ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

«ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»

  «εἶπεν δὲ Μαριάμ· Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτῆς ὁ ἄγγελος (: Εἶπε δὲ ἡ Μαριάμ· Ἰδοὺ εἶμαι ἡ δούλη τοῦ Κυρίου, ἡ πρόθυμος νὰ ὑπηρετήσω τὰς βουλάς του. Εἴθε νὰ γίνῃ εἰς ἐμὲ σύμφωνα μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπες. Καὶ μετὰ τὸν λόγον της τοῦτον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν πάσῃ ταπεινώσει ἐξεδήλωσε τὴν ὑποταγήν της εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεπιστεύθη ἑαυτὴν εἰς τὴν πρόνοιάν του, ἔφυγεν ἀπὸ αὐτὴν ὁ ἄγγελος). {Λουκ. α’ 38}.

  • Ἡ Παναγία εἶχε τήν ἐξαιρετική εὐλογία νά ἀποτελέση τό πρῶτο ἀνθρώπινο πλάσμα πού καθαρίσθηκε ἀπό τόν ρύπο τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, τήν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

  Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης μᾶς ἐξηγεῖ: «Ἐάν ὁ αἰσθητός ἥλιος καθώς βρίσκεται σέ διάφορους τόπους δέν μολύνεται, ἀλλά μᾶλλον μεταβάλλει σέ καθαρούς καί τούς μολυσμένους τόπους, πόσο περισσότερο ὁ νοητός Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ σαρκωθείς στή μήτρα τῆς Παρθένου, ὄχι μόνον ὁ Ἴδιος δέν μολύνθηκε, ἀλλά κατέστησε ἁγία καί καθαρωτάτη καί αὐτή τή μητέρα Του. Ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου τήν ἐπεσκίασε, πρῶτον μέν γιά τόν πλήρη ἁγιασμό της καί δεύτερον, γιά νά μπορῆ νά βαστάξη τό σωτήριο κύημα».

  • Πόσα θαύματα ἐπιτελεῖ καθημερινά ἡ Παναγία μας!

  Σέ ἕνα χωριό πού κάποτε λεγόταν Θεοδοσιούπολη στόν Ἄκαμψι ποταμό, ζοῦσαν Ἕλληνες κρυπτοχριστιανοί, πού οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν νά τούς ἀλλαξοπιστήσουν.

Ἐνῶ οἱ περισσότεροι βρίσκονταν στό καφενεῖο τοῦ χωριοῦ, ἔξαφνα, σπαρακτικές φωνές ἀκούγονται ἀπό τό μέρος τοῦ ποταμοῦ. Δύο μικρά Τουρκόπουλα, παίζοντας στήν ὄχθη, ἔπεσαν στό ποτάμι καί τά πῆρε τό ὁρμητικό ρεῦμα.

Μία γυναίκα, πού εἶδε τό ἀτύχημα, ἔβαλε τότε τίς φωνές καί ξεσήκωσε τόν κόσμο.

Τό καφενεῖο ἄδειασε στή στιγμή. Ὅλοι οἱ θαμῶνες ἔτρεξαν κατά τό ποτάμι καί, μαζί μέ ὅλους, κι ὁ μουχτάρης τοῦ χωριοῦ, ὁ «πρόεδρος τῆς κοινότητος», ὅπως θά λέγαμε ἐμεῖς. Μάταιος κόπος…

Τό ἕνα ἀπό τά δύο παιδιά, ἕνα ἀγόρι πέντε χρονῶν, εἶχε ἤδη πνιγεῖ, ὅταν ἔφτασε ἡ βοήθεια καί, τ’ ἄλλο, συνομήλικό του, δέν εἶχε πιά ἀνάγκη ἀπό βοήθεια, αὐτό τά κατάφερε νά φτάση μόνο του στήν ὄχθη, λίγο παρακάτω ἀπό τό σημεῖο τοῦ φρικτοῦ ἀτυχήματος.

  Ἦταν βρεγμένο ὥς τό κόκκαλο, ἀλλά ἔβλεπε τό μαζεμένο πλῆθος χαμογελαστό, σά νά μή εἶχε γίνει τίποτε τό σπουδαῖο.

Ὁ μουχτάρης, τό πῆρε στήν ἀγκαλιά του κι ἄρχισε νά τό χαϊδεύη.

– Πῶς τά κατάφερες, παιδί μου, νά γλυτώσης; Ἔλεγε καί ξανάλεγε. Μπράβο!

– Ἐσύ, θά γίνης σωστός ἄνδρας!!! Θά φοβήθηκες ὅμως πολύ, ἔτσι δέν εἶναι;

– Καθόλου! ἀποκρίθηκε ὁ μικρός ἀθῶα. Δέν φοβήθηκα καθόλου. Μέ κρατοῦσε ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ στήν ἀγκαλιά Της καί μ’ ἔσπρωχνε σιγά-σιγά στήν ἀκροποταμιά!!

Ὁ μουχτάρης ἔμεινε περίεργος…

– Ἡ «μητέρα τοῦ Θεοῦ», εἶπες;

– Καί, ποῦ τήν ξέρεις ἐσύ τήν «μητέρα τοῦ Θεοῦ»;

– Τήν ξέρω! Τήν ἔχουμε στό σπίτι μας, ζωγραφισμένη σ’ ἕνα σανιδάκι!!!

Μία ὑποψία γεννήθηκε ἀπό τήν ἀπάντηση τοῦ μικροῦ παιδιοῦ στή σκέψη τοῦ μουχτάρη.

– Πᾶμε νά μοῦ τήν δείξεις κι ἐμένα, λέει στό Τουρκόπουλο ὁ μουχτάρης. Πᾶμε!

Σέ λίγο ἔφτασαν στό σπίτι, ὅπου βρισκόταν μόνο ἡ γιαγιά κι ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ. Ὁ πατέρας του, ἔλειπε. Οἱ δύο γυναῖκες, δέν εἶχαν ἰδέα ἀπό τό ἀτύχημα καί, μέ ἔκπληξη καί μέ ἀπορία, παρατηροῦσαν τόν ἐπίσημο ἐπισκέπτη.Ἡ ἔκπληξή τους ὅμως ἔγινε τρόμος μεγάλος, ὅταν εἶδαν τό παιδί τους νά τοῦ δείχνη μιά μικρή πόρτα στόν τοῖχο τοῦ ἐσώτερου διαμερίσματος τοῦ σπιτιοῦ καί νά τοῦ λέη:

«ΝΑ, ΕΔΩ ΜΕΣΑ, ΕΙΝΑΙ! ΑΝΟΙΞΕ ΝΑ ΔΗΣ!».

Ἔκαμαν τότε μιά ἀπελπισμένη κίνηση πρός τά ἐκεῖ, γιά νά ἐμποδίσουν τόν μουχτάρη, μά ἐκεῖνος εἶχε κιόλας ἀνοίξει τήν πορτούλα.

Καί, τότε, ἕνα θέαμα καταπληκτικό παρουσιάσθηκε στά μάτια του: Σ’ ἕνα μικρό καί σκοτεινό δωμάτιο, δίχως κανένα παράθυρο, ἕνα καντήλι ἔκαιγε μπροστά στό εἰκόνισμα τῆς Παναγίας. Εὐωδία ἀπό θυμίαμα ξεχύθηκε τήν ἴδια στιγμή ἀπό τόν κρυψώνα καί γέμισε τά ρουθούνια τοῦ Τούρκου, πού ρούφηξε ἡδονικά τό ἄγνωστο γι’ αὐτόν ἄρωμα…Οἱ γυναῖκες, παγωμένες ἀπό τόν τρόμο, δέν εἶχαν τή δύναμη ν’ ἀρθρώσουν λέξη, καί μόνο τά μάτια τους, στυλωμένα πρός τήν εἰκόνα, ἔστελναν θερμή, σιωπηλή ἱκεσία πρός τή Θεομήτορα, νά τίς βοηθήση στή δύσκολη ἐκείνη περίσταση.

Ἄφωνος, ὅμως, κι ἀκίνητος στεκόταν μπροστά στό εἰκόνισμα καί ὁ μουχτάρης, ὁ φανατικός Τοῦρκος, πού ποτέ δέν θά μποροῦσε νά φαντασθῆ ὅτι θά ’καμνε στό χωριό του μιά τέτοια ἀνακάλυψη…

Τό γλυκύτατο βλέμμα τῆς Παναγίας μέ τό θεῖο βρέφος στήν ἀγκάλη Της, τοῦ εἶχε κάμει ἀνέκφραστη ἐντύπωση!!

– ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, πού μέ κρατοῦσε στά χέρια Της.

– Τήν εἶδες; εἶπε ὁ μικρός μέ φωνή χαρούμενη, λές καί εἶχε κάνει κατόρθωμα.

Οἱ γυναῖκες, ἔπεσαν τότε στά πόδια τοῦ μουχτάρη κι ἄρχισαν νά τόν παρακαλοῦν.

– Μή μᾶς κάνεις κακό, ἐφέντη πολυχρονεμένε, κι ἐμεῖς θά παρακαλοῦμε τήν Παναγία νά σε φυλάγη καλά!

– Ὥστε εἶστε Χριστιανοί;… πρόφερε ἀργά.

– Ναί!! Δέν πειράζουμε ὅμως κανένα. Ἀκολουθοῦμε τήν πίστη τῶν πατέρων μας, ὅπως τήν πῆραν κι ἐκεῖνοι ἀπ’ τούς δικούς τους πατέρες. Μή μᾶς κάνεις κακό, ἐφέντη.

Ὁ Μουχτάρης, στάθηκε μερικές στιγμές ἀκόμη σιωπηλός. Ἔπειτα, μέ φωνή σιγανή, σά νά ἤθελε ν’ ἀνακοινώση κάποιο μυστικό, λέει στίς γυναῖκες:

– Μή φοβᾶστε! Προσέξτε ὅμως, μή πεῖτε κι ἐσεῖς σέ κανένα ὅτι ἦλθα στο σπίτι σας καί εἶδα, αὐτό πού εἶδα.

Κάπου- κάπου, θά σᾶς στέλνω καί λίγο λάδι νά βάζετε στό καντήλι, πρόσθεσε, ἐνῶ προχωροῦσε πρός τήν ἔξοδο.

  Next Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ