ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

«Δάσκαλε, θέλω νά βρῶ τόν Θεό»

   «Ὁ δὲ Ἰησοῦς εὐθέως ἀκούσας τὸν λόγον λαλούμενον λέγει τῷ ἀρχισυναγώγῳ· μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε». (: Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀμέσως, ὅταν ἤκουσε νὰ λέγεται ὁ λόγος αὐτός ὅτι ἐκοιμήθη ἡ κόρη τοῦ ἀρχισυναγώγου, λέγει εἰς τὸν ἀρχισυνάγωγον· Μὴ φοβεῖσαι, μόνον ἐξακολούθει νὰ πιστεύῃς εἰς τὴν δύναμίν μου). (Μᾶρκ. ε΄,36).

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς συμβουλεύει: «μή φοβᾶσαι, μόνο πίστευε».

  • Ὁ θεῖος Χρυσόστομος μᾶς διδάσκει:

«Ἐκεῖνος ποὺ κάθεται στὸ σκοτάδι, ἐπειδὴ δὲν ἔχει φῶς, μπορεῖ νὰ συγχωρηθῇ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ μετὰ τὴν παρουσία τοῦ φωτὸς ἐξακολουθεῖ νὰ κάθεται στὸ σκοτάδι, φέρνει μαζί του τὴν ἀπόδειξη, ὅτι εἶναι διεστραμμένος καὶ ἰσχυρογνώμων.»

«Τέτοιες εἶναι οἱ διαθέσεις τῶν κακῶν. Ὄχι μόνο δὲν ὑποχωροῦν, ὅταν δοῦν τὸν δίκαιο ν’ αὐξάνῃ τὴν εὐλάβειά του, ἀλλά καὶ τὸν χλευάζουν καὶ τὸν περιπαίζουν.»

  • Ἀναφέρει ὁ μακαριστός Δ. Παναγόπουλος:

Ἕνας θεολόγος εἶχε πάει κάποτε σὲ μιά κωμόπολη καὶ ὁμιλοῦσε ἐκεῖ στὸ καφενεῖο, περὶ τῆς ψυχῆς καὶ τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς. Μέσα στὴν συντροφιὰ ἐκεῖ, ἦταν καὶ ἕνας ἰατρός, ὁ ὁποῖος, ὅταν τελείωσε ὁ θεολόγος τοῦ λέει: Δὲν νομίζεις ὅτι εἶπες πολλὰ παραμύθια, σὲ αὐτοὺς ἐδῶ τοὺς ἀνθρώπους; Ἐγὼ εἶμαι χειροῦργος ἰατρός, οὐδέποτε συνάντησα ψυχὴ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Οὔτε τὴν εἶδα, οὔτε τὴν ἄκουσα, οὔτε τὴν ὀσφράνθηκα, οὔτε τὴν ἐγεύτηκα, οὔτε τὴν ψηλάφησα. Καὶ ὁ θεολόγος τοῦ ἀπάντησε: Ἰατρέ, ἡ ἐπιστήμη σου τί θεραπεύει; Θεραπεύει φυσικὰ τὸν πόνο. Τόν εἶδες ὅμως ποτὲ τὸν πόνο, τὸν ἄκουσες, τὸν ψηλάφησες; Ὁ ἰατρὸς ἀπάντησε μὲ ἕνα ξερὸ ὄχι. Ἄρα δὲν ὑπάρχει πόνος ἰατρέ, ὁλοκλήρωσε ὁ θεολόγος. Ἄναυδος ὁ ἰατρός.

  • Ἕνας ὑποτακτικὸς πῆγε κάποτε στὸ Γέροντα καὶ τοῦ εἶπε:

– Δάσκαλε, θέλω νὰ βρῶ τὸν Θεό!

Ὁ Γέροντας χαμογέλασε καί, ἐπειδὴ ἔκανε πολλὴ ζέστη, κάλεσε τὸ νεαρὸ νὰ πάῃ μαζί του, γιὰ νὰ κάνουν μπάνιο στὸ ποτάμι. Βούτηξε, λοιπόν, ὁ νέος, βούτηξε καὶ ὁ Δάσκαλός του, ὁ ὁποῖος τὸν ἅρπαξε καὶ τὸν κράτησε μὲ τὸ ζόρι κάτω ἀπὸ τὸ νερό.

Ὁ νέος ἐπάλεψε γιὰ μερικὲς στιγμές, μέχρις ὅτου ὁ Γέροντας τὸν ἄφησε νὰ βγῇ στὴν ἐπιφάνεια. Ἔπειτα τὸν ρώτησε “τί πρᾶγμα ἀναζητοῦσε περισσότερο, ὅταν ἦταν μέσα στὸ νερό”;

– Τὸν ἀέρα! ἀπάντησε ὁ ὑποτακτικός.

– Ἐπιθυμεῖς τὸ Θεὸ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο; Τὸν ρώτησε ὁ Δάσκαλος. Ἐὰν τὸν ἀναζητᾶς ἔτσι, θὰ τὸν βρῇς ὁπωσδήποτε, ἐὰν ὅμως δὲν ἔχῃς μέσα σου αὐτὸν τὸν φλογερὸ πόθο, δὲ θὰ σὲ ὠφελήσουν σὲ ἀπολύτως τίποτε οἱ προσπάθειες καὶ τὰ βιβλία σου. Δὲ θὰ μπορέσῃς νὰ βρῇς τὴν Πίστη, ἐὰν δὲν τὴν ἀναζητᾶς, ὅπως τὸν ἀέρα γιὰ νὰ ἀναπνέῃς.

  • Κάποιος Ἀμερικανός, εἶχε πάει στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου στὴν Ἀριζόνα μὲ τὴν παρέα του. Σὲ κάποια στιγμὴ ἐμφανίζεται ὁ γέροντας Ἐφραὶμ νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὸ κελλί του, ὅπου ἐξομολογεῖ τὸν κόσμο καὶ νὰ ρωτάῃ τὸν νεαρὸ Ἀμερικανό:

– Ἔχεις παιδί μου καλὸ κινητό, μοντέρνο, σύγχρονο;

– Γιατὶ ρωτᾶτε γέροντα, εἶπε μὲ ἀπορία ὁ νεαρός.

– Νὰ θέλω νὰ πάρῃς τηλέφωνο στὸ Ἅγιο Ὄρος σὲ μιά μονή, γιὰ νὰ μιλήσω ἐκεῖ μὲ ἕνα μοναστήρι, τοῦ ἀπάντησε ὁ γέροντας.

Ὁ γέροντας ἔδωσε τὸν ἀριθμὸ τῆς μονῆς καὶ εἶπε στὸν νεαρό:

– Παιδί μου, πάρε τηλέφωνο σὲ μία ὥρα περίπου καὶ μόλις βγάλῃς γραμμή, νὰ μοῦ δώσῃς τὸ τηλέφωνο, γιὰ νὰ μιλήσω.

  Πράγματι ὁ νεαρὸς μετὰ ἀπὸ μία ὥρα πῆρε τηλέφωνο στὴν μονὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ στὰ Ἀμερικάνικα εἶπε στὸν μοναχὸ ποὺ σήκωσε τὸ τηλέφωνο, ὅτι ὁ γέροντας Ἐφραὶμ ἀπὸ τὴν Ἀριζόνα ἤθελε νὰ τούς μιλήσῃ. Καθὼς τὰ ἔλεγε αὐτὰ ὁ νεαρὸς Ἀμερικανὸς κατευθυνόταν στὸ κελλὶ τοῦ γέροντα Ἐφραὶμ, ποὺ ἐξομολογοῦσε, γιὰ νὰ τοῦ δώσῃ τὸ τηλέφωνο. Ὁ μοναχὸς ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὄρος παραξενεύτηκε ἀπὸ τὸ τηλέφωνο καὶ εἶπε στὸν νεαρό, ὅτι ὁ γέροντας Ἐφραὶμ βρίσκεται στὴν μονή τους καὶ μάλιστα ἤθελε ἐκεῖνος, νὰ τοῦ μιλήσῃ! Κόκκαλο ὁ νεαρὸς Ἀμερικανός!

  Καὶ ἀκούει ἀπὸ τὴν ἄλλη γραμμὴ νὰ τοῦ μιλάῃ ὁ γέροντας Ἐφραὶμ καὶ νὰ τοῦ λέη:

– Ἔλα παιδί μου Τζὸν (ἔτσι ἔλεγαν τὸν νεαρό), γι’ αὐτὸ σὲ εἶπα νὰ πάρῃς τηλέφωνο, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ μιλήσουμε! Ἐγὼ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ ἐσὺ ἀπὸ τὴν Ἀριζόνα! Γιὰ νὰ δῇς τί ἐστὶ Ὀρθοδοξία καὶ τί εἶναι Χάρις Ἁγίου Πνεύματος! Θα τὰ ποῦμε σύντομα Τζόν!…

  Αὐτὰ τοῦ εἶπε ὁ γέροντας καὶ ἔκλεισε τὸ τηλέφωνο.

Ὁ νεαρὸς Τζὸν συγκλονίστηκε! Ἔμεινε στήλη ἅλατος! Μόλις λίγο συνῆλθε ἀπὸ τὸ σόκ, πῆγε καὶ ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ ἐξομολογητηρίου καὶ εἶδε ὅτι ὁ γέροντας Ἐφραὶμ δὲν ἦταν μέσα….

Μετὰ πῆγε στὴν παρέα του καὶ ἄρχισε νὰ ἐξιστορῇ τὸ βίωμά του στοὺς φίλους του. Καὶ ὅταν τελείωσε τὴν διήγηση, βγαίνει ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ ἐξομολογητηρίου ὁ γέροντας Ἐφραὶμ καὶ τοῦ λέει:

– Τζὸν ἔλα νὰ σέ δῶ!

– ……..

Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἔγινε ἡ αἰτία ὁ νεαρὸς νὰ παρατήσῃ τὰ ἐγκόσμια καὶ νὰ γίνῃ μοναχὸς στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου.

Μή ψάχνουμε τόν Θεό, ὁ Θεός εἶναι πάντα μαζί μας.

  Next Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ