ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

«Ποιός τά ἔσβησε;»

  Μᾶς πληροφορεῖ ὁ εὐαγγελιστής Μᾶρκος (Μαρκ. α΄, 4):

  «ἐγένετο Ἰωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (: Καὶ ἔγινεν ὁ Ἰωάννης ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου μὲ τὸ νὰ βαπτίζῃ εἰς τὴν ἔρημον καὶ μὲ τὸ νὰ κηρύττῃ βάπτισμα, ποὺ ἔπρεπε νὰ συνοδεύεται μὲ ἐσωτερικὴν μετάνοιαν, πρὸς τὸν σκοπόν τοῦ νὰ ἐπιτύχουν οἱ βαπτιζόμενοι τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν τους, τὴν ὁποίαν θὰ τοὺς ἐξησφάλιζεν ὁ μετὰ τὸν Ἰωάννην ἐρχόμενος Μεσσίας».

Μέγα τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως· εἶναι τὸ δεύτερο βάπτισμα μαζί μὲ τὸ μυστήριο τῆς θείας Μεταλήψεως.

• Ὁ ἱερός Χρυσόστομος μᾶς συμβουλεύει:

«Ὅταν ἐκεῖνος ποὺ ἁμάρτησε ὁμολογήση τὰ ἁμαρτήματά του, τότε σώζεται».

«Δὲν συντελεῖ λίγο στὸ νὰ μειώσουμε τὸ μέγεθος τῶν ἁμαρτημάτων ἡ συνεχὴς ὁμολογία καὶ ὑπόμνησή τους».

Καί συνεχίζει ὁ χρυσορρήμων μέ τήν ἐξομολόγηση τοῦ ληστῆ:

«Κι ἐμεῖς βέβαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατὶ ἄξια παθαίνουμε γι’ αὐτὰ ποὺ κάναμε». Εἶδες τέλεια ἐξομολόγηση; Εἶδες πῶς ἀπαλλάχθηκε ἀπ’ τὶς ἁμαρτίες του ἐπάνω στὸ σταυρό; Γιατὶ λέγει ὁ προφήτης: «Νὰ λέγης πρῶτος ἐσὺ τὶς ἁμαρτίες σου, γιὰ νὰ συγχωρηθῆς» (Ἡσ. 43, 26). Κανείς δὲν τὸν ἀνάγκασε, κανείς δὲν τὸν πίεσε, ἀλλ’ ὁ ἴδιος κατηγόρησε τὸν ἑαυτό του, λέγοντας: «Κι ἐμεῖς βέβαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατὶ παθαίνουμε ἄξια γι’ αὐτὰ ποὺ κάναμε. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἔκανε κανένα κακό».

Κι ὕστερα λέγει: «Θυμήσου με, Κύριε, στὴ Βασιλεία σου», ὥσπου μὲ τὴν ἐξομολόγηση πέταξε ἀπὸ πάνω του τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν του. Βλέπεις πόσο μεγάλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐξομολόγηση; Ἐξομολογήθηκε, κι ἄνοιξε τὸν παράδεισο. Ἐξομολογήθηκε, κι ἀπέκτησε τόσο θάρρος, ὥστε ἀπὸ ληστής ποὺ ἦταν νὰ ζητήση τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.»

• Ὁ μακαριστός ἡγούμενος τῆς Ἱ.Μ. Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους Γαβριήλ περιγράφει ἕνα ἀληθινό συγκλονιστικό γεγονός στό βιβλίο του «Ὁδηγὸς Πνευματικοῦ καὶ ἐξομολογουμένου», ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Τύπος», Ἀθήνα 1997, σ. 41:

«Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1913, ὁ ἐπιτελάρχης τοῦ Ἐθνικοῦ μας στρατοῦ Βίκτωρ Δούσμανης μᾶς ἔστειλε συνοδείᾳ δύο στρατιωτῶν ἕνα ἀνηψιό του ψυχοπαθῆ καὶ δαιμονισμένο, μὲ μία ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Μονή μας, στὴν ὁποία ἔλεγε:

“Ἐδῶ, πατέρες, εἰς τὴν πατρίδα μου, τὴν Κέρκυρα, ἔχομεν τὸ καλύτερον ψυχιατρεῖο τῆς Ἑλλάδος. Ἐκεῖ ἔμεινε ὁ ἀνηψιός μου αὐτὸς ὁ Γιάννης, ἀλλά δὲν εἴδαμε καμμία βελτίωση. Μᾶς εἶπαν οἱ γιατροὶ ὅτι ἐξήντλησαν ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐπιστήμης. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀποφασίσαμε νὰ τὸν στείλουμε σὲ σᾶς ἐκεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ σᾶς παρακαλοῦμε νὰ τὸν δεχθῆτε καὶ νὰ τοῦ κάνετε ὅ,τι εἶναι δυνατὸν πνευματικῶς καὶ ὁ Θεὸς ἴσως τὸν λυπηθῆ καὶ αὐτὸν καὶ ἐμᾶς καὶ τὸν κάνη καλά”.

Ἡ Μονή μας τὸν δέχθηκε καὶ οἱ στρατιῶτες τὸν ἔφεραν ἐλαφρὰ δεμένον, μᾶς εἶπαν νὰ τὸν προσέχουμε, μᾶς τὸν παρέδωσαν καὶ ἔφυγαν.

Τὸν κλείσαμε, βέβαια, σὲ ἕνα δωμάτιο. Ἐκεῖ μετέβαιναν οἱ ἱερεῖς τῆς Μονῆς κάθε μέρα, πρωὶ καὶ ἀπόγευμα, καὶ τοῦ διάβαζαν εὐχὲς καὶ ἐξορκισμούς, χωρὶς νὰ συναντοῦν ἀντίδρασι ἀπὸ μέρους τοῦ δαιμονισμένου.

Ὅταν ὅμως εἶχε κρίσεις, φώναζε, βλασφημοῦσε καὶ ἔσπαγε τὰ δεσμά.

Ὁ ἀρχοντάρης Μοναχός, ποὺ τοῦ πήγαινε τὸ φαγητό, ἄκουγε κάθε φορὰ ἀπὸ τὸν δαιμονισμένο στηλιτευτικοὺς λόγους γιὰ τὴν προηγούμενη κοσμική του ζωή.

Μία μέρα πῆγα κι ἐγὼ μαζί του, διηγεῖται ὁ μακάριστος πατὴρ Γαβριήλ, καὶ μόλις μᾶς εἶδε, ἄρχισε ἀμέσως νὰ τοῦ λέγη ἐπὶ λέξει:

— «Ὁρίστε μοῦτρα γιὰ μεγαλόσχημος καλόγηρος! Δὲν θυμᾶσαι, βρέ, τί ἔκανες ἐκεῖ, στὰ παγκάκια τοῦ Ζαππείου; Στὰ ξενοδοχεῖα;». Κι ἄλλα χειρότερα.

Ὅταν φύγαμε, μοῦ λέει ὁ ἀδελφός:

— Δὲν ξαναπάω! Νὰ βάλετε ἄλλον διακονητή. Κάθε φορὰ ποὺ μὲ βλέπει, μὲ ρεζιλεύει.

Τὸν ἐρώτησα:

— Ἔχουν ἀλήθεια αὐτὰ ποὺ λέγει ἢ φωνάζει αὐτὸς μὲ τὴν συν­εργασία τοῦ δαίμονος;

Μοῦ ἀπαντᾶ μετὰ λύπης:

— Δυστυχῶς, εἶναι ὅπως τὰ λέγει.

Τότε τὸν ἐρώτησα:

— Δὲν τὰ ἐξομολογήθηκες;

— Δὲν τὰ ἐξομολογήθηκα, ἀπάντησε στενάζοντας. Ντρέπομαι!

Τότε ἀμέσως τοῦ λέγω:

— Σήκω νὰ πᾶς στὸν παπα-Νεόφυτο, στὴν Νέα Σκήτη, καὶ νὰ ἐξομολογηθῇς ἀμέσως καταλεπτῶς ἕνα πρὸς ἕνα ὅ,τι δὲν ἔχεις μέχρι τώρα ἐξομολογηθῆ, γιὰ νὰ φύγη τὸ βάρος ἀπὸ πάνω σου, γιὰ νὰ μὴ μπορῆ ὁ δαίμονας νὰ σὲ στηλιτεύη.

Μὲ ἄκουσε, πῆγε, ἐξομολογήθηκε, καθαρίστηκε, γύρισε λάμποντας ὁλόκληρος. Καὶ ἀμέσως μετὰ μέ πῆρε καὶ πήγαμε μαζί στὸν δαιμονισμένο.

Μόλις μᾶς εἶδε, τοῦ λέγει:

— Ἄαα, τώρα θὰ ἀρχίσω πάλι μὲ τὸ διάβασμα τοῦ καταστίχου καὶ θὰ σοῦ τὰ ψάλω, ὅπως πρέπει.

Ὕστερα ἀπὸ λίγο ὅμως ἀγριεμένος ἄρχισε νὰ φωνάζη:

— Δὲν βλέπω τίποτα! Ποιὸς τὰ ἔσβησε; Ποιὸς σὲ συμβούλευσε; Τί νὰ σὲ κάνω τώρα; Δὲν βλέπω τίποτα μέσα στὸ κατάστιχό σου!

Ἐμείναμε ἄφωνοι, ἔκπληκτοι καὶ μετὰ δακρύων ἐδοξάσαμε τὸν Πανάγαθο Θεό, τὸν οἰκονομοῦντα τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων διὰ τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καὶ ἡ ψυχή μας πλημμύρισε ἀπὸ χαρὰ πνευματικὴ καὶ οὐράνια».

  Next Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ