Οἱ Ἱ. Κανόνες ἀποσκοποῦν πρωτίστως εἰς αὐτοκριτικήν!

Share:

Τοῦ Πρεσβυτέρου π. Γερασίμου Βουρνᾶ

  Ὁ Γ΄ Κανών τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐκ πρώτης ὄψεως δέν φαίνεται νά σχετίζεται ἄμεσα μέ τήν σύγχρονή μας πραγματικότητα. Ἀποτελεῖ, ἀναμφισβήτητα, μιά ἀσφαλιστική δικλείδα, ἐφόσον ὁρίζει «πᾶσαν ψῆφον γινομένη παρά ἀρχόντων, Ἐπισκόπου, ἤ Πρεσβυτέρου, ἤ Διακόνου» ὡς ἄκυρη. Ἐκτός αὐτοῦ ὅμως, μελετῶντας πιό προσεκτικά τόν ἐν λόγῳ Κανόνα, μποροῦμε νά ἐντοπίσουμε περισσότερες προεκτάσεις. Ἔτσι, σέ αὐτές τίς γραμμές θά ἀσχοληθοῦμε κατά πρῶτον μέ τό πνεῦμα του, πού ἀφορᾶ στόν τρόπο ἀνάδειξης τῶν Κληρικῶν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐν συνεχείᾳ, θά προβληματιστοῦμε γιά τό κατά πόσο καί πῶς ἀναμειγνύεται ἡ κοσμική ἐξουσία στήν ἐκλογή τῶν Κληρικῶν ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, καθώς καί τούς τρόπους ἀντιμετώπισης.

Τό πνεῦμα τοῦ Γ΄ Κανόνος θέτει Κλῆρον καί Λαόν πρό τῶν εὐθυνῶν τους

Οἱ Διάκονοι καί οἱ Πρεσβύτεροι ἀναδεικνύονται ἀπό τόν Κλῆρο καί τόν Λαό ἑκάστης Ἐπισκοπῆς. Θά πρέπει, δηλαδή, ὁ τοπικός Ἐπίσκοπος, οἱ Πρεσβύτεροι καί ὁ Λαός νά συμφωνήσουν ἀπό κοινοῦ γιά τό πρόσωπο πού θά λάβει «τό τῆς Ἱερατείας χάρισμα». Μάλιστα, ὁ Β΄ Ἀποστολικός Κανών προβλέπει ὅτι οἱ Χριστιανοί πρέπει νά «συμψηφίζουν» μαζί μέ τούς Ἀρχιερεῖς «τούς μέλλοντας ἱερωθῆναι». Σήμερα, ὅπως διαβάζουμε στό Πηδάλιον, ἡ «συμμαρτυρία», πού ὑπογράφεται ἀπό τούς ἐγκρίτους τῶν Κληρικῶν «φαίνεται νά ἔχῃ τόπον ψηφοφορίας», ἀφοῦ μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο θά πρέπει «νά ἐρωτῶνται καί αὐτοί (ἐνν. ὁ Λαός) ἄν συνενοῦ­σιν εἰς τήν ψῆφον, ἤ ὅλοι, ἤ οἱ περισσότεροι». (Ἐμεῖς αὐτό τό ζήσαμε, ἀπό πρῶτο χέρι, κοντά στόν Πατέρα καί Διδάσκαλό μας, π. Βασίλειο Βολουδάκη, γιά τήν δική μας Χειροτονία, γιά τήν ὁποία διαπιστώσαμε ὅτι εἶχε λάβει τήν συν-μαρτυρία, ἀπό τό μεγαλύτερο κομμάτι τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐνορίας καί σίγουρα ἀπό ἐκείνους πού μετέχουν συνειδητά στήν Ἐκκλησιαστική ζωή της. )

Παράλληλα, πάντοτε κατά τόν Γ´ Κανόνα τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ Ἐπίσκοποι ψηφίζονται ἀπό τοὐλάχιστον (σέ περίπτωση ἐκτάκτων συνθηκῶν) τρεῖς Ἐπισκόπους μαζί μέ τήν ἔγγραφη συμφωνία τῶν ὑπολοίπων Ἐπισκόπων ἑκάστης τοπικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό δέν ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι οἱ Πρεσβύτεροι καί ὁ Λαός δέν ἔχουν λόγο στήν ἐκλογή τῶν Ἀρχιερέων. Κάθε ἄλλο! Οἱ Πρεσβύτεροι, κατά τήν Ἐκκλησία μας, «εἶναι σύνεδροι τοῦ Ἐπισκόπου» τους καί ὀφείλουν νά τοῦ μεταφέρουν καί νά τοῦ ἐκφράζουν τήν γνώμη τους, ὅπως καί τοῦ ποιμνίου τους, σέ κάθε ζήτημα.[1] Ταυτόχρονα, οἱ Ἐπίσκοποι ἐξελέγησαν πρῶτα Διάκονοι καί κατόπιν Πρεσβύτεροι ἀπό τήν τοπική Ἐκκλησιαστική κοινότητα καί, ἑπομένως, Κλῆρος καί Λαός συμμετέχουμε καί δι’ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ στήν ἐκλογή τῶν Ἀρχιερέων. Γι’ αὐτό, ὅσοι καταφέρονται ἐναντίον τῶν οἰκείων τους Ἐπισκόπων – συχνά μάλιστα μέ χαρακτηρισμούς πού ἀπάδουν τοῦ ἤθους τῆς Ἐκκλησίας μας – θά ἦταν καλό καί χρήσιμο νά μᾶς γνωστοποιοῦν καί τό ἄν καί κατά ποῖον τρόπο ἀντέδρασαν, ὅταν ὁ «νῦν αἱρετικός» Ἐπίσκοπος ἐχειροτονεῖτο Διάκονος, Πρεσβύτερος καί Ἐπίσκοπος. Μάλιστα, ὁ «νῦν αἱρετικός» Ἐπίσκοπος ἔχει προηγουμένως χειροθετήσει ἤ ἀκόμη καί χειροτονήσει ὁρισμένους ἀπό τούς νῦν ἐντόνως διαμαρτυρομένους. Δηλαδή, τώρα κατάλαβα ὅτι εἶναι αἱρετικός ὁ Ἐπίσκοπός μου; Ὅταν ἔθετε τά χέρια του, γιά νά λάβω δι’ αὐτῶν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, δέν ἦταν; Αὐτά δέν τά ἀναφέρουμε, γιά νά περιοριστεῖ ἡ σθεναρή ἀντίσταση στίς περιπτώσεις πού ἐπιχειρεῖται κάτι ἀντίθετο ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐπιδίωξή μας, ὅμως, εἶναι νά ἔχει ἡ ἀντίδρασή μας αὐτή σωστές βάσεις, νά μή αὐτοακυρώνεται καί – κυρίως – νά μή στερεῖται τοῦ ἤθους καί τῆς εὐπρέπειας τοῦ Χριστοῦ μας.

Ἔτσι, συνειδητοποιοῦμε ὅτι ὁ παρών Γ΄ Κανών, δέν ἀπαγορεύει ἁπλῶς τήν ἐμπλοκή τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας στήν ἐκλογή Διακόνων, Πρεσβυτέρων καί Ἐπισκόπων, ἀλλά ἀποτελεῖ συνέχεια καί ἐπικύρωση τοῦ Λ΄ Ἀποστολικοῦ καί τοῦ Δ΄ τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Κανόνων, οἱ ὁποῖοι καταγράφουν τό πνεῦμα καί τόν τρόπο πού ἐνεργεῖ ἡ Ἐκκλησία μας ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί ὄχι ὡς δικτατορικό καθεστώς. Οὔτε κἄν δημοκρατικά δέν λειτουργεῖ, ἀλλά «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ». Κάθε ἄλλη συμπεριφορά ἀποτελεῖ ἀπομάκρυνση ἀπό τό ἦθος τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί ἄρα ἀπό τήν «εὐλογίαν τοῦ Οὐρανοῦ».

(Πῶς) Ἐπεμβαίνει σήμερα ἡ κοσμική ἐξουσία εἰς τήν ἀνάδειξιν Κληρικῶν;

Πῶς δύναται αὐτή ἡ ἐπέμβασις νά ἀντιμετωπισθῆ;

  Σήμερα δέν ἔχουμε φαινόμενα ἀπροκάλυπτα, ὅπως τό παράδειγμα τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Ε´, ὁ ὁποῖος ἐπί Εἰκονομαχίας, στόν «ναόν τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν», στήν τελευταία συνεδρίαση τῆς Συνόδου τῆς Ἱερείας, «κατά παράβασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως προέβη εἰς θεαματικήν πλήρωσιν τοῦ χηρεύοντος οἰκουμενικοῦ θρόνου». Ὁ Αὐτοκράτορας, σύμφωνα μέ τόν ἱστορικό Θεοφάνη, «ἀνῆλθεν ἐν τῷ ἄμβωνι κρατῶν Κωνσταντῖνον μοναχόν, ἐπίσκοπον γενόμενον τοῦ Συλλαίου καί ἐπευξάμενος ἔφη μεγάλῃ τῇ φωνῇ· «Κωνσταντίνου οἰκουμενικοῦ πατριάρχου πολλά τά ἔτη».[2]

Στήν ἐποχή μας ἡ κοσμική ἐξουσία ἐπεμβαίνει, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, μέ τρόπο ἔμμεσο. Μάλιστα, ἄν κάποιος πιστεύει τό ἀντίθετο, θεωρεῖται ἀπό ὅλους ἀφελής. Ὡστόσο, βλέπουμε ὅτι καί ἄνθρωποι ὅπως ὁ μακαριστός π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος πού γνώ­ριζε ὅσο ἐλάχιστοι τά τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως, ἐπιβεβαιώνουν αὐτή τήν γενικότερη αἴσθηση. Ἕνα ἄρθρο αὐ­τοῦ τοῦ «ὁσι­ακῆς βιοτῆς» ἀν­θρώπου τοῦ Θεοῦ μέ τίτλο «Περί τήν ἐκλογήν Ἐπισκόπων» εἶναι ἀρκετό γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές. Μάλιστα, ὅπως θά δοῦμε, διαπνέεται πλήρως ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Γ΄ Κανόνος τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς.

Ἐν περιλήψει, ἐγράφη ὡς ἀπάντηση στό περιοδικό «Ἀνάπλαση», πού ὑποστήριζε τήν ἐπαναφορά ἑνός παλαιότερου τρόπου ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων, κατά τόν ὁποῖον ἡ Ἱερά Σύνοδος κατήρτιζε τό γνωστό σέ ὅλους τριπρόσωπο καί κατόπιν ἡ Πολιτεία ἐπέλεγε ἕνα ἐκ τῶν τριῶν. Ἡ «Ἀνάπλαση» ἐπιχειρηματολογοῦ­σε ὑποστηρίζοντας, μεταξύ ἄλλων, ὅτι ἔτσι «Καταργεῖται τό παρασκήνιον καί […] ἡ Πολιτεία θά ἀναμειγνύεται μέν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς […]». Ὁ π. Ἐπιφάνιος ἀπήντησε ὅτι μέ αὐτόν τόν τρόπο, ὄχι μόνο δέν καταργεῖται τό παρασκήνιο, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία δέν θά πάψει κρυφά νά προωθεῖ τούς εὐνοουμένους ὑποψηφίους της γιά τό τριπρόσωπο, ἀλλά πλέον θά ἀναμειγνύεται καί ἐμφανῶς στήν μετέπειτα ἐκλογή τοῦ ἑνός.

Ἐν τῇ πορείᾳ τοῦ λόγου, ὁ π. Ἐπιφάνιος προτείνει ὡς ἱκανοποιητικότερη λύση τήν «διά κλήρου» ἐπιλογή τοῦ ἑνός ἐκ τῶν τριῶν, ἡ ὁποία ἄλλωστε εἶναι καί «πρᾶξις ἀποστολική» (Πράξ. α΄, 26).

Ἐξίσου ἐνδιαφέρουσα εἶναι καί ἡ σκέψη τοῦ περιοδικοῦ ὅτι, μέ τήν κατάρτιση τοῦ τριπροσώπου ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο καί κατόπιν τήν ἐκλογή ἐκ τῆς Πολιτείας τοῦ Ἀρχιερέως, θά ἐδίδετο στόν Τύπο περισσότερος χρόνος ἀντίδρασης, ὅταν κάποιος «διαβεβοημένος» προωθεῖτο, γιά νά ἐκλεγεῖ Ἀρχιερεύς. Ἡ ἀπάντηση τοῦ π. Ἐπιφανίου εἶναι χρησιμότατη καί γιά τίς ἡμέρες μας, ἀφοῦ βασίζεται στό αἰώνιο καί ἀναλλοίωτο πνεῦ­μα τῆς Ἐκκλησίας μας καί μᾶς φέρνει ὅλους πρό τῶν εὐθυνῶν μας. Γι’ αὐτό καί τήν παραθέτουμε αὐτούσια:

«Εἶναι πολύ ἀφελές τό ἐπιχείρημα τοῦτο καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, δέν τιμᾷ τήν θεολογικήν συγκρότησιν τῆς «Ἀναπλάσεως». Ὁ ἐξ ἐπόψεως ἤθους ἀνάξιος ἵνα γένηται Ἀρχιερεύς, εἶνε ἀνάξιος οὐχί ἵνα ἱερατεύῃ, ἀλλά καί ἁπλῶς ἵνα διακονῇ. Ὁ δέ ἐξ ἐπόψεως ἤθους ἀξίως διακονῶν, δύναται, ἐξ ἐπόψεως ἤθους ἐννοεῖται, καί νά πατριαρχεύσῃ. Διατί λοιπόν, ἐάν γνωρίζωμεν «διαβεβοημένα» πρόσωπα, πρέπει νά ἀναμείνωμεν τήν εἴδησιν ὅτι ἐπίκειται ἡ προαγωγή αὐτῶν εἰς Ἐπισκόπους, ἵνα ἐκστρατεύσωμεν κατ’ αὐτῶν; Εἶνε ἄξιοι ὡς Ἀρχιμανδρῖται καί εἶναι ἀνάξιοι ὡς Ἐπίσκοποι; Μόνον ἐάν ἡ ἐκλογή τῶν Ἐπισκόπων ἐγίνετο ἀπό λαϊκῶν, ὑπῆρχεν ἀνάγκη χρόνου. Ἐφ’ ὅσον γίνεται ἀπό Κληρικῶν, καί πᾶς Ἐπίσκοπος προϋπῆρξε Διάκονος καί Ἱερεύς ἐπί πολλά ἔτη, οὐδεμία ἀνάγκη χρόνου ὑπάρχει. Ἔπρεπε πρό πολλοῦ νά εἴχομεν ἐκστρατεύσει κατ’ αὐτοῦ, ἐάν ἦτο «διαβεβοημένος». Ἄλλως ἡ ἀγάπη ἡμῶν πρός τήν Ἐκκλησίαν ἐλέγχεται καχεκτική, ἀτελής, χλιαρά καί, ἐπιτραπήτω ἡ ἔκφρασις, περιπτωσιακή. Διατί ἠνειχόμεθα, ἐν ἐγκληματικῇ ἀδιαφορίᾳ καί ἀδρανείᾳ, τάς ἱερατικάς τοῦ «διαβεβοημένου» εὐχάς καί μόνον τάς ἀρχιερατικάς ἀδυνατοῦμεν νά ὑπομείνωμεν;».[3]

Βάσει λοιπόν, τόσο τῶν ὅσων ἀναφέραμε σχετικά μέ τόν Γ΄ Κανόνα, ὅσο καί τῶν παρατηρήσεων τοῦ π. Ἐπιφανίου, Κλῆρος καί Λαός, φέρουμε ὅλοι ἀπόλυτη εὐθύνη, ἀφοῦ οἱ Κληρικοί δέν βγαίνουν «ἀπό τά λάχανα», κατά τόν ἅγιο Γέροντα Σίμωνα Ἀρβανίτη, ἀλλά μέσα ἀπό τίς οἰκογένειες, τίς Ἐνορίες καί φυσικά ἀπό τόν πνευματικό τους Πατέρα. Ἀντί λοιπόν νά ὑβρίζουμε καί νά ξεσποῦμε μέ κάθε τρόπο τήν ὀργή μας γιά ὁποιαδήποτε παρανομία διαπράττουν οἱ ἄλλοι, θά πρέπει πρῶτα νά κλαῖ­με, διότι εἴμαστε κι ἐμεῖς συνυπεύθυνοι. Ἀκολούθως, χρειάζεται νά ἐντείνουμε τόν προσωπικό μας ἀγῶνα γιά τήν ἐξάλειψη τῶν ἁμαρτιῶν μας καί ὕστερα, μέ τό εὐγενές καί δυναμικό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας μας νά ἐκφέρουμε τήν γνώμη μας γιά τά κακῶς κείμενα.

Τοὐλάχιστον ἐμεῖς, αὐτό εἴδαμε κοντά στούς Πατέρες μας καί αὐτό ὀφείλουμε νά ὁμολογοῦμε.

Σημειώσεις:

[1] Πρωτ. Βασιλείου Ε. Βολουδάκη, Ἡ Φανέρωση τῆς Ἱερωσύνης στόν Κόσμο, ἐκδ. «ΥΠΑΚΟΗ», Ἀθήνα 1996, σελ. 61 κ. ἑ.

[2]Αἰκατερίνης Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ἱστορία, τόμος Β΄ 1, ἐκδ. Βάνιας, Θεσ/νίκη 1998, σελ. 113.

[3] Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου, Ἄρθρα-Μελέται-Ἐπιστολαί, τόμος Α΄, ἐν Ἀθήναις, 1981, σελ. 127-131.

  Next Article

Ἡ «τάξις» τῆς Ἁγίας Τριάδος εἰς τὸν Ἰωάννην Ζηζιούλαν