπτωση τοῦ Μητροπολίτου Τυχικοῦ, ὡστόσο γεννᾶται τό ἑξῆς ἐρώτημα:
Εἶναι τελικά καταδικαστέα ἡ προσφυγή στήν κοσμική δικαιοσύνη Ἱερέως ἤ Ἱεράρχου, ὅταν αὐτός ἀδικεῖται ἀπό τά ἐκκλησιαστικά δικαστήρια;
Κατ’ ἀρχάς, ὑπάρχει ἡ λανθασμένη θεώρηση ὅτι, ἐπειδή ἕνας Ἅγιος ἐφέρθη μέ ἕνα συγκεκριμένο τρόπο, θά πρέπει ὅλοι μας, σέ ἀνάλογες περιπτώσεις, νά ἀκολουθοῦμε ἀποκλειστικά καί μόνο αὐτό τό συγκεκριμένο παράδειγμα. Ὡστόσο, ἡ Ἱστορία διαψεύδει αὐτήν τήν ὀπτική.
Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπικαλέστηκε τόν Καίσαρα, τόν εἰδωλολάτρη αὐτοκράτορα, γιά νά βρεῖ τό δίκιο του (Πράξεις 25, 11). Γιατί δέν ὑπέστη ἀδιαμαρτύρητα τήν ἀδικία, νά βρεῖ καί θάνατο ἀπό τήν ἐκκλησιαστική διοίκηση τῆς ἐποχῆς, παρά κατέφυγε στήν κοσμική ἐξουσία; Μάλιστα, ἡ κίνησή του αὐτή εἶχε καί Ἅγιο ἀποτέλεσμα, ἀφοῦ μεταφέρθηκε στήν Ρώμη, γιά νά δικαστεῖ καί ἔτσι κήρυξε στήν πρωτεύουσα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.
Ἐπιπλέον, ὑπάρχει τό παράδειγμα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὅταν κατά τήν ἀρειανική ἔριδα, οἱ ἐκκλησιαστικοί κύκλοι θέλησαν νά τόν ξεφορτωθοῦν μέ σύνοδο στήν Τύρο, τό 335 μ.Χ. Ἐντελῶς ἄδικα, ἀποφασίστηκε ἡ καθαίρεσή του καί ἡ ἀποκατάσταση τοῦ Ἀρείου.[1] Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ταξίδεψε στήν Κωνσταντινούπολη, συνάντησε στόν δρόμο τόν Μέγα Κωνσταντῖνο καί τοῦ ζήτησε μία δίκαιη δίκη ἐνώπιον τοῦ κοσμικοῦ ἄρχοντα.
Κατά ἀνάλογο τρόπο, ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ὅταν ἐκθρονίστηκε ἄδικα ἀπό τήν σύνοδο τῆς Δρυός, τό 403 μ.Χ., κατέφυγε στούς Ἐπισκόπους (καί ὄχι στόν Ἐπίσκοπο Ρώμης) τῆς Δύσης καί στόν Αὐτοκράτορα τῆς Δυτικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, Ὀνώριο.[2] Αὐτά εἶναι ἁπλῶς ἐνδεικτικά παραδείγματα.
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἔδρασε διαφορετικά, ὅπως πολύ σωστά παρατήρησε καί ὁ ἱεροκήρυκας πού προαναφέραμε. Δέν κατέφυγε στήν κοσμική ἐξουσία, γιά νά ὑπερασπίσει τόν ἑαυτό του. Αὐτό ὅμως καθιστᾶ τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί τούς ἄλλους Ἁγίους λιγότερο Ἁγίους; Ἡ ἐπιλογή τοῦ Μητροπολίτου Τυχικοῦ, λοιπόν, γιατί τόν καθιστᾶ ἐγωιστή καί διαταράττοντα τήν, κατά τά ἄλλα, γαλήνια καί ἡσύχια λειτουργία τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης; Γιατί δέν εἶναι ἐγωιστής καί ὁ ἅγιος Παῦλος, ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ἤ ὁ μέγας Ἀθανάσιος; Θά πρέπει λοιπόν νά προσπαθοῦμε νά βλέπουμε τά πράγματα μέ μεγαλύτερη εὐρύτητα.
Συχνά, γιά νά ἀπαντηθεῖ τό ἐρώτημα πού μᾶς ἀπασχολεῖ, χρησιμοποιεῖται ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀπό τήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή. Θεωρεῖται ὅτι συνιστᾶ στούς Χριστιανούς νά ὑπομένουν ἀδιαμαρτύρητα ὁποιαδήποτε ἀδικία εἰς βάρος τους. Ὡστόσο, ἐπειδή ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος προσέφυγε στόν Καίσαρα, θά πρέπει νά θεωρήσουμε, εἴτε ὅτι μέ τήν ἐπιστολή του αὐτή ἀντιφάσκει, εἴτε νά ἀναγκαστοῦμε νά διαβάσουμε μέ μεγαλύτερη προσοχή τά γραφόμενά του.
Ὁ ἅγιος Παῦλος ἀπευθύνθηκε μέσῳ τῆς ἐπιστολῆς στούς Κορινθίους πού εἶχαν βιοτικές διαφορές μεταξύ τους καί κατέφευγαν στούς «ἀδίκους» καί «ἀπίστους» γιά τήν ἐπίλυσή τους – δηλαδή στούς εἰδωλολάτρες – ἀντί γιά τούς «Ἁγίους». Διερωτᾶται, πῶς τολμᾶ νά κάνει κανείς μιά τέτοια κίνηση, προσθέτοντας: «Σᾶς τό λέω, γιά νά ντραπεῖτε. Μά δέν ὑπάρχει μεταξύ σας οὔτε ἕνας σοφός πού νά μπορέσει νά σᾶς λύσει αὐτές τίς διαφορές;». Τούς συνιστᾶ, τέλος, γιά βιοτικές διαφορές, νά προτιμοῦν νά ἀδικηθοῦν παρά νά ὁδηγοῦν τούς «ἀδελφούς» στά δικαστήρια. (Α΄ Κορ. στ΄, 1-11).
Δύο σχόλια ἐπ’ αὐτοῦ: κατά πρῶτον, ντραπήκαμε ὅλοι ὡς Ἐκκλησία, πού ἕνας ἀδελφός μας και δή Ἱεράρχης ἀναγκάζεται, ἐπειδή δέν βρίσκει, ὄχι τό δίκιο του, ἀλλά οὔτε κἄν μιά δίκαιη δίκη ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, νά καταφύγει στά κοσμικά δικαστήρια; Τό σχολιάσαμε αὐτό; Ἡ ἀναξιότητά μας, Κλήρου και λαοῦ, ἄραγε μᾶς θλίβει, ἤ περιμένουμε τον Ἀπόστολο Παῦλο αὐτοπροσώπως να ἔλθει, για νά μᾶς ξυπνήσει ἀπό τόν λήθαργο; Ἐπί τέλους!
Κατά δεύτερον, ἐδῶ δέν πρόκειται γιά βιοτική διαφορά, οὔτε κἄν γιά κάτι πού θίγει ἀμιγῶς τόν Μητροπολίτη Τυχικό προσωπικά. Θίγεται – ὅπως ἤδη ἀναφέραμε – και ὑποβαθμίζεται ἡ Ἱερωσύνη, ἀφοῦ πλέον ἡ ἑκάστοτε ἐκκλησιαστική διοίκηση θα μπορεῖ χωρίς νά δικάζει μέ δίκαιο τρόπο, νά καρατομεῖ μέ συνοπτικές διαδικασίες ὅποιον Ἱεράρχη ἤ Ἱερέα δέν συμφωνεῖ μαζί της.
ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
Μελετῶντας τούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας βλέπουμε ὅτι ἐνδιαφέρονται γιά τήν ἐκκλησιαστική τάξη. Τό νά παρακάμψει κανείς τήν Ἐκκλησία καί νά καταφύγει στήν κοσμική δικαιοσύνη εἶναι ἀπαράδεκτο καί δηλώνει ἀσέβεια (Κανών ΣΤ΄ τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου). Λίγο πιό συγκεκριμένος ὡς πρός τό θέμα μας εἶναι ὁ Θ΄ Κανών τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπου ἀναφέρεται στήν περίπτωση πού «Κληρικός πρός Κληρικόν πρᾶγμα ἔχοι». Ὀφείλει «πρότερον» νά καταφύγει στόν οἰκεῖο Ἐπίσκοπο καί νά μή τόν παρακάμπτει χάριν τῶν κοσμικῶν δικαστηρίων. Τό «πρότερον» ἀφήνει ἀνοικτό τό παράθυρο γιά προσφυγή στήν κοσμική δικαιοσύνη στήν περίπτωση πού ἀκολουθηθεῖ ἡ ἐκκλησιαστική διαδικασία καί δέν ὑπάρξουν οἱ προϋποθέσεις μιᾶς δίκαιης δίκης. Ἐπ’ αὐτοῦ σαφέστερος γίνεται ὁ ΡΙΕ΄ τῆς Ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου, ὁ ὁποῖος δίνει τήν δυνατότητα τῆς προσφυγῆς στόν Βασιλέα (στά κοσμικά δικαστήρια) ὄχι γιά νά ἐκδικαστεῖ ἡ ὑπόθεση, ἀλλά γιά νά ἐπανεξεταστεῖ ἀπό τήν «ἐπισκοπικήν κρίσιν». Οὐσιαστικά προβλέπεται μιά μεσολάβηση τῆς κοσμικῆς δικαιοσύνης, ὥστε νά δικαστεῖ ἐκ νέου ἀπό τά ἐκκλησιαστικά δικαστήρια ἡ ὑπόθεση, ἐάν καί ἐφόσον ἡ συνεδρίαση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου ἔπασχε. Στό ἴδιο πνεῦμα βρίσκεται καί ὁ ΙΒ΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στήν περίπτωση καθαίρεσης Πρεσβυτέρου, Διακόνου ἤ καί Ἐπισκόπου, κατά τήν ὁποία ὁ καθαιρεθείς ἄν ἐπιλέξει τήν προσφυγή στόν Βασιλέα, τότε νά ἔχει τήν δυνατότητα νά ἐκδικασθεῖ ἐκ νέου ἡ ὑπόθεσή του ἀπό περισσοτέρους Ἐπισκόπους αὐτή τήν φορά.
Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος
Γιά τό ἄν εἶναι καταδικαστέα ἡ προσφυγή στά κοσμικά δικαστήρια, στήν ἐποχή μας, ἁρμοδιότερος νά τό κρίνει εἶναι ὁ μακαριστός π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Ὁ π. Ἐπιφάνιος ὑπερασπίστηκε τόν μακαριστό π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, ὁ ὁποῖος κλήθηκε σέ ἀπολογία ἀπό τήν ἐκκλησιαστική διοίκηση γιά τό ὅτι, κατέθεσε αἴτηση ἀκυρώσεως στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας κατά τῆς ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν Ἰωαννίνων καί Ρωγῶν, «ἄνευ ἀδείας και ἐγκρίσεως τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς». Κάποια ἀπό αὐτά πού σχολιάζει στην ὑπεράσπιση τοῦ π. Χαραλάμπους εἶναι χρήσιμα καί γιά τό ζήτημά μας. Γράφει λοιπόν:
«Ἡ διάταξις νόμου [Ἄρθρον 60 τοῦ Νόμου 671)43] καθ’ ἥν εἶνε ἀπαραίτητος ἡ προηγούμενη ἄδεια πρός Κληρικόν, ἵνα οὗτος προσφύγῃ εἰς τά κοσμικά Δικαστήρια, ἐκτός τοῦ ὅτι εἶνε κραυγαλέως ἀντισυνταγματική καί ἑπομένως ἀνίσχυρος, οὐδεμίαν ὁρίζει ποινήν διά τόν μή λαβόντα τήν ἄδειαν Κληρικόν».
«Φθίνοντος τοῦ ἔτους 1972 ἡ Ἱεραρχία ἐξέλεξε Διαρκῆ Ἱεράν Σύνοδον, συγκροτηθεῖσαν οὐχί κατά τά πρεσβεῖα, ἀλλά κατ’ ἐπιλογήν. Οἱ Μητροπολῖται Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιος καί Φλωρίνης Αὐγουστῖνος, ἄνευ οὐδεμιᾶς οὐδενός ἀδείας, κατέθεσαν αἰτήσεις ἀκυρώσεως εἰς τό Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Δηλαδή ἐπεδίωκον νά καταργήσωσι τήν Διαρκῆ Ἱεράν Σύνοδον καί νά ἀνατρέψωσιν ἀπόφασιν τῆς Ἱεραρχίας! Τό Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἀπεδέχθη τάς αἰτήσεις καί ἠκύρωσε τήν ἐκλεγεῖσαν Σύνοδον», ἡ Ἱεραρχία ἀπεδέχθη καί διώρθωσε τό λάθος της καί «οὕτως ἐπισήμως καί πανηγυρικῶς ἐδικαίωσε καί ἐβράβευσε τήν πρωτοβουλίαν τῶν εἰρημένων δύο Ἱεραρχῶν. Μετά ταῦτα, τίς θά τολμήσῃ νά εἴπῃ ὅτι ἡ προσφυγή Κληρικοῦ εἰς τό Συμβούλιον Ἐπικρατείας, εἶνε πρᾶξις ἀξία τιμωρίας;».
Γίνεται ἀκόμη ἐπίκλησις καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς δεοντολογίας. Ἀλλ’ ἡ ἐκκλησιαστική δεοντολογία εἶνε ἔννοια τελείως ρευστή καί ἀόριστος. Καί βεβαίως εἰς ρευστά καί ἀόριστα πράγματα δέν εἶνε δυνατόν νά στηρίζονται κατηγορίαι».[3]
Βάσει ὅσων παραθέσαμε, ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι, θά πρέπει νά βλέπουμε τά ζητήματα μέ μεγαλύτερη προσοχή καί ὄχι νά τά προσπερνοῦμε μέ ἀφορισμούς. Εἶναι διαφορετικά τά ζητήματα στά ὁποῖα θίγεται κάποιος ἄνθρωπος προσωπικά (π.χ. τά περιουσιακά του στοιχεῖα) καί ἄλλο πρᾶγμα ὅταν θίγονται ζητήματα πού ἀφοροῦν στήν λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ ἄδικη καταδίκη ἑνός Μητροπολίτη, ἐπειδή φαίνεται ὅτι προσπαθεῖ νά τηρεῖ ἀπαρεγκλίτως τά ὅσα παρέλαβε ἀπό τήν Ἐκκλησία καί, μάλιστα, χωρίς μία δίκαιη δίκη, σύμφωνα μέ τούς Ἐκκλησιαστικούς καί τούς κοσμικούς κανόνες δικαίου. Σέ αὐτή τήν περίπτωση, θά ἔπρεπε νά στηρίζουμε τόν ἀγῶνα τοῦ Μητροπολίτου, διότι εἶναι ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας.
Τέλος, ὁ Μητροπολίτης Τυχικός, ὅπως καί κάθε ἄνθρωπος ὅταν ἀδικεῖται, εἴτε προσφύγει στήν κοσμική δικαιοσύνη, εἴτε ὄχι, δέν στερεῖται σέ καμμία περίπτωση τῆς δυνατότητος νά ἁγιάσει. Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, μέ τήν στάση μας νά σιωποῦμε μπροστά σέ κάθε ἀδικία, ὅταν ἀφορᾶ ἄλλους καί, ἀκόμα χειρότερα, νά κριτικάρουμε τούς πάντες, τί εἴδους ἄνθρωποι εἴμαστε τελικά;
Ὁ Πατέρας καί Διδάσκαλός μας π. Βασίλειος Βολουδάκης εἶναι ἄκρως διαφωτιστικός ὡς πρός τήν στάση τήν ὁποία θά πρέπει νά τηροῦμε σέ ἀνάλογες περιπτώσεις. Πρωτίστως ἐμεῖς οἱ Κληρικοί καί κατά ἀναλογίαν ὁ λαός τοῦ Θεοῦ:
«Ὅλοι ἔχουμε λοιπόν εὐθύνη. «Ἔ, ἐγώ λέει, εἶμαι ἕνας παπαδάκος στήν ἄκρη». Τί παπαδάκος; Παπαδάκος εἶναι ἡ Ἱερωσύνη; Εἴμαστε σύνεδροι τοῦ Ἐπισκόπου! Εἴτε τό θέλουμε, εἴτε ὄχι. Κακῶς ὁ Ἐπίσκοπος μιλάει χωρίς ἐμᾶς. Ἀλλά ἐμεῖς πρέπει νά γίνουμε Ἱερεῖς. Νά γίνουμε σύνεδροι τοῦ Ἐπισκόπου. Νά μᾶς νιώσει ὅτι ὑπάρχουμε δίπλα του! Ἄν ὅμως, ἀπό τούς ἑκατό, πᾶνε οἱ πενῆντα καί τόν ξεσκονίζουν καί τόν κολακεύουν καί οἱ ὑπόλοιποι δέν μιλᾶνε, φυσικά καί θά κάνει ὁ Ἐπίσκοπος ὅ,τι θέλει.
[…] Ἐγώ πάντως, θά ἤθελα, ὄχι νά φτιάξουμε μιά ἰσχυρή ὁμάδα, ἀλλά νά ὑπάρξει μία ὁμάδα Κληρικῶν πού θέλουμε νά κάνουμε τήν θέση τοῦ Ἐπισκόπου μας πιό εὐκολη καί πιό ἐλαφρά καί νά ἔχει καλύτερη ἀπολογία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Διότι τό αἰσθάνομαι αὐτό, ὅτι ὡς Κληρικοί δέν ἔχουμε κάνει τό χρέος μας νά εἴμαστε σύνεδροι τοῦ Ἐπισκόπου, ἀσχέτως τοῦ ἄν μᾶς ἀκούει ἤ ὄχι […]».[4]
Σημειώσεις: [1] Ἀρχιμ. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον, ἐκδ. Παπαδημητρίου, Ἀθήνα, 1998, σελ. 185-186. [2] Ὅ. π., σελ. 209. [3] Ἀρχιμ. π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Ἄρθρα-Μελέται-Ἐπιστολαί, τόμος Α΄, ἐν Αθήναις 1986, σελ. 209-211. [4] Νινέττα Βολουδάκη (ἐπιμ.), π. Βασίλειος, «Ὁ Ἥλιος ὁ Ὁρατός ἀπό τόν Οὐρανό», ἐκδ. Ὑπακοή, Ἀθήνα, 2025, σελ. 75-77.




