ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

Κάθε πόνος εἶναι ἕνα μαρτύριο

   «Πρὸ δὲ τούτων πάντων ἐπιβαλοῦσιν ἐφ᾽ ὑμᾶς τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ διώξουσι, παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου» (: Ἀλλὰ προτοῦ νὰ γίνουν ὅλα αὐτά, θὰ βάλουν τὰ χέρια τους ἐπάνω σας διὰ νὰ σᾶς συλλάβουν καὶ θὰ σᾶς καταδιώξουν, καὶ θὰ σᾶς παραδίδουν εἰς συναγωγὰς διὰ νὰ σᾶς δικάσουν, καὶ εἰς φυλακάς, καὶ θὰ ὁδηγῆσθε ἐνώπιον βασιλέων καὶ ἡγεμόνων, ἐπειδὴ θὰ πιστεύετε εἰς τὸ ὄνομά μου καὶ θὰ μὲ ὁμολογῆτε Κύριόν σας καὶ Σωτῆρα σας) (Λκ. κα΄,12).

  Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι γεμάτη ἀπὸ διώξεις καὶ μαρτύρια τῶν μελῶν της. Ἀλλά τό νά πάσχη κανείς γιά τόν Χριστό εἶναι χάρις καί χάρισμα καί δωρεά.

Πρέπει νὰ φοβούμεθα τοὺς διωγμούς καί τά μαρτύρια;

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὅταν τόν κατεδίωκε ἡ Εὐδοξία καί τόν ἔστειλε ἐξορία, ἔγραψε στήν ἐπιστολή του πρός τόν Ἐπίσκοπο Κυριακό.

«Μὴ λιποψυχήσεις, οὔτε ν᾿ ἀμελήσης. Γιατὶ κι ἐγώ, ὅταν ἀπομακρυνόμουν ἀπ᾿ τὴν πόλη, γιὰ τίποτα ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν φρόντιζα, ἀλλ᾿ ἔλεγα στὸν ἑαυτό μου:

Ἄν θέλη ἡ βασίλισσα νὰ μ᾿ ἐξορίση, ἄς μ᾿ ἐξορίση: “Τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς” (Ψαλμ. 23,1).

Ἄν θέλη νὰ μὲ πριονίση, ἄς μὲ πριονίση. Ἔχω γιὰ ὑπόδειγμα τὸν Ἡσαΐα.

Ἄν θέλη νὰ μὲ πετάξη στὸ πέλαγος, φέρνω στὴ μνήμη μου τὸν Ἰωνᾶ (Ἰωνᾶ 1,15).

Ἄν θέλη νὰ μὲ ρίξη στὴν κάμινο τοῦ πυρός, ἔχω τοὺς τρεῖς παῖδες ποὺ ἔπαθαν τὸ ἴδιο (Δαν. 3, 1-23).

Ἄν θέλη νὰ μὲ ρίξη στὰ θηρία, θυμᾶμαι τὸν Δανιὴλ ριγμένο στὸ λάκκο μὲ τὰ λιοντάρια (Δαν. 6, 1-28).

Ἄν θέλη νὰ μὲ λιθοβολήση, ἄς μὲ λιθοβολήση. Τὸν Στέφανο ἔχω παράδειγμα τὸν πρωτομάρτυρα (Πράξ. 7, 59).

Ἄν θέλη νὰ πάρη τὸ κεφάλι μου, ἄς τό πάρη. Ἔχω παράδει-γμα τὸν Βαπτιστὴ Ἰωάννη. Ἄν θέλη νὰ πάρη τὰ ὑπάρχοντά μου, ἄς τὰ πάρη: “Γυμνὸς βγῆκα ἀπὸ τὴν κοιλιά τῆς μητέρας μου, γυμνὸς καὶ θὰ φύγω” (Ἰώβ 1,21).

Ἐμένα μὲ συμβουλεύει ὁ Ἀπόστολος, λέγοντας: “Ὁ Θεὸς δὲ λαμβάνει ὑπόψιν του τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου” (Γαλ. 2,6). Κι “ἄν ζητοῦσα ἀκόμα νὰ εἶμαι ἀρεστὸς στοὺς ἀνθρώπους, δὲν θὰ ἤμουν δοῦλος τοῦ Χριστοῦ” (Γαλ. 1,10). Κι ὁ Δαβὶδ μὲ ὁπλίζει καλὰ, λέγοντας: “μιλοῦσα γιὰ τίς ἐντολές Σου μπροστά σὲ βασιλεῖς καὶ δὲν φοβόμουν” (Ψαλμ. 118, 46)».

Μαρτύριο ἐννοεῖται ὅτι εἶναι κάθε θλίψη, κάθε ἀρρώστια, κάθε πόνος, κάθε δοκιμασία.

Στό βίο τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ διαβάζουμε τήν ἐπίσκεψη ποὺ τοῦ ἔκανε ἡ Παναγία μας μαζί μέ τίς Μεγαλομάρτυρες Βαρβάρα, Αἰκατερίνη, Θέκλα, Εἰρήνη, Εὐπραξία, Πελαγία, Δωροθέα, Μακρίνα, Ἰουστίνη, Ἰουλιανή καί Ἀνυσία, οἱ ὁποῖες εἶπαν στόν ὅσιο: «Δέν μᾶς χάρισε τυχαῖα ὁ Θεός αὐτή τή δόξα, ἀλλά χάριν τοῦ μαρτυρίου καί τῆς ταπεινώσεως».

Καί μετά τούς εἶπε ἡ Θεοτόκος ὅτι οἱ μάρτυρες μαρτύρησαν δημόσια, ἐνῶ τώρα δέν ὑπάρχουν διωγμοί, ἀλλά κάθε ἕνας τώρα ἔχει τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως. Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τό δικό του προσωπικό μαρτύριο.

  •  Τί λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος γιά τό μαρτύριό του:

«…Ξέρετε πόσα χρόνια ἔχω ἄλλοτε ὑποφερτὸ πόνο καὶ ἄλλοτε ἀνυπόφορο; Ὁ ὑποφερτὸς εἶναι μιά μόνιμη κατάσταση. Πόσα τράβηξα πρῶτα ἀπὸ τὴν βρογχεκτασία καὶ ἔπειτα μὲ τὴν ἐγχείρηση ποὺ ἔκανα! Ἔπειτα ἄρχισαν ἱστορίες μὲ τά ἔντερα. Ὕστερα, μισὴ χρονιά τὴν πέρασα μὲ τὴν δισκοπάθεια· πονοῦσα πολύ. Δὲν μποροῦσα νὰ κάνω οὔτε τίς μετάνοιες ποὺ ἔκανα, ἀλλὰ δυσκολευόμουν καὶ νὰ ἐξυπηρετηθῶ, ἐνῶ χρειαζόταν νὰ ὑπηρετήσω καὶ τὸν κόσμο ποὺ ἐρχόταν. Στὴν συνέχεια μοῦ παρουσιάστηκε κάτι σκληρὸ στὴν κοιλιά· μοῦ εἶπαν ὅτι ἦταν κήλη. Ὅταν κουραζόμουν, πονοῦσε καὶ πρηζόταν πολύ. Μιά μέρα, παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἦταν πρησμένο καὶ πονοῦσα. Ἔπρεπε ὅμως νὰ πάω στὴν Σκήτη, στὴν ὁλονυκτία. Εἶπα: «Θὰ πάω καὶ ὅ,τι θέλει ἄς γίνη», γιατί ἔπρεπε νὰ πάω. Στὴν διάρκεια τῆς ἀγρυπνίας σκέφθηκα νὰ καθήσω λίγο, ἀλλὰ εἶπα «ἄν κατεβάσω ἐγώ τό στασίδι, γιά νά καθήσω, θά τό κατεβάσουν ὅλοι», ὁπότε προτίμησα νά μή καθήσω καθόλου. Μετά ἀπό δώδεκα ὧρες ποὺ κράτησε ἡ ἀγρυπνία ὑπέθεσα ὅτι θὰ χειροτερέψη πολύ. Ὅταν ἐπέστρεψα στὸ Κελλί μου, δὲν πρόλαβα καλά-καλά νὰ μπῶ μέσα, κτύπησε τὸ καμπανάκι. «Ἔ, Πάτερ, ἄνοιξε!», ἀκούω κάποιον νὰ φωνάζῃ. Ἔβαλα τὰ γέλια. «Ἐντάξει, εἶπα, τώρα θὰ πᾶμε συνέχεια». Καὶ πράγματι σὲ λίγο ἦλθαν καὶ ἄλλοι καὶ ἄλλοι. Τὸ βράδυ ποὺ τελείωσα μὲ τὸν κόσμο, εἶδα ὅτι εἶχε ἐξαφανισθῆ τελείως! Τὴν ἄλλη ἡμέρα, ἐνῶ εἶχα ξεκουραστῆ, πάλι παρουσιάστηκε! Ἔπειτα μὲ ἐμπόδιζε καὶ μέ πονοῦσε, ἀλλά καὶ τό καμάρωνα κιόλας. Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς τὸ ἤξερε, ἤξερε καὶ ὅτι μὲ βοηθάει, γι’ αὐτό τὸ ἄφηνε. Πέντε χρόνια κράτησε αὐτό. Ξέρεις τί δυσκολία;

= Ρώτησαν τόν Ἅγιο Παΐσιο γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ πόνου:

«- Γέροντα, ποιόν πόνο λέτε ἀνυπόφορο;

– Τὸν πόνο ποὺ κάνει νὰ τρέχουν δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια! Αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν εἶναι οὔτε μετανοίας οὔτε ἀγαλλιάσεως· ποῦ ὑπάγονται; τί λέτε;

– Μαρτύριο δὲν εἶναι, Γέροντα;

– Ἔμ, μαρτύριο εἶναι!

– Γέροντα, ὅταν ἔχω δυνατό πόνο, δυσκολεύομαι νὰ πῶ «δόξα Σοι ὁ Θεός».

– Γιατί δυσκολεύεσαι; Νὰ σκέφτεσαι τί τράβηξε ὁ Χριστός. Ξύλο, ὀνειδισμούς, φραγγέλωμα, σταύρωση! Καὶ ὅλα τὰ ὑπέμεινε, «ἀναμάρτητος ὤν», γιά τὴν σωτηρία μας. Καὶ ἐσύ, ὅταν πονᾶς, νὰ λές: «Γιά τὴν ἀγάπη Σου, Χριστέ μου, θὰ ὑπομείνω».

– Γέροντα, τί χρειάζεται, γιά νὰ ξεπεράσῃς τὸν πόνο;

– Παλληκαριά, βία χρειάζεται!».

  Next Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ