Κοίμησις καὶ μετάστασις τῆς Θεοτόκου

Share:

Τοῦ κ. Παύλου Κλιματσάκη, διδάκτορος Φιλοσοφίας

  Τὸ ξέρετε ὅτι γιὰ τὴν ὥρα ὁ μόνος ἔνοικος τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος; Ἡ Ἐκκλησία μας διακρίνει τὸν “Παράδεισο”, ὅπου πηγαίνουν οἱ ψυχὲς τῶν ἁγίων καὶ τῶν μετανοούντων καὶ ἐκεῖ ἀναμένουν τὴν σωματική τους ἀνάσταση, ἀπὸ τὴν Βασίλεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θὰ ξεκινήσει μὲ τὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι οὐσιαστικὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν εὑρίσκεται, ὡς μόνη ποὺ ἔχει ἄφθαρτο σῶμα, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ὁ μόνος ἔνοικος λοιπὸν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.  Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἐκφώνησε τρεῖς Λόγους (Ὁμιλίες) «εἰς τὴν ἔνδοξον Κοίμησιν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας». Οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν εἶναι μόνον ἐγκωμιαστικὰ κείμενα, ἀλλὰ συνιστοῦν δογματικὴ σύνθεση γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου, καθὼς ἀναδεικνύουν τὴ στενὴ σύνδεση τῆς Παναγίας μὲ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Θὰ παρουσιάσουμε ἐδῶ τὰ βασικὰ θεολογικὰ μοτίβα ποὺ ἀναδεικνύονται ἀπὸ τὴ σκέψη τοῦ ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ σχετικὰ μὲ τὸν θάνατο, τὴν ταφή, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴ μετάσταση τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ.

Τὸ μυστήριον τῆς θείας οἰκονομίας  καὶ ἡ ἀνακαίνισις τῆς κτίσεως

Κατὰ τὸν Δαμασκηνό, ἡ Θεοτόκος δὲν εἰσέρχεται στὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀλλὰ εἶναι προορισμένη «ἀπὸ ἀρχαίων γενεῶν», ἐντός τῆς «προαιωνίου βουλῆς καὶ εὐδοκίας» τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὡς ἐκείνη ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ προαιώνιος Λόγος θὰ προσλάμβανε σάρκα ἀληθινή, «σάρκα ἀπὸ ζωή, φῶς ἀπὸ φῶς» (σ. 243). Ἡ κοίμησή της εἶναι ἐξίσου «ἔνδοξη καὶ ἀληθινὰ ἱερὴ καὶ πανευφημημένη» μὲ τὴ γέννησή της (σ. 243), διότι ὑπάγεται στὴν ἴδια θεϊκὴ οἰκονομία πού ὥρισε τὴ Σάρκωση. Καθὼς ἡ Θεοτόκος ἀνήκει στὴν προαιώνια καὶ ἄχρονη βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοίμηση ἐγγράφεται στὴν ἴδια οἰκονομία τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.

Τὸ βασικότερο θεολογικὸ μοτίβο στὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ εἶναι ἡ ὀργανικὴ σύνδεση τῆς Θεοτόκου μὲ τὴν ἀνακαίνιση τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ὁλόκληρης τῆς δημιουργίας. Ἡ Παναγία προσεγγίζεται ὡς τὸ ἀπαραίτητο σκεῦος ἐκλογῆς, μέσῳ τοῦ ὁποίου ὁ Κτίστης ἀναμόρφωσε τὸν κόσμο. Τὸ Γενέθλιο, ὁ Εὐαγγελισμός, ἀλλὰ κατεξοχὴν ἡ Κοίμησή της ἀποτελοῦν γεγονότα κοσμικῆς ἐμβέλειας καὶ προκαλοῦν τὴν ἀγαλλίαση τῆς ὁρατῆς καὶ τῆς ἀόρατης κτίσης. Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου σηματοδοτεῖ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἐπίγειας παρουσίας ἐκείνης ποὺ λειτούργησε ὡς γέφυρα μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς. Ὁ Δαμασκηνὸς τονίζει ὅτι μὲ τὸν τόκο της, ἡ Παρθένος «μετεστοιχείωσε» τὴ φθαρμένη φύση πρὸς τὸ κρεῖττον, προσφέροντας στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα ἀναφαίρετο θησαυρὸ ἀγαθῶν. “Διότι μέσῳ αὐτῆς ὁ Κτίστης μεταμόρφωσε ὁλόκληρη τὴ φύση πρὸς τὸ καλύτερο, μὲ ἐνδιάμεσο τὴν ἀνθρωπότητα». Ἡ μετάσταση τῆς Θεοτόκου δὲν εἶναι ἀτομικὴ ἐπιβράβευση, ἀλλὰ ἀπαρχὴ καὶ τῆς δικῆς μας δόξας, ἐγγύηση ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σάρκα ἔχει πλέον τὴ δυνατότητα νὰ εἰσέλθει μόνιμα στὰ ἄδυτα τῆς θείας βασιλείας.

Ὁ ζωηφόρος θάνατος τῆς Θεοτόκου

  Γιατί ἔπρεπε νὰ πεθάνει ἡ Θεοτόκος; Ἐφόσον ἡ Μαριὰμ γέννησε τὴν ἴδια τὴν Αὐτοζωή, τὸν νικητὴ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ἅδου, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Γιατί ὑπέκυψε στὸν νόμο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου; Ὁ Δαμασκηνὸς δὲν διστάζει νὰ ὁμολογήσει ὅτι ἡ Θεοτόκος πέθανε πραγματικά· τὸ ἀντίθετο θὰ ἀνέτρεπε τὴν πληρότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς της καὶ θὰ εἰσήγαγε λανθάνοντα δοκητισμό. Ὁ θάνατος ἦταν ὑποχρέωση πού ἀκόμη κι ἐκείνη ὀφείλει νὰ «ἀποθέσει», ὥστε τὸ σῶμα της νὰ «ντυθεῖ τὴν ἀφθαρσία» (σ. 261)  Ἡ Θεοτόκος ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσει τὴν ἴδια πορεία μὲ τὸν Υἱό της. Ὅπως ὁ Χριστὸς προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη θνητότητα καὶ πέθανε σωματικὰ, γιὰ νὰ νικήσει τὸν θάνατο ἐκ τῶν ἔσω, ἔτσι καὶ ἡ Μητέρα Του ἔπρεπε νὰ κοινωνήσει μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ἐπιβεβαιώνοντας τὴν ἀληθῆ της ἀνθρωπότητα. Ὁ θάνατος τῆς Παναγίας στερεῖται ὅμως τοῦ κέντρου τῆς ἁμαρτίας, δὲν εἶναι ἑπομένως προϊὸν κατάκρισης, ἀλλὰ μία φυσικὴ «κοίμηση», διάβαση ἀπὸ τὰ φθαρτὰ στὰ ἄφθαρτα. Ὁ θάνατος τῆς Θεοτόκου εἶναι συγχρόνως πλήρως φυσικὸς καὶ πλήρως μεταμορφωμένος. «Πεθαίνει κατὰ τὴ σάρκα καὶ ὁ θάνατος καταργεῖ τὸν θάνατο καὶ κάνει τὴ νέκρωσή μας πηγὴ τῆς ἀναστάσεως» (σ. 261). Ὁ θάνατος δὲν ἀποφεύγεται, ἀλλὰ καταργεῖται διαλεκτικά· ἡ Θεοτόκος περνᾶ ἀπὸ μέσα του καὶ τὸν ἀδειάζει ἀπὸ τὴ φθοροποιό του δύναμη. Ἡ πατερικὴ στάση στὸ ἐρώτημα περὶ τοῦ θανάτου τῆς Θεοτόκου εἶναι ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ τιμωρία, ἀλλὰ γιὰ πέρασμα (διάβαση), ἀνάλογο πρὸς τὸ Πάσχα τοῦ ἴδιου τοῦ Υἱοῦ της. Τὸ σῶμα της, ποὺ ὑπῆρξε τὸ καθαρότατο δοχεῖο τοῦ Θεοῦ Λόγου, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ κρατηθεῖ αἰχμάλωτο ἀπὸ τὸν Ἅδη οὔτε νὰ γνωρίσει τὴ σήψη τοῦ τάφου.  Ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου παρουσιάζεται ὡς «νυμφικὸς θάλαμος», ὅπου τὸ σῶμα της «ἀνεβαίνει στὸν οὐράνιο νυμφώνα, γιὰ νὰ συμβασιλεύσει μὲ μεγαλοπρέπεια μὲ τὸν Υἱὸ καὶ Θεὸ της» (σ. 320).

Ἡ ὑποστατικὴ ἕνωσις, ἡ θέωσις τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἀντίδοσις τῶν ἰδιωμάτων

Ὁ Δαμασκηνὸς χρησιμοποιεῖ αὐστηροὺς δο-γματικοὺς ὅρους τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνας, γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὸ μυστήριο τῆς Θεοτόκου. Οἱ ἀναλύσεις αὐτὲς ἀποτελοῦν τὸ θεολογικὸ ὑπόβαθρο, γιὰ νὰ κατανοηθεῖ ἡ ἀφθαρσία τοῦ θεομητορικοῦ σώματος μετὰ τὴν Κοίμηση.Τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο διαμορφώθηκε ἀπὸ τὰ πάναγνα αἵματα τῆς Παρθένου, θεώθηκε πλήρως λόγῳ τῆς καθ’ ὑπόστασιν ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων. Μέσῳ τῆς «περιχωρήσεως» τῶν φύσεων καὶ τοῦ τρόπου τῆς «ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων», τὰ ἀνθρώπινα γίνονται στοιχεῖα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ θεῖα περνοῦν στὸν ἄνθρωπο. «Καὶ τὰ ἀνθρώπινα στοιχεῖα γίνονται στοιχεῖα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τὰ στοιχεῖα τοῦ Θεοῦ περνοῦν στὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν τρόπο τῆς ἀντίδοσης καὶ τῆς ἀσύγχυτης ἀλληλοπεριχώρησης καὶ τῆς ἀπόλυτης ὑποστατικῆς ἕνωσης. Γιατί εἶναι ἕνας Αὐτὸς ποὺ καὶ ἐκεῖνο ἦταν αἰώνια καὶ αὐτὸ ἔγινε ἀργότερα». Ἐφόσον, λοιπόν, ἡ σάρκα τοῦ Χριστοῦ ἔλαβε αὐτὴ τὴν «πάνω ἀπὸ τὸ νοητὸ ἄτρεπτη θέωση», ἡ πηγὴ αὐτῆς τῆς σάρκας, ἡ Θεοτόκος, κατέστη ἐπίσης μέτοχος αὐτῆς τῆς θείας δόξας καὶ ἀφθαρσίας. Ἡ δόξα τοῦ Υἱοῦ ἀντανακλᾶται ἄμεσα στὸ σῶμα τῆς Μητέρας Του. Ἡ μήτρα ποὺ χώρεσε τὸν Ἀχώρητο δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ μετασταθεῖ ὁλόκληρη (σῶμα καὶ ψυχὴ) στὴν οὐράνια μακαριότητα.

Ἡ μετάστασις (ἔγερσις καὶ ἀνάληψις) τῆς Θεοτόκου

Ὁ Δαμασκηνὸς ἀποφεύγει τὸν ὅρο «θάνατος» ὡς τελικὴ περιγραφή, προτιμώντας τοὺς ὅρους «κοίμηση» καὶ «μετάσταση», ποὺ σημαίνει μετάθεση, μετακίνηση σὲ ἄλλο τόπο, ὄχι ἀφανισμό. Τὸ διατυπώνει ρητά: αὐτὸ πού συνέβη ὀνομάστηκε «θάνατος», ἀλλὰ ἡ πιὸ κατάλληλη ὀνομασία εἶναι «μετάσταση» ἢ «κοίμηση» (σ. 263). Πρόκειται γιὰ «ζωαρχικὴ κοίμηση» (σ. 258-259)· ἡ ψυχὴ τῆς Θεοτόκου δὲν παραδίδεται στὴ φθορὰ, ἀλλὰ σὲ «ἀνεξιχνίαστο πέλαγος φιλανθρωπίας», ὥστε τὸ σῶμα της, μολονότι ὑπόκειται στὴν ταφή, νὰ μὴ γνωρίσει διάλυση (σ. 258). Οἱ διατυπώσεις αὐτὲς ἀποτυπώνουν τὴ δογματικὴ πεποίθηση ὅτι ἡ Κοίμηση εἶναι ἡ πρώτη, προσωπικὴ ἐφαρμογὴ τῆς καθολικῆς ἀναστάσεως τῶν σωμάτων τῶν ἀνθρώπων, μιὰ πρόγευση τοῦ ἐσχάτου γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση, πού ἀρχίζει ἀπὸ τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο, μέσῳ τοῦ ὁποίου ὁ Λόγος «ἔλαβε σάρκα».

Ὁ Ἅγιος διδάσκει μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι ἡ Παναγία δὲν παρέμεινε στὸν τάφο. Μετὰ τὴν τριήμερη ταφή της, ὁ Υἱὸς καὶ Κύριός της τὴν ἀνέστησε καὶ μετέστησε τὸ ἅγιο σῶμα της στοὺς οὐρανούς.Ἡ μετάσταση αὐτὴ περιγράφεται ὡς μία ἀντίστροφη πορεία ἀπὸ ἐκείνη τῆς Ἐνανθρωπήσεως: Ὅπως ὁ Λόγος κατῆλθε καὶ σκήνωσε στὴν παρθενικὴ μήτρα, ἔτσι τώρα ὁ Υἱὸς ὑποδέχεται τὴ Μητέρα Του στοὺς πατρικοὺς κόλπους. Ἡ Παναγία καθίσταται ἡ πρώτη ἀπὸ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος ποὺ βιώνει τὴν πλήρη, σωματικὴ ἀνάσταση καὶ δόξα πρὶν ἀπὸ τὴν Κοινὴ Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία. Ἡ εἴσοδος τῆς Θεοτόκου στὸν οὐρανὸ περιγράφεται μὲ θριαμβευτικοὺς τόνους. Οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἐξίστανται καὶ ὑποκλίνονται μπροστὰ στὴ Βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων, ἐνῶ οἱ δαίμονες φρίττουν. Ὁ τάφος της στὴ Γεσθημανὴ παραμένει κενός, ἀποτελώντας ἕνα διαρκὲς μνημεῖο τῆς νίκης ἐπὶ τῆς φθορᾶς, ἕνας τόπος προσκυνήσεως ἀπ’ ὅπου πηγάζει ἴαση καὶ χάρη γιὰ ὅλους τούς πιστούς. Ὅπως λέει ὁ Δαμασκηνός, μέσῳ τῆς Θεοτόκου λύθηκε ὁ παλαιὸς πόλεμος μὲ τὸν Κτίστη, πραγματοποιήθηκαν οἱ καταλλαγές, δόθηκε εἰρήνη καὶ χάρη, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν σύντροφοι τῶν ἀγγέλων καὶ τέκνα Θεοῦ. «Ἐν ταύτῃ ὁ Θεὸς μὲν ἄνθρωπος, καὶ Θεὸς ὁ ἄνθρωπος γέγονε».

 Ἡ θαυματουργικὴ συνάθροισις τῶν Ἀποστόλων

Καὶ οἱ τρεῖς ὁμιλίες ἀναφέρονται στὸ θαῦμα τῆς συνάξεως τῶν Ἀποστόλων γύρω ἀπὸ τὴν κλίνη τῆς Θεοτόκου. Οἱ Ἀπόστολοι, διεσπαρμένοι στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης γιὰ τὸ κήρυγμα, συναθροίζονται στὰ Ἱεροσόλυμα «μὲ θεϊκὸ πρόσταγμα», μεταφερόμενοι «σὰν μέσα σὲ σύννεφο» (σ. 261). Τὸ μοτίβο αὐτὸ ἀφενὸς προσδίδει στὴν Κοίμηση χαρακτήρα ἐκκλησιολογικοῦ, καὶ ὄχι μόνο ἰδιωτικοῦ, γεγονότος. Ἡ Θεοτόκος κοιμᾶται περιστοιχισμένη ἀπὸ τὸ σύνολο τῆς ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς νὰ πρόκειται γιὰ σύναξη τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ προσώπῳ της, ἀφετέρου θεμελιώνει τὴν ἀξιοπιστία τῆς ἐπακόλουθης μαρτυρίας περὶ τοῦ κενοῦ τάφου: μάρτυρες τοῦ θαύματος δὲν εἶναι ἀόριστοι πιστοί, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι, «αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι» τῆς Μεταστάσεως, ὅπως ἀκριβῶς ὑπῆρξαν καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Ἡ δοξολογικὴ ὑπεροχὴ  ἔναντι τῶν ἀγγελικῶν ταγμάτων

Καὶ στὶς τρεῖς ὁμιλίες ἐπανέρχεται τὸ μοτίβο τῆς μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου ὡς γεγονότος στὸ ὁποῖο συμμετέχει ὅλη ἡ ἀγγελικὴ ἱεραρχία, ὄχι ὡς ἁπλῶς συνοδοιπόροι, ἀλλὰ ὡς ὑποτεταγμένοι στὴν τιμή της: «Ἐσένα σὲ μετέφεραν ἄγγελοι μαζὶ μὲ τοὺς ἀρχαγγέλους. Μὲ τὴ δική σου ἄνοδο ἔφριξαν τὰ ἀκάθαρτα καὶ ἀνίερα πνεύματα» (σ. 263). Ἡ Θεοτόκος, μολονότι κτιστή, ἀνέρχεται κατὰ χάριν «πάνω ἀπ’ ὅλες τὶς τάξεις τὶς ἀγγελικὲς» (σ. 331), λόγῳ τῆς μοναδικῆς σχέσεώς της μὲ τὸν σεσαρκωμένο Λόγο. Ἡ ὑπεροχὴ αὐτὴ ἔναντι τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων ἀποτελεῖ σταθερὸ μοτίβο τῆς βυζαντινῆς ὑμνογραφίας καὶ εἰκονογραφίας.

Ἡ μεσιτεία καὶ ἡ διαρκὴς παρουσία τῆς Θεοτόκου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν

Ἕνα πρακτικὸ καὶ βαθιὰ παρηγορητικὸ μοτίβο ποὺ διατρέχει τὶς ὁμιλίες τοῦ Δαμασκηνοῦ εἶναι ὅτι ἡ μετάσταση τῆς Παναγίας στοὺς οὐρανοὺς δὲν σημαίνει τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ κόσμου. Ἀντίθετα, ἡ Θεοτόκος, εὑρισκόμενη δίπλα στὸν θρόνο τοῦ Υἱοῦ της, ἀποκτᾶ ἀκόμη μεγαλύτερη παρρησία καὶ γίνεται ἡ διαρκὴς μεσίτρια καὶ προστάτιδα ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ Παναγία λειτουργεῖ ὡς ἡ «κλειδοῦχος» τῆς θείας φιλανθρωπίας. Ἔχοντας ζήσει τὸν ἀνθρώπινο πόνο, τὶς θλίψεις καὶ τὸν ἴδιο τὸν θάνατο, εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοεῖ ἀπόλυτα τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Ὁ Δαμασκηνὸς καλεῖ τοὺς πιστοὺς νὰ προσέρχονται μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὶς πρεσβεῖες της, καθὼς ἡ μητρική της ἀγάπη ἀγκαλιάζει κάθε πτυχὴ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Παναγία δὲν εἶναι ἁπλῶς δέκτης τῆς χάριτος, ἀλλὰ καὶ πηγή της. Ὀνομάζεται «πηγὴ τοῦ ἀληθινοῦ φωτός», «ἀδαπάνητος θησαυρὸς τῆς αὐτοζωῆς», «πλούσια ἀνάβλυση τῆς εὐλογίας». Ἀπὸ αὐτὴν ρέουν ποταμοὶ χάριτος, πηγὲς ἰαμάτων, εὐλογία ἀδιάκοπη.

Συμπέρασμα

  Γιὰ τὸν Δαμασκηνὸ ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα τῆς οἰκονομίας: ἡ Μητέρα ποὺ δέ-χθηκε τὸν ἄναρχο Λόγο μέσα της δὲν ὑπόκειται στὴ φθορὰ τοῦ θανάτου, ἀλλὰ μετατίθεται σώματι καὶ ψυχῇ σὲ ἀνώτερη σκηνή. Τὸ γεγονὸς εἶναι ταυτόχρονα προσωπικὸ (ἡ ἐκδημία της), ἐκκλησιαστικὸ (σύναξη ἀποστόλων, μητέρα τῶν Ἐκκλησιῶν) καὶ κοσμικὸ (ἁγιασμὸς τοῦ ἀέρα, φρίκη τῶν δαιμόνων, χαρὰ τῶν οὐρανῶν). Μὲ τὴν ποιητική του γλώσσα καὶ τὴ δογματικὴ ἀκρίβεια, ὁ Δαμασκηνὸς καθιστᾶ τὴν Κοίμηση ὄχι ἁπλῶς ἑορτὴ μνήμης, ἀλλὰ ζωντανὴ ἀποκάλυψή του ὅτι ὁ θάνατος ἔχει ἤδη καταργηθεῖ μέσα ἀπὸ τὴ Μητέρα τῆς Ζωῆς.

  Τὰ θεολογικὰ μοτίβα πού ἀναφέρθηκαν, δηλαδὴ  ἡ Θεοτόκος ὡς κλίμακα πού ἑνώνει τὰ ἄκρα, ὁ τάφος ὡς σημεῖο τομῆς φθορᾶς καὶ ἀφθαρσίας, ἡ Θεοτόκος ὡς ὑπερτέρα τῶν ἀγγέλων, ἀλλὰ ὄχι ταυτόσημη μὲ τὸ ἄκτιστο, ἀναλαμβάνονται καὶ ἀπὸ τὴν ὕστερη ἀπὸ τὸν Δαμασκηνὸ θεολογία καὶ ἰδίως στὴν θεολογία τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ στὶς ὁμιλίες του περὶ Κοιμήσεως, ὅπου ἡ Θεοτόκος περιγράφεται ρητὰ ὡς «μεθόριον κτιστῆς καὶ ἀκτίστου φύσεως»). Ἐκεῖ ὅπου ὁ Δαμασκηνὸς λέει «γέφυρα», «κλίμακα», «πύλη», ὁ Παλαμᾶς θὰ πεῖ «μεθόριον»· γιὰ νὰ ἀπαντήσει ἀκριβῶς στὸ ἐρώτημα: πῶς μπορεῖ ἕνα κτιστὸ πρόσωπο νὰ γίνει, χωρὶς νὰ πάψει νὰ εἶναι κτιστό, ὁ τόπος ὅπου τὸ ἄκτιστο γίνεται προσιτό. Στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου ἡ κτίση ἀγγίζει, χωρὶς νὰ συγχέεται, τὴν ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ.

  Next Article

Ἀπὸ τὸ Ἱερὸν Βῆμα εἰς τά Μέσα Κοινωνικῆς Δικτυώσεως