Ὁ Ἱερώνυμος ὡς «δομεὺς» ὑποκληρικῶν καὶ ἀντικανονικῶν Βοηθῶν Ἐπισκόπων
Ο ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ
Ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχή, ἡ Συνοδικότης καὶ ἡ κανονικὴ διάκρισις ἑκάστης ἐπισκοπικῆς διακονίας. Ἡ Ἀποστολική Διαδοχή δέν εἶναι ψιλός τιμητικός τίτλος, ἀλλά ἡ μυστηριακή καί κανονική συνέχεια τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας.
Τοῦ κ. Παναγιώτου Κοσμίδη, θεολόγου
«Οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τὴν τιμήν, // ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, // καθάπερ καὶ Ἀαρών» (Ἑβρ. ε΄, 4).
Α. ΠΛΗΘΩΡΑ ΒΟΗΘΩΝ ΥΠΟΤΙΜΗΜΕΝΩΝ
Ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἔκπτωσις εἰς «μηχανὴν ὑποκληρικῶν»
Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὁ Προκαθήμενος Ἱερώνυμος Λιάπης προβαίνει εἰς ἀκατάσχετον χειροτονίαν Βοηθῶν Ἐπισκόπων. Ἐν πάσῃ συγκλήσει τῆς Ἱεραρχίας ἡ κανονικὴ τάξις ἐκτροχιάζεται διὰ τῆς τεχνητῆς δημιουργίας ὑποτιμημένων Ἀρχιερέων. Πρόκειται οὐσιαστικῶς περὶ μιᾶς ἰδιοτύπου «μηχανῆς» πρὸς συντέλεσιν ὑποκληρικῶν μετὰ μίτρας. Διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν, ἡ τοιαύτη πρακτικὴ τυγχάνει προφανέστατα ἀντικανονικὴ καὶ ἀλλοιωτικὴ τοῦ τε Ἀρχιερατικοῦ καὶ Ἀποστολικοῦ ἀξιώματος.
Αὕτη ἡ κανονικὴ ἐπιταγὴ ἐμφαίνεται σαφῶς καὶ ἐν τῷ ἀρχικῷ Καταστατικῷ Χάρτῃ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Νόμος 590/1977, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς σχετικὰς νομοθετικὰς ῥυθμίσεις) [1700/1987], ὅπου κατηργήθησαν ὁλοσχερῶς οἱ τε Βοηθοὶ Ἐπίσκοποι καὶ παραλλήλως οἱ ἀποκαλούμενοι Τιτουλάριοι Μητροπολῖται, πρὸς διασφάλισιν τῆς αὐθεντικότητος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ θεσμοῦ.
Ὀφείλομεν, λοιπόν, νὰ ἐξετάσωμεν τὸ συντελούμενον τοῦτο δρᾶμα τῶν φιλοδόξων ῥασοφόρων, τὸ ὁποῖον ἀλλοιώνει ἐκ θεμελίων τὴν γνησίαν ἐκκλησιαστικὴν διακονίαν, ὡς αὕτη ὁρίζεται κατωτέρω.
Ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Συνοδικότης
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς φύσιν καὶ τάξιν, συνοδικὴ καὶ ἐπισκοπική. Ὁ Ἐπίσκοπος, ὡς διάδοχος τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, φέρει τὸ πλήρωμα τῆς Ἀρχιερωσύνης καὶ ἀναλαμβάνει τὴν ποιμαντικὴν εὐθύνην τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, οὐχὶ ὡς κοσμικὸς ἄρχων, ἀλλ’ ὡς διάκονος τῆς Ἐκκλησίας, στοιχῶν τῷ εὐαγγελικῷ λόγῳ: «οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ’ ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος» (Ματθ. κ΄, 26).
Ἐκκλησία ἄνευ Συνοδικότητος οὐδόλως νοεῖται. Ἡ Συνοδικότης δὲν εἶναι ἁπλοῦς διοικητικὸς μηχανισμὸς οὔτε περιστασιακὴ διαδικασία συνεννοήσεως· ἀποτελεῖ συστατικὸν στοιχεῖον τῆς αὐτῆς ἐκκλησιολογικῆς τάξεως, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐνεργούμενόν τε καὶ συγκροτούμενον. Ὁ Ἐπίσκοπος δὲν ὑφίσταται ὡς αὐτόνομος ἄρχων, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς κοινωνίας τῶν Ἐπισκόπων καὶ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴν Σύνοδον ἐθεσπίσθη τὸ «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξ. ιε΄, 28) ὡς ὁ ἀπαρασάλευτος γνώμων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀποφάνσεως.
Ἐκκλησία χωρὶς Σύνοδον, χωρὶς δηλονότι τὴν ἐν ἀγάπῃ κοινωνίαν, συνεννόησιν καὶ κοινὴν εὐθύνην τῶν Ἐπισκόπων, ἀναιρεῖ τὴν ἰδίαν αὐτῆς συνοδικὴν φύσιν. Ἡ ἐπισκοπικὴ αὐθεντία, συνεπῶς, δὲν νοεῖται ὡς ἀτομικὴ καὶ ἀνεξέλεγκτος ἐξουσία, ἀλλ’ ὡς διακονία θυσιαστικὴ ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς παραδεδομένης κανονικῆς τάξεως, μακρὰν ἀπὸ διοικητικὰς αὐθαιρεσίας.
Ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ δὲν εἶναι ψιλὸς τιμητικὸς τίτλος, ἀλλὰ ἡ μυστηριακὴ καὶ κανονικὴ συνέχεια τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας. Διὰ τῆς κανονικῆς Ἐπισκοπικῆς Χειροτονίας ὁ Ἐπίσκοπος μεταλαμβάνει τοῦ πληρώματος τῆς Ἀρχιερωσύνης καὶ ἐντάσσεται ὀργανικῶς εἰς τὴν χορείαν τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς.
Κατακόρυφος αὔξησις ἀντικανονικῶν Βοηθῶν Ἐπισκόπων
Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη παρατηρεῖται εἰς ὁρισμένας ἐκκλησιαστικὰς διοικήσεις αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βοηθῶν Ἐπισκόπων. Ἡ παρουσία των δύναται νὰ ἀποτελῇ χρήσιμον θεσμόν, ἰδίως ὅταν αἱ ποιμαντικαὶ ἀνάγκαι τῆς ἐπαρχίας εἶναι μεγάλαι καὶ ὁ Ἐπίσκοπος χρειάζεται συνεργάτην διὰ συγκεκριμένον ἔργον, κατὰ τὴν κανονικὴν τάξιν τῆς συμπράξεως καὶ τῆς διακονίας.
Ἐπιπλέον, τὸ ζήτημα ἀνακύπτει ἐκ τοῦ ἀντικανονικοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ θεσμὸς οὗτος χρησιμοποιεῖται καὶ ὁριοθετεῖται· διότι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρχιερέων δὲν σημαίνει κατ’ ἀνάγκην καὶ αὔξησιν τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ αὐτὴ διακονία θὰ ὤφειλε —πρᾶγμα φυσικῶς ἀδύνατον— νὰ συνοδεύεται ἀπὸ πραγματικὴ ποιμαντικὴ εὐθύνη.
Καθὼς κατὰ τὸν Α΄ Κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου (καὶ κατὰ πλήρη ἀναλογίαν πρὸς τοὺς παλαιοὺς Χωρεπισκόπους), οἱ βοηθοὶ ὀφείλουν μὲν ἀπαρεγκλίτως νὰ ἐνεργοῦν «μετὰ προνοίας τοῦ ἐπισκόπου, ᾧ ὑπόκεινται», πληρούμενοι ὅμως πραγματικῆς ἀρχιερατικῆς διακονίας. Ἐπειδὴ τοῦτο οὐδόλως συντελεῖται, προφανέστατα, ὁ σύγχρονος οὗτος θεσμὸς τῶν Βοηθῶν Ἐπισκόπων λογίζεται ἀντικανονικός, σὲ πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς παλαιοὺς Χωρεπισκόπους, τῶν ὁποίων ἡ δρᾶσις ἐκρίνετο κανονικὴ καὶ εὐαγγελική· καθόσον ἐκεῖνος ὁ Ἀρχιερεὺς εἶχεν ἴδιον ποίμνιον, ἰδίαν ἐπαρχίαν, ἰδίαν διακονίαν καὶ ἐνεργὸν μετοχὴν εἰς τὰς Ἱερὰς Συνόδους, οὐχὶ δὲ ψιλὸν τίτλον ἐστερημένον οὐσίας.
Ψηφοφορία τοῦ ὑποδειχθέντος ἐκλεκτοῦ
Ἡ διαδικασία τῆς ἐκλογῆς τῶν Βοηθῶν Ἐπισκόπων κρίνεται ἐν πολλοῖς προβληματική. Ὁ αἰτῶν Μητροπολίτης, προκειμένου νὰ λάβῃ Βοηθὸν Ἐπίσκοπον, ὁρίζει κατὰ τὸ ἔθος τρεῖς ὑποψηφίους διὰ τὸ τριπρόσωπον δελτίον. Στὴν πρα-γματικότητα, ὅμως, προκρίνει τὸν δικόν του ἐκλεκτὸν καὶ προσθέτει ἑτέρους δύο ὑποψηφίους ὡς προσχηματικοὺς ἢ προδήλως ἀκαταλλήλους, ἐξευτελίζοντας τὴν διαδικασίαν. Ἐν συνεχείᾳ, ἡ Ἱεραρχία, συρομένη εἰς ἕνα οἱονεὶ διορισμόν, ἐκλέγει τὸν ὑποδειχθέντα, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ οὐσιαστικῶς λοιδορίαν καὶ ἐμπαιγμὸν τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τοῦ συγκροτοῦντος τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτὴ ἡ μορφὴ ἐκλογῆς ἐνίοτε προκαλεῖ ὀξύτατα κανονικὰ ζητήματα, ὅπως τὴν αἰφνιδίαν ἐκλογὴν τοῦ μὴ ὑποδειχθέντος ἢ τὴν ἄρνησιν χειροτονίας τοῦ ἐκλεγέντος. Ἡ τοιαύτη πρακτικὴ ἔρχεται σὲ εὐθεῖαν ἀντίθεσιν πρὸς τὸν Ϛ΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ γίνεται διὰ τῆς «τῶν πλειόνων ψήφου» μετὰ πάσης ἐλευθερίας, μακρὰν ἀπὸ μεθοδεύσεις ποὺ ἀκυρώνουν τὸ συνοδικὸν πολίτευμα.
Β. ΒΟΗΘΟΙ ΜΕ ΠΛΗΡΗ ΑΡΧΙΕΡΩΣΥΝΗΝ
Κανονικότης Ἀρχιερωσύνης καὶ δικαιοδοσίας
Ἐνταῦθα ἀπαιτεῖται σαφὴς καὶ ἀπαραίτητος διάκρισις μεταξὺ τῆς Ἀρχιερωσύνης, ἡ ὁποία παρέχεται διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐπισκοπικῆς Χειροτονίας, καὶ τῆς κανονικῆς δικαιοδοσίας, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὴν ἀνάθεσιν συγκεκριμένης ἐκκλησιαστικῆς ἐπαρχίας.
Ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος, ἐφ’ ὅσον ἔχει κανονικῶς χειροτονηθῇ, εἶναι πλήρης Ἐπίσκοπος ὡς πρὸς τὸ μυστήριον τῆς Ἀρχιερωσύνης καὶ τὴν Ἀποστολικὴν Διαδοχήν. Ὡς πρὸς τὸν ἐπισκοπικόν βαθμόν, δὲν ὑφίσταται διάκρισις «πρώτης» καὶ «δευτέρας» κατηγορίας· ἡ Ἐκκλησία οὐδόλως γνωρίζει Ἐπισκόπους ἐλλιπεῖς κατὰ τὴν Χάριν τοῦ μυστηρίου. Ἄλλο, ὅμως, εἶναι ὁ ἐπισκοπικὸς βαθμός, καὶ ἄλλο ἡ κανονικὴ ἀνάθεσις συγκεκριμένης ἐκκλησιαστικῆς ἐπαρχίας, καθὼς κατὰ τὸν ΙΒ΄ Κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου ἡ κανονικὴ δικαιοδοσία προϋποθέτει τὴν ἔγκρισιν καὶ ἀνάθεσιν τῆς Συνόδου, ἵνα μὴ ἡ ἐξουσία ἀσκῆται ἀτάκτως.
Ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἔχει κανονικῶς ἀναλάβει ἐπαρχίαν, εἶναι ὁ κανονικὸς ποιμενάρχης αὐτῆς καὶ ἀσκεῖ τὴν προβλεπομένην ποιμαντικὴν καὶ διοικητικὴν εὐθύνην. Ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος, ἀντιθέτως, δὲν εἶναι αὐτοτελὴς ποιμενάρχης ἰδίας ἐπαρχίας —καὶ τοῦτο ἀκριβῶς τυγχάνει κάκιστον— ἡ δὲ διακονία του ἀνατίθεται ἐντὸς συγκεκριμένου ἐκκλησιαστικοῦ πλαισίου καὶ ἀσκεῖται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀνατεθειμένης εἰς αὐτὸν ἀποστολῆς καὶ τῆς κανονικῆς τάξεως τῆς ἐπαρχίας, στοιχῶσα τῷ ΙΔ΄ Ἀποστολικῷ Κανόνι, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ ἀλλοτρίως, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ «εὔλογός τις αἰτία» καὶ συνοδικὴ διάγνωσις.
Συνεπῶς, ἡ διαφορὰ μεταξὺ Μητροπολίτου καὶ Βοηθοῦ Ἐπισκόπου δὲν εἶναι διαφορὰ κατὰ τὴν Ἀρχιερωσύνην, ἀλλὰ διαφορὰ ὡς πρὸς τὴν κανονικὴν ἀνάθεσιν, τὴν ποιμαντικὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἄσκησιν τῶν ἁρμοδιοτήτων. Ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος, δηλαδή, δὲν εἶναι «ὀλιγώτερον Ἐπίσκοπος»· δὲν εἶναι ὅμως, παραδόξως, καὶ αὐτοτελὴς ποιμενάρχης ἰδίας ἐπαρχίας.
Ὡστόσο, κατ’ ἀνάγκην ἐπιβάλλεται νὰ μετέχῃ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ὡς καὶ πάσης Οἰκουμενικῆς Συνόδου —πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἤδη ἀντικανονικῶς καταστρατηγεῖται καὶ οὐδόλως ἐφαρμόζεται— καθότι τὸ πλήρωμα τῆς μυστηριακῆς ἀρχιερωσύνης αὐτοῦ παρέχει αὐτῷ τὸ ἀπαράγραπτον δικαίωμα καὶ τὴν συνοδικὴν ὑποχρέωσιν τοῦ δο-γματίζειν καὶ κρίνειν μετὰ τῶν λοιπῶν ἐπισκόπων, ἀνεξαρτήτως διοικητικῶν ψευδοδιαβαθμίσεων ἢ πρεσβείων τιμῆς.
Ἡ συνοδικὴ τάξις καὶ ἡ πρωτοκαθεδρία
Ἡ πρωτοκαθεδρία, ὅπου ὑφίσταται, δὲν μεταβάλλει τὴν φύσιν τῆς Ἀρχιερωσύνης τῶν λοιπῶν Ἐπισκόπων οὔτε μετατρέπει τὴν συνοδικὴν τάξιν εἰς σχέσιν δεσποτικῆς ἐξουσίας. Τοῦτο διασφαλίζεται ὑπὸ τοῦ Θ΄ Κανόνος τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ πρῶτος ἔχει τὴν φροντίδα πάσης τῆς ἐπαρχίας, οὐχὶ ὅμως διὰ νὰ κυριαρχῇ ἀνεξελέγκτως ἐπὶ τῶν ἑτέρων Χωρεπισκόπων —μὴ ὑπαρχόντων τότε τῶν νῦν ἀντικανονικῶν Βοηθῶν— οἵτινες κρατοῦσιν ἐξίσου τὴν μερίδα τῆς δικαιοδοσίας των.
Ἡ ἰσότης κατὰ τὴν Ἀρχιερωσύνην δὲν σημαίνει ταὐτότητα ἁρμοδιοτήτων, ὅπως καὶ ἡ διάκρισις τῶν ἁρμοδιοτήτων δὲν δικαιολογεῖ ἀνισότητα κατὰ τὴν μυστηριακὴν Χάριν.
Τερατῶδες: δύο Ἐπίσκοποι εἰς μίαν Μητρόπολιν
Ἐνίοτε ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος τοποθετεῖται εἰς μίαν Μητρόπολιν, παρὰ τῷ Μητροπολίτῃ, διὰ νὰ συμβάλῃ εἰς τὸ ποιμαντικὸν ἔργον. Ἡ λύσις αὕτη δύναται νὰ ἀποβῇ κάποτε ὠφέλιμος, ὅταν ὑπάρχῃ σαφὴς κατανομὴ ἁρμοδιοτήτων, ἀμοιβαῖος σεβασμὸς καὶ πνεῦμα συνεργασίας.
Κατά κανόνα δημιουργεῖ καὶ σοβαρὰ κανονικὰ προβλήματα, ὅταν ὁ Μητροπολίτης θεωρῇ τὸν Βοηθὸν ὡς ἀπειλὴν διὰ τὴν θέσιν του ἢ ὅταν ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος ἐπιχειρῇ νὰ ἀναλάβῃ ῥόλον αὐτοτελοῦς ποιμενάρχου. Ἡ τοιαύτη σύγχυσις ἔρχεται σὲ εὐθεῖαν ἀντίθεσιν πρὸς τὸν Η΄ Κανόνα τῆς ἐν Νικαίᾳ Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει ῥητῶς τὴν ταυτόχρονον ὕπαρξιν δύο ποιμεναρχῶν ἐντὸς τῆς αὐτῆς διοικητικῆς περιφερείας, ὁρίζων ἐπὶ λέξει: «ἵνα μὴ ἐν τῇ πόλει δύο ἐπίσκοποι ὦσιν».
Ἰδιαιτέρως δυσχερὴς καθίσταται ἡ κατάστασις, ὅταν ὁ Μητροπολίτης εἶναι ἡλικιωμένος ἢ ἀδυνατεῖ νὰ ἀνταποκριθῇ πλήρως εἰς τὰς ποιμαντικὰς ἀνάγκας τῆς ἐπαρχίας, ἐνῷ ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος διαθέτει δυνάμεις καὶ διάθεσιν νὰ ἐργασθῇ, ἀλλὰ περιορίζεται ἀπὸ τὴν ἀσαφῆ ἢ ἀνεπαρκῆ κατανομὴν τῶν ἁρμοδιοτήτων. Τότε δύναται νὰ δημιουργηθῇ ἀμοιβαία καχυποψία, ἡ ὁποία τελικῶς παραλύει τὴν ποιμαντικὴν λειτουργίαν καὶ ἐπηρεάζει καὶ τὸ ποίμνιον. Ἡ κανονικὴ τάξις, συνεπῶς, δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑφίσταται θεωρητικῶς. Χρειάζεται καὶ σαφὴς πρακτικὴ ἐφαρμογή.
Διαδοχή καί τραγῳδία τῶν ἀποβλήτων Βοηθῶν
Ἡ προαναφερθεῖσα κανονικὴ κωμῳδία καθίσταται πρα-γματικὴ τραγῳδία, ὅταν ἐν μιᾷ Μητροπόλει ἀπέλθῃ ἐκ τῆς ζωῆς ὁ κυρίαρχος Μητροπολίτης καὶ τὸν θρόνον ἀντικαταστήσῃ ἕτερος. Τότε ὁ ἐναπομείνας Βοηθὸς Ἐπίσκοπος, κατὰ κανόνα, καθίσταται ἐντελῶς ἀπόβλητος. Δέχεται ἀπροκάλυπτον πόλεμον, συστηματικὰς ἐπιθέσεις καὶ γενικῶς εὑρίσκεται εἰς δυσχερῆ πολεμικὴν καὶ ἀμυντικὴν στάσιν ἔναντι τοῦ νέου ποιμενάρχου.
Τὰ ἱστορικὰ περιστατικὰ τῶν ἐσχάτων ἐτῶν φανερώνουν τραγικῶς Βοηθούς Ἐπισκόπους νὰ ὑφίστανται τὰ πάνδεινα, νὰ περιθωριοποιοῦνται πλήρως, καὶ ἐκ τῆς συνεχοῦς ταύτης θλίψεως νὰ ἔχουν ἀπολέσει δραματικῶς τὴν ὑγείαν των, ἢ ἀκόμη καὶ τὴν ἰδίαν των τὴν ζωήν, θύματα ἑνὸς ἀνελεήτου διοικητικοῦ συστήματος.
Α. ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΟΙ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ
Ἐπισκοπικὴ διακονία τελετουργιῶν
Ἐκ τῆς ἀνωτέρω περιθωριοποιήσεως προκύπτει καὶ ἕτερος κίνδυνος. Ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν τέλεσιν μνημοσύνων, τὴν παρουσίαν εἰς πανηγύρεις καὶ ἐπισήμους ἐκδηλώσεις, τὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ Μητροπολίτου, τὰς δημοσίας ἐμφανίσεις καὶ τὴν ἐνδυματολογικὴν ἐπισημότητα τῶν ἀρχιερατικῶν ἀμφίων, ὅπως ἁπλῶς κοσμῇ καὶ λαμπρύνῃ τὰς θρησκευτικὰς καὶ ἐθνικὰς τελετάς.
Ὅταν, ὅμως, ἡ ἐπισκοπικὴ διακονία περιορίζεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν σχῆμα, ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος νὰ χαθῇ ἡ οὐσία τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς. Ὁ Ἐπίσκοπος δὲν ἐχειροτονήθη, διὰ νὰ ἀποτελῇ μόνον ἐπίσημον ἐκπρόσωπον. Ἐχειροτονήθη διὰ νὰ ποιμαίνῃ, νὰ διδάσκῃ, νὰ τελῇ τὰ Μυστήρια, νὰ στηρίζῃ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας. Ἡ τοιαύτη ἐκτροπὴ πρὸς μίαν ψιλὴν τυπολατρίαν ἔρχεται εἰς εὐθεῖαν ἀντίθεσιν πρὸς τὸν ΙΘ΄ Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἐπιτάσσει ὅτι οἱ ἐπίσκοποι συνέρχονται ἐν συνόδῳ οὐχὶ διὰ κοσμικὰς ἐπιδείξεις, ἀλλὰ διὰ τὸ «διορθοῦσθαι τὰ ἀνακύπτοντα» καὶ διὰ τὴν πνευματικὴν οἰκοδομὴν τοῦ λαοῦ.
Κατάργησις τοῦ αὐτοκρατορικοῦ διαδήματος τῶν Βοηθῶν: Κατὰ τὴν παπικὴν ὀφρὺν
Τὸ πλέον δραματικὸν καὶ μειωτικὸν στοιχεῖον ἀποτελεῖ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ κυρίαρχοι Μητροπολῖται οὐδόλως ἐπιτρέπουσιν, κατὰ κανόνα, ὁσάκις συλλειτουργοῦσι μετὰ τῶν Βοηθῶν αὐτῶν, ἵνα οἱ τελευταῖοι φέρωσι τὴν αὐτοκρατορικὴν μίτραν, ἀλλὰ περιορίζουσιν αὐτοὺς εἰς τὴν χρῆσιν ἐπανωκαλυμμαύχου μόνον.
Ταύτην τὴν ἐκκλησιολογικὴν ἔκπτωσιν ἐφαρμόζουσιν ἐπίσης οἵ τε Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἀλεξανδρείας, οἵτινες περιβάλλονται τὸ αὐτοκρατορικὸν διάδημα ἀποκλειστικῶς οἱ ἴδιοι, ἀπαγορεύοντες τοῦτο ἀπὸ τοὺς συνεπισκόπους αὐτῶν, ἐπιζητοῦντες νὰ ἐξαίρωνται διὰ τῆς ἐξωτερικῆς περιωπῆς καὶ τοῦ κοσμικοῦ φανφαρονισμοῦ των.
Ἡ τοιαύτη τακτικὴ ὑπομιμνήσκει, ἢ μᾶλλον ἀντιγράφει ἀπροκαλύπτως, τὸ παπικὸν ἀξίωμα «servus servorum Dei», δηλονότι τὸ πλήρους λοιδορίας καὶ προσχηματικῆς ταπεινοφροσύνης «δοῦλος τῶν δούλων τοῦ Κυρίου», ὅπερ ἐν τῇ πράξει κρύπτει τὴν ἀπολυταρχικὴν ἐξουσίαν.
«Λάθος· εἶμαι Θεοφιλέστατος»
Ἐνθυμοῦμαι χαρακτηριστικὸν περιστατικόν. Κάποτε ἀπηύθυνα τὸν λόγον εἰς Βοηθὸν Ἐπίσκοπον, προσφωνῶν αὐτὸν «Σεβασμιώτατε». «Λάθος», μοῦ ἀπήντησε. «Εἶμαι Θεοφιλέστατος».
Ἡ ἀπάντησις αὕτη μοῦ ἐγέννησε μίαν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν καὶ διετύπωσα:
— Εἶσθε Ἐπίσκοπος;
— Ναί.
— Ἔχετε τὴν Ἀποστολικὴν Διαδοχήν;
— Ναί.
— Ἔχετε τὸ πλήρωμα τῆς Ἀρχιερωσύνης;
— Ναί.
— Τότε τί σᾶς διακρίνει;
Καὶ ἡ ἀπάντησις ἦτο ὅτι ὑπάρχουν περιορισμοὶ εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς διακονίας του. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἐντοπίζεται ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος: ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος εἶναι πλήρης Ἐπίσκοπος. Ἡ διάκρισις δὲν ἔγκειται εἰς τὴν Ἀρχιερωσύνην, ἀλλ’ εἰς τὴν κανονικὴν ἀποστολὴν καὶ τὰ ὅρια τῆς ἀνατεθειμένης αὐτῷ διακονίας, ἐπεὶ ἄλλως πρόκειται περὶ ἀντικανονικῆς «ἀπολελυμένης χειροτονίας», σαφῶς καταδικαζομένης ὑπὸ τοῦ Ϛ΄ Κανόνος τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀκυρώνει πᾶσαν χειροτονίαν στερουμένην τοπικῆς καὶ ποιμαντικῆς ἀναφορᾶς. Ὅθεν, ἡ τάξις τῆς Ἐκκλησίας διασφαλίζεται διὰ τῆς ἐν ἀγάπῃ ὑπακοῆς εἰς τὸν κανονικὸν ποιμενάρχην, οὐχὶ διὰ τῆς δογματικῆς ἢ τελετουργικῆς μειώσεως τοῦ μυστηριακοῦ βαθμοῦ τῆς Ἀρχιερωσύνης.
Ἡ ἀριθμητικὴ τῶν Ἀρχιερέων καὶ ἡ Συνοδικότης
Τὸ ἐρώτημα, λοιπόν, δὲν εἶναι μόνον πόσοι Ἐπίσκοποι ὑπάρχουν, ἀλλὰ τί ἔργον ἐπιτελεῖ ἕκαστος. Ἡ ἀριθμητικὴ αὔξησις τῶν Ἀρχιερέων δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ τὴν οὐσιαστικὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας. Ἐὰν ἕνας Βοηθὸς Ἐπίσκοπος δὲν ἔχῃ πραγματικὸν ποιμαντικὸν ἔργον, ἡ παρουσία του κινδυνεύει νὰ καταστῇ τυπικὴ καὶ ἐθιμοτυπική.
Ἀντιθέτως, ὅταν ὑπάρχη σαφὴς ἀνάθεσις ἔργου —ἐνοριῶν, περιοχῶν, ποιμαντικῶν τομέων, κοινωνικῆς διακονίας, νεότητος, διοικητικῆς ὑποστηρίξεως ἢ ἄλλης συγκεκριμένης ἀποστολῆς— ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος δύναται νὰ ἀποτελῇ οὐσιαστικὸν στήριγμα τῆς ἐπαρχίας. Ἡ Συνοδικότης, ἄλλωστε, δὲν μετρεῖται μὲ τὴν πραγματικὴν συμμετοχὴν τῶν Ἐπισκόπων εἰς τὴν κοινὴν ζωὴν καὶ εὐθύνην τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις οὐκ ἔστιν ἀποτέλεσμα ἀριθμητικῆς πληθύος, ἀλλὰ πνευματικῆς ἑνότητος.
Ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης
Τὸ ζήτημα τῆς ἐπισκοπικῆς τάξεως συνδέεται ἀρρήκτως καὶ μὲ τὸ εὐρύτερον ζήτημα τῆς Συνοδικότητος εἰς τὴν καθόλου Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ἡ πληθωρικὴ δημιουργία Βοηθῶν Ἐπισκόπων ὀφείλεται, ὡς μὴ ὤφειλε, εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἑλληνοφώνων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως ὑπερτερήσωσι κατ’ ἀριθμὸν τῶν Ῥώσων καὶ Ἀράβων Ἀρχιερέων, ἐν ὄψει ἐνδεχομένης τινὸς Πανορθοδόξου Συνόδου.
Τοῦτο σαφῶς κατεδείχθη ἐν τῇ ἀποκαλουμένῃ Συνόδῳ τῆς Κρήτης τοῦ 2016, ἔνθα ἀπεδείχθη, μεταξὺ ἄλλων, ἡ ἀπομείωσις τῆς συνοδικῆς λειτουργίας καὶ τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Εἰς τὴν Σύνοδον ταύτην συμμετεῖχον μόνον δέκα ἐκ τῶν δεκατεσσάρων ἀναγνωριζομένων αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, καθότι ἀπέσχον τὰ Πατριαρχεῖα Ἀντιοχείας καὶ Μόσχας, ὡς καὶ αἱ Ἐκκλησίαι Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας, αἵτινες ὅμως ἐκπροσωποῦσι τὸ 90% τοῦ πληρώματος τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν.
Κατὰ τὸ κακῶς ἐπιβληθὲν σύστημα, ἑκάστη Τοπικὴ Ἐκκλησία ἐκπροσωπεῖτο διὰ περιωρισμένης ἀντιπροσωπίας Ἐπισκόπων, ἀλλὰ διέθετε μίαν μόνον ψῆφον. Ἕκαστος, δηλαδή, Ἐπίσκοπος ἐστερεῖτο ἰδίας ψήφου καὶ γνώμης, γεγονὸς τὸ ὁποῖον παρεβίασε τὴν θεμελιώδη ἐκκλησιολογικὴν ἀρχὴν ὅτι ἡ συνοδικὴ ἀπόφανσις ταυτίζεται μὲ τὴν ἰσοτιμίαν τῆς ψήφου ἑκάστου τῶν Ἐπισκόπων, ἀντικαθιστῶσα τὴν χαρισματικὴν ἰσοτιμίαν τῶν ἀρχιερέων διὰ μιᾶς ὀλιγαρχικῆς καὶ διοικητικῆς σκοπιμότητος.
Ἡ ἐμπειρία ἐκείνη παραμένει χαρακτηριστικὴ διὰ τὴν παραφθορὰν τῆς Ἱερᾶς Συνοδικότητος. Ἐκκίνησε δὲ τὸ δυνάμει σχίσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκτάθη διὰ τῆς μετέπειτα ἐν Κωνσταντινουπόλει ψευδοσυνόδου (2019), τῆς συγκροτηθείσης διὰ τὴν ἀντικανονικὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἀχειροτονήτων σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας.
ιγ. Ἐπίσκοπος ἢ διοικητικὸς ὑπάλληλος;
Ἐν τέλει, τὸ ἐρώτημα εἶναι βαθύτερον: τί σημαίνει νὰ εἶσαι Ἐπίσκοπος; Ἆραγε ἀρκεῖ ἡ ἐπισκοπικὴ χειροτονία, ἡ ἀρχιερατικὴ στολή, ἡ ἐπίσημος παρουσία καὶ ἡ συμμετοχὴ εἰς τελετάς, ἢ ἀπαιτεῖται καὶ ζῶσα ποιμαντικὴ διακονία;
Ἡ Ἀρχιερωσύνη εἶναι Χάρις, ἀλλὰ εἶναι καὶ εὐθύνη. Ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ εἶναι τιμή, ἀλλὰ κυρίως εἶναι ἀποστολή. Ὁ Ἐπίσκοπος δὲν εἶναι διοικητικὸς ὑπάλληλος τῆς Ἐκκλησίας· εἶναι ποιμὴν καὶ φορεὺς τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς. Ἡ διοίκησις ἀποτελεῖ μέρος τῆς διακονίας του, οὐχὶ τὸν τελικὸν σκοπὸν αὐτῆς.
Ἡ οὐσία αὕτη τῆς ἀδιαλείπτου ποιμαντικῆς ἐπαγρυπνήσεως ἐκφράζεται ἐναργῶς ἐν τῷ ΝΗ΄ Ἀποστολικῷ Κανόνι, ὅστις ἐπιβάλλων τὴν ποινὴν τοῦ ἀφορισμοῦ διακελεύεται: «Ἐπίσκοπος… ἀμελῶν τοῦ κλήρου, ἢ τοῦ λαοῦ, καὶ μὴ διδάσκων αὐτοὺς τὴν εὐσέβειαν, ἀφοριζέσθω». Ὁ κανὼν οὗτος ὑπομιμνήσκει ἐμφαντικῶς ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος ὑφίσταται διὰ τὸ ποίμνιον καὶ οὐχὶ τὸ ποίμνιον διὰ τὸν Ἐπίσκοπον, καθιστῶν τὴν ἐνεργὸν πνευματικὴν πατρότητα, κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου «ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. ι΄, 11), τὸν μόνον κανονικὸν τίτλον τῆς ἀρχιερατικῆς αὐτοῦ ὑποστάσεως.
Πρὸς μίαν ὀρθὴν ἐπισκοπικὴν εὐταξίαν
Συνελόντ’ εἰπεῖν, ἡ ὀρθὴ ἐκκλησιαστικὴ τάξις ἀπαιτεῖ σαφεῖς ῥόλους, ἀμοιβαῖον σεβασμόν, κανονικὴν ὑπακοήν, συνοδικὴν συνείδησιν καὶ πραγματικὴν ποιμαντικὴν συνεργασίαν. Ὁ Μητροπολίτης δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπόκειται εἰς Βοηθὸν ἀνταγωνιστήν, ἐὰν οὗτος δολερῶς ὑφίσταται. Καὶ ὁ Βοηθός, ἂς μὴ αὐτοβασανίζηται καὶ ἐπιχειρῇ νὰ μεταβληθῇ εἰς αὐτοτελῆ ποιμενάρχην μὲ ἐκκλησιαστικὴν ἐλευθερίαν καὶ συνοδικὴν συνείδησιν.
Ἡ κανονικὴ ὑπακοὴ δὲν σημαίνει ἀκύρωσιν τῆς ἐπισκοπικῆς συνειδήσεως, οὔτε ἡ συνεργασία σημαίνει σιωπὴν ἄνευ κρίσεως. Ἡ ἐπισκοπικὴ παρρησία, ὅμως, οὐδόλως σημαίνει αὐτονομίαν ἔναντι τῆς κανονικῆς τάξεως.
Ἡ τοιαύτη συνοδικὴ ἐξισορρόπησις ἐπισφραγίζεται ὑπὸ τοῦ ΛΔ΄ Ἀποστολικοῦ Κανόνος, ὁ ὁποῖος, ἐπιτάσσων τὴν «γνώμην τῶν πάντων» καὶ τὴν σύμπραξιν πρώτου καὶ λοιπῶν ἀρχιερέων, ὁρίζει ὅτι «οὕτω γὰρ ὁμόνοια ἔσται, καὶ δοξασθήσεται ὁ Θεὸς διὰ Κυρίου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι», καταδεικνύων ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ εὐταξία ἀποσκοπεῖ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν τριαδολογικὴν ἑνότητα καὶ τὴν σωτηρίαν τοῦ ποιμνίου.
«Εἷς Κύριος, // μία πίστις, // ἓν βάπτισμα» (Ἐφεσ. δ΄, 5) — «Ὅπου ἂν φανῇ ὁ ἐπίσκοπος, // ἐκεῖ τὸ πλῆθος ἔστω, // ὥσπερ ὅπου ἂν ᾖ Χριστὸς Ἰησοῦς, // ἐκεῖ ἡ καθολικὴ ἐκκλησία» (Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, Πρὸς Σμυρναίους, VIII, 2)._




