Ἡ ἀντίφασις τῆς λεγομένης «Κοινωνικῆς Ὀρθοδοξίας»

Share:

Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου,

ὑπ. Δ/ρος Δογματικῆς θεολογίας

  Ἕνα ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ συναντοῦμε συχνὰ στὴ σύγχρονη κοινωνικὴ θεολογία εἶναι ἡ ἀνάγκη «ἐνσάρκωσης» τοῦ Εὐαγγελίου μέσα σὲ κάθε πολιτισμό. Τὸ Εὐαγγέλιο, ὑποστηρίζεται, δὲν πρέπει νὰ ταυτίζεται ἀποκλειστικὰ μὲ ἕνα συγκεκριμένο ἱστορικὸ πολιτισμό. Κάθε λαὸς πρέπει νὰ μπορεῖ νὰ τὸ προσλαμβάνει καὶ νὰ τὸ ἐκφράζει μέσα στὴ δική του ἱστορικὴ καὶ πολιτισμικὴ πραγματικότητα.

 Ὡς γενικὴ ἀρχὴ αὐτὸ μπορεῖ νὰ συζητηθεῖ. Τὸ πρόβλημα ἀρχίζει, ὅταν ἐξετάσουμε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐφαρμόζεται.

  Τὸ ἐρώτημα ἀποκτᾶ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον στὴν περίπτωση θεολόγων, ὅπως ὁ Θανάσης Παπαθανασίου καὶ ὁ Παντελὴς Καλαϊτζίδης, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὴ σχέση τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴ νεωτερικότητα, τὴν κοινωνικὴ θεολογία καὶ τὴ θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης. Τὸ ζήτημα ἐδῶ δὲν εἶναι νὰ ἀποδοθοῦν συλλήβδην σὲ αὐτοὺς ὅλες οἱ θέσεις τῆς λατινοαμερικανικῆς θεολογίας τῆς ἀπελευθέρωσης. Εἶναι νὰ ἐξεταστεῖ κατὰ πόσον ὁ τρόπος πρόσληψης αὐτῶν τῶν νεότερων κοινωνικῶν κατηγοριῶν εἶναι συνεπὴς πρὸς τὴν ἀρχὴ τῆς πολιτισμικῆς «ἐνσάρκωσης» τοῦ Εὐαγγελίου.

  Καὶ ἐδῶ ἐμφανίζεται μία πρώτη ἀντίφαση. Ἐὰν πρέπει νὰ ἀποδεσμεύσουμε τὸ Εὐαγγέλιο ἀπὸ συγκεκριμένα πολιτισμικὰ σχήματα, τότε γιατί θεωρεῖται θεμιτὸ νὰ εἰσάγουμε στὸν ὀρθόδοξο θεολογικὸ λόγο κατηγορίες ποὺ διαμορφώθηκαν μέσα σὲ πολὺ συγκεκριμένες ἱστορικὲς καὶ κοινωνικοπολιτικὲς συνθῆκες; Ἡ θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης δὲν ἐμφανίστηκε μέσα σὲ ἱστορικὸ κενό. Ἡ λατινοαμερικανική της μορφὴ ἀναπτύχθηκε μέσα στὶς ἰδιαίτερες κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς συνθῆκες τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς τοῦ 20οῦ αἰώνα: κοινωνικὲς ἀνισότητες, πτώχεια, πολιτικὲς συγκρούσεις καὶ ἔντονες ἀντιπαραθέσεις γύρω ἀπὸ τὸν καπιταλισμό, τὸν σοσιαλισμό, τὸν μαρξισμὸ καὶ τὴν κοινωνικὴ ἀπελευθέρωση.

Ἑπομένως, ἐὰν ἀπαιτοῦμε νὰ διακρίνεται προσεκτικὰ τὸ Εὐαγγέλιο ἀπὸ τὰ πολιτισμικὰ στοιχεῖα τῆς ἱστορικῆς του πορείας, τὸ ἴδιο κριτήριο πρέπει νὰ ἐφαρμοστεῖ καὶ ἐδῶ. Γιατί τὸ Βυζάντιο ἀντιμετωπίζεται ὡς «πολιτισμικὸ περίβλημα», ἐνῶ κοινωνικὲς κατηγορίες ποὺ ἀναπτύχθηκαν στὸ Περού, στὴ Βραζιλία καὶ γενικότερα στὴ Λατινικὴ Ἀμερικὴ μποροῦν νὰ χρησιμοποιοῦνται ὡς ἐργαλεῖα ἀνανέωσης τοῦ ὀρθόδοξου θεολογικοῦ λόγου;

Δὲν ὑποστηρίζουμε ὅτι μία θεολογικὴ ἰδέα εἶναι λανθασμένη, ἐπειδὴ γεννήθηκε στὴ Λατινικὴ Ἀμερική. Αὐτὸ θὰ ἦταν ἐπιχείρημα μὲ βάση τὴν προέλευση καὶ ὄχι τὴν ἀλήθεια τῆς ἴδιας τῆς θέσης. Τὸ ἐρώτημα εἶναι διαφορετικό: γιατί ἐφαρμόζονται διαφορετικὰ κριτήρια ἀπέναντι σὲ διαφορετικοὺς πολιτισμούς;

Καὶ τί γίνεται μὲ τὴν Ἑλλάδα; Ἐδῶ ἐμφανίζεται μία δεύτερη καὶ ἀκόμη πιὸ ἐνδιαφέρουσα ἀντίφαση.

Ἐὰν δεχόμαστε πραγματικὰ ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο «σαρκώνεται» μέσα σὲ κάθε πολιτισμό, τότε γιατί αὐτὴ ἡ ἀρχὴ νὰ μὴ ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν Ἑλλάδα;

Γιατί εἶναι θεμιτὸ νὰ μιλᾶμε γιὰ ἕνα Εὐαγγέλιο ποὺ προσλαμβάνεται ἀπὸ τὸν πολιτισμὸ τῆς Ἀφρικῆς, τῆς Ἀσίας ἢ τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς, ἀλλὰ ὅταν τὸ Εὐαγγέλιο ἔχει προσληφθεῖ ἱστορικὰ ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό, ἡ σχέση αὐτὴ ἀντιμετωπίζεται συχνὰ πρωτίστως ὡς πρόβλημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἀπελευθερωθεῖ ἡ Ἐκκλησία;

Ἐὰν κάθε λαὸς δικαιοῦται νὰ ἐκφράζει τὴν πίστη μέσα στὴ γλώσσα, στὰ σύμβολα, στὶς ἱστορικὲς ἐμπειρίες καὶ στὶς πολιτισμικές του μορφές, τότε τὸ ἴδιο δικαίωμα ἔχει καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαός.

Δὲν μπορεῖ ἡ «ἐνσάρκωση» νὰ εἶναι θεμιτὴ, ὅταν ἀφορᾶ ἕνα πολιτισμὸ μακρινὸ ἀπὸ ἐμᾶς καὶ νὰ μετατρέπεται αὐτομάτως σὲ «ἐθνοφυλετισμό», «ἐθνικισμό» ἢ πολιτισμικὴ αἰχμαλωσία, ὅταν ἀφορᾶ τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὲς εἶναι διαφορετικὲς ἔννοιες καὶ πρέπει νὰ διακρίνονται. Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι νὰ θεωρεῖ κάποιος ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο ταυτίζεται μὲ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος καὶ ἄλλο νὰ ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς προσλήφθηκε ἱστορικὰ ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ κόσμο καὶ ἐκφράστηκε μέσα ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ συγκεκριμένες πολιτισμικὲς μορφές.

Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς πρέπει νὰ ἐφαρμοστεῖ μὲ συνέπεια ἡ ἴδια ἀρχή.

Ἐὰν ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Εὐαγγελίου στὸν πολιτισμὸ ἀποτελεῖ θεμιτὴ θεολογικὴ διαδικασία, τότε πρέπει νὰ δεχθοῦμε καὶ τὴν ἐνσάρκωσή του στὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό.

Ἐὰν, ἀντιθέτως, κάθε στενὴ σύνδεση Εὐαγγελίου καὶ πολιτισμοῦ δημιουργεῖ τὸν κίνδυνο παραμόρφωσης τοῦ Εὐαγγελίου, τότε πρέπει νὰ εἴμαστε ἐξίσου ἐπιφυλακτικοὶ ἀπέναντι σὲ ὅλες τὶς πολιτισμικὲς μορφές — ὄχι μόνο ἀπέναντι στὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴ βυζαντινή.

Δὲν γίνεται νὰ ἔχουμε δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά.

Δὲν μποροῦμε νὰ λέμε στὸν Ἀφρικανό: «Τὸ Εὐαγγέλιο πρέπει νὰ σαρκωθεῖ στὸν πολιτισμό σου».

Νὰ λέμε στὸν Λατινοαμερικανό: «Ἡ κοινωνικὴ καὶ ἱστορική σου ἐμπειρία μπορεῖ νὰ γίνει τόπος θεολογικοῦ προβληματισμοῦ».

Καὶ ὅταν φτάνουμε στὸν Ἕλληνα νὰ τοῦ λέμε: «Πρέπει νὰ ἀπελευθερώσεις τὴν πίστη σου ἀπὸ τὸν πολιτισμὸ καὶ τὴν ἱστορία σου».

Ἐὰν ἡ ἀρχὴ εἶναι οἰκουμενική, πρέπει νὰ ἰσχύει γιὰ ὅλους.

Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται τὸ ἐρώτημα ποὺ θὰ ἔθετα πρὸς τὸν Θανάση Παπαθανασίου, τὸν Παντελῆ Καλαϊτζίδη καὶ γενικότερα πρὸς αὐτὸ τὸ ρεῦμα τῆς σύγχρονης κοινωνικῆς Ὀρθοδοξίας:

Ἐὰν τὸ Εὐαγγέλιο μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ σαρκώνεται σὲ κάθε πολιτισμό, γιατί νὰ μὴ σαρκώνεται καὶ στὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό;

Καὶ ἀκόμη περισσότερο: γιατί ἡ πολιτισμικὴ πρόσληψη τοῦ Εὐαγγελίου πρέπει νὰ ἐπαινεῖται, ὅταν τὴ συναντοῦμε στὴ Λατινικὴ Ἀμερική, στὴν Ἀφρικὴ ἢ στὴν Ἀσία, ἀλλὰ νὰ ἀντιμετωπίζεται μὲ ἰδιαίτερη καχυποψία, ὅταν πρόκειται γιὰ τὴν ἱστορικὴ σχέση Ὀρθοδοξίας, Ἑλληνισμοῦ καὶ Βυζαντίου;

Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἀπὸ μόνο του ἀπόδειξη ὅτι οἱ θέσεις αὐτῶν τῶν θεολόγων εἶναι ἀντιφατικές· γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ κάτι τέτοιο χρειάζεται σύγκριση συγκεκριμένων κειμένων τους. Ἀποτελεῖ ὅμως ἕνα ἀπολύτως συγκεκριμένο ἐρώτημα συνέπειας ποὺ μπορεῖ νὰ τεθεῖ στὴ λεγόμενη «Κοινωνικὴ Ὀρθοδοξία».

Τὸ βαθύτερον πρόβλημα

  Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν χρειάστηκε τὴ θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης, γιὰ νὰ ἀνακαλύψει τὴ πτώχεια καὶ τὴν κοινωνικὴ ἀδικία. Ἡ πατερικὴ παράδοση διαθέτει ἤδη ἕνα ἐξαιρετικὰ ἰσχυρὸ λόγο γιὰ τὸν πλοῦτο, τὴν πλεονεξία, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴν ἐκμετάλλευση καὶ τὴν εὐθύνη ἀπέναντι στὸν πλησίον.

  Τὸ πραγματικὸ ἐρώτημα, λοιπόν, δὲν εἶναι ἐὰν ὁ Χριστιανισμὸς ἔχει κοινωνικὲς συνέπειες. Προφανῶς ἔχει. Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἀπὸ ποῦ ἀντλοῦμε τὶς θεολογικὲς κατηγορίες, μὲ τὶς ὁποῖες ἑρμηνεύουμε αὐτὲς τὶς κοινωνικὲς πραγματικότητες.

Ξεκινᾶμε ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία, τὴ Χριστολογία, τὴν ἀσκητική, τὴν ἐκκλησιολογία καὶ τὴν πατερικὴ κατανόηση τῶν παθῶν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ προχωροῦμε στὴν ἀντιμετώπιση τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας;

Ἢ ξεκινᾶμε ἀπὸ ἕνα ἤδη διαμορφωμένο νεότερο κοινωνικοπολιτικὸ σχῆμα καὶ στὴ συνέχεια ἀναζητοῦμε μέσα στοὺς Πατέρες τὶς ἀντιστοιχίες του;

Ἡ διαφορὰ εἶναι οὐσιώδης. Διότι στὴ δεύτερη περίπτωση κινδυνεύουμε νὰ κάνουμε ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ καταγγέλλουμε: νὰ μεταφέρουμε ἕνα συγκεκριμένο πολιτισμὸ μέσα στὸ Εὐαγγέλιο. Μόνο ποὺ αὐτὴ τὴ φορὰ ὁ πολιτισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ βυζαντινός. Εἶναι ὁ νεωτερικὸς ἢ ὁ λατινοαμερικανικός. Ἑπομένως, ἐὰν τὸ Εὐαγγέλιο δὲν πρέπει νὰ αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ κανένα πολιτισμό, αὐτὸ πρέπει νὰ ἰσχύει γιὰ ὅλους. Καὶ ἐὰν μπορεῖ νὰ σαρκώνεται πραγματικὰ μέσα στοὺς πολιτισμούς, τότε καὶ πάλι αὐτὸ πρέπει νὰ ἰσχύει γιὰ ὅλους. Καὶ γιὰ τὴν Ἀφρική. Καὶ γιὰ τὴ Λατινικὴ Ἀμερική. Καὶ γιὰ τὴν Ἀσία. Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν Ἑλλάδα.

  Next Article

Θέλουμε να ανήκουμε στον Χριστό ή στον κόσμο; (Κυριακή Β΄Λουκᾶ)