Θερινή ἀνασκόπησις, τότε καί τώρα

Share:

Τῆς κ. Κατερίνας Παπαθωμᾶ- Μαστοροπούλου

  Οἱ μῆνες τοῦ καλοκαιριοῦ χρονολογικὰ παρῆλθαν. Ἂς περάσομε τώρα στὰ καθ’ ἡμᾶς θερινὰ δρώμενα. Ἐπειδὴ ὁ ἐπαναλαμβανόμενος τρόπος ζωῆς τῆς συλλογικῆς σχεδὸν καθημερινότητας δὲν ἀφήνει πλέον περιθώρια γιὰ παραγωγὴ ὁποιουδήποτε φυσικοῦ πολιτισμοῦ (ποὺ ἔχει παρέλθει ἀνεπιστρεπτὶ) ἀσχολούμεθα κατὰ κόρον μὲ τὰ πολιτιστικά. Ὥς ἕνα βαθμὸ εἶναι κατανοητὸ καὶ ἀποδεκτό. Ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ξεπεράσαμε τὸ μέτρο. Τὸ ἄμετρο κυριαρχεῖ παντοῦ. (Ἡ Σοφία ὅμως ἔγκειται στὸ μέτρο, στὴν Ἀριστοτελικὴ μεσότητα, στὴν Χρυσοστόμεια διάκριση. Καὶ δὲν εἶναι διόλου εὔκολο τὸ μέτρο, εἶναι δυσεπίτευκτο). Σὲ καθημερινὴ σχεδὸν βάση, κάτι συμβαίνει. Πάσης φύσεως ἐκδηλώσεις, γιορτές, συναυλίες καὶ προπαντὸς πανηγύρια. Ἀκοῦς, γιὰ παράδειγμα, γιορτὴ μελιοῦ, ψαριοῦ, μακαρονιοῦ, πατάτας κ.λ.π. (Ὑποκατάστατα θρησκευτικῶν ἑορτῶν;) καὶ διερωτᾶσαι: Πρὸς τί ὅλα αὐτά; Γιὰ νὰ ἀφυπνισθῆ ὁ Λαὸς ἢ γιὰ νὰ ἀποπροσανατολίζεται καὶ νὰ ἐφησυχάζει; Χάσαμε καὶ τὴν σοβαρότητά μας ὡς Λαός. Ἀμ ἐκεῖνες οἱ ἀλλεπάλληλες συν­αυλίες; Ὅσο ὡραῖες-διασκεδαστικὲς κι΄ ἂν εἶναι, δὲν παύουν νὰ εἶναι σπατάλη τοῦ δημοσίου χρήματος. Ἀπὸ τὴ μία διαβάζομε καθημερινὰ τὰ πάμπολλα προβλήματα τοῦ Δήμου καὶ τῶν δημοτῶν μας καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη προτάσσομε τὴν ὀλιγόωρη διασκέδασή μας. Αὐτό, ἂν μὴ τί ἄλλο, λέγεται μὴ σωστὴ ἱεράρχηση τῶν ἀναγκῶν μας. Τουτέστιν μὴ σωστὴ διαχείριση, μὴ σωστὸ νοικοκύρεμα τοῦ οἴκου μας, ἄς μοῦ ἐπιτρέψουν οἱ τοπικοὶ ταγοί μας. Καί, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι μόνο Κωακὸ ἢ μόνο πανελλήνιο. Διάβασα πρόσφατα (δὲν θυμᾶμαι ποῦ) πὼς ὁ Ἔντι Ράμα τῆς Ἀλβανίας ἐνίσχυσε συναυλία στὰ Τίρανα μὲ χρηματοδότηση 4 ἑκατομμυρίων εὐρώ!. Ἄρα δῶστε στὸν Λαὸ «ἄρτους καὶ θεάματα».

  Ὡς πρὸς τὸν ἀνοριοθέτητο ὑπερ-τουρισμὸ καὶ τὰ μελλοντικὰ ἀναπόφευκτα δεινά του, κάτι πού δὲν διεῖδαν, δὲν προέβλεψαν, οἱ πρῶτοι θεμελιωτές του, παρὰ τὰ ὅσα γράφτηκαν τὸν τελευταῖο καιρό, ἐξακολουθοῦν νὰ κυκλοφοροῦν εἰδήσεις (φῆμες ἢ πραγματικότητες;) γιὰ παρασκηνιακὲς ἀδειοδοτήσεις οὐκ ὀλίγων κλινῶν. Ἐκεῖνο τὸ ΑΝ ὑφίσταται περισσότερο ἀπὸ ποτέ, κ. Δήμαρχε. Τὸ μπαλόνι, γιὰ νὰ μὴ πῶ ἀερόστατο, τοῦ τουρισμοῦ κάποτε θὰ σπάσει (ὅπως λέει γιὰ τὴν ὑπερ-τεντωμένη χορδὴ τοῦ τόξου ὁ Μέγας Ἀντώνιος). Καὶ τότε «οὐαὶ τοῖς ἡττημένοις».

  Ὅσο γιὰ τὰ θρησκευτικὰ πανηγύρια, εἰλικρινὰ θλίβεται κανείς, ἂν τὰ παραβάλει μὲ τὰ προ-τουριστικὰ ἐνοριακὰ πανηγυράκια, ποὺ ἦταν ἡ ζῶσα χριστιανικὴ καὶ κοινωνικὴ συνείδηση τῶν τότε πιστῶν συγχωριανῶν μας. Ἡ συλλογικὴ προετοιμασία μὲ τὴν προσ­φορά, τῶν ἀπαιτουμένων, ἀπ΄ὅλη τὴν ἐνορία (ὅ,τι εἶχε ὁ καθένας) ἦταν ὁ μακρινὸς ἀπόηχος τῶν ΑΓΑΠΩΝ (=κοινῶν δείπνων) τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων. Ὁ αὐλόγυρος τῆς ἐκκλησίας ἢ τοῦ ξωκκλησιοῦ, τὰ χραμάκια στὰ πεζούλια, τὸ λιτὸ δεῖπνο ἐκ τῶν οἰκείων ἐνόντων, τὰ τοπικά μας ὄργανα, τὰ τραγούδια, οἱ σεμνὲς ἀμφιέσεις, οἱ σὶ(γ)ανοὶ χοροί μας , (μὲ ἁπαλοὺς βηματισμοὺς καὶ ὄχι χοροπηδηκτὸ σταφυλοπάτημα), τὸ σταυρωτὸ κράτημα τῶν χεριῶν ποὺ περιγράφεται ἀπὸ τὸν Ὅμηρο καὶ συνεχίζεται μέχρι σήμερα, ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦσαν ἕνα ἁρμονικὸ σύνολο, ἐνταγμένο θαυμάσια στὸ πνεῦμα καὶ τὸ ἦθος τῆς ἐποχῆς. Στὴν ἐκκλησιοκεντρικὴ ζωὴ τῶν προ-τουριστικῶν ἀνθρώπων ἡ κοινωνία ἦταν συλλογικὴ καὶ οἱ ἄνθρωποι ἦσαν πρόσωπα καὶ οὐχὶ ἄτομα. Καὶ στὸ πανηγύρι πήγαιναν (ὅσοι μποροῦσαν φυσικὰ) ἑνωμένοι καὶ γνώριμοι. Πίστευαν στὸν ἴδιο Θεὸ καὶ μιλοῦσαν τὴν ἴδια γλώσσα. Τὴν κοινὴ λατρεία τους τὴν ἀπέκτησαν μὲ τὴν πολύχρονη (ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ) βιωματική τους ἐμπειρία. Ἐκεῖ στὸν ἱερὸ ἐκκλησιαστικὸ χῶρο προσευχόντουσαν, ἱκέτευαν, εὐχαριστοῦσαν, δοξολογοῦσαν, ποσπέριζαν, ἀγαποῦσαν  καὶ ἀναπολοῦσαν καὶ γλεντοῦσαν. Σήμερα, δίδεται ἡ ἐντύπωση ὅτι οἱ ἐκκλησιαστικοὶ χῶροι μεταβλήθηκαν σὲ φτηνὰ ὑπαίθρια νυκτερινὰ κέντρα.

   Δυστυχῶς ἡ ἄποψή μου ἐκφράζει πάρα πολλούς, ὁπότε εὐλόγως γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Τί δέον γενέσθαι. Τὰ καταργοῦμε, ἀφοῦ δὲν εἴμαστε ἄξιοι νὰ τὰ παραδώσομε στὶς ἑπόμενες γενιές, ὅπως τὰ παραλάβαμε ἀπὸ τὶς προηγούμενες, ἢ τὰ συνεχίζομε ὡς φολκλὸρ γιὰ καθαρὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ βαρὺ τίμημα γιὰ τὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία δυστυχῶς στοὺς μεταλλαγμένους καιροὺς μας βάλλεται πολλαχόθεν. Ἀλλὰ γι’αὐτὸ σὲ μία ἄλλη εὐκαιρία.

  Next Article

Ὥρα Εὐθύνης γιὰ τὴν Ἑλληνορθόδοξη Παιδεία