Σταχυολογήματα ἀπὸ τὴν ζωὴν τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου
Τοῦ κ. Παναγιώτου Ἀθανασίου
4ον
Ἤθελε νὰ ἱδρύση Θεολογικὴν Σχολήν
Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἦταν βαθύτατη. Ὅταν ὁ πιστὸς ὑποτακτικός του, Κωστῆς Σακεραλόπουλος τοῦ εἶπε νὰ μὴ ἐγκαταλείψη τὴν Ριζάρειο Σχολὴ ὁ Ἅγιος σηκώθηκε χαμογελαστὸς καὶ ἀπάντησε:
«Κωστή μου, τὸ γνωρίζεις ἤδη καλῶς, δὲν διατηρῶ ἐν τῇ καρδίᾳ μου προσδοκίας. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖο ἐπιθυμῶ εἶναι νὰ συντελέσω μὲ τὴν ὑπάρχουσαν ἐν ἐμοὶ ἱκανότητα εἰς βοήθειαν τῆς πασχούσης ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Σήμερον ἡ γλυκυτάτη ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἐπειδὴ τυγχάνει ἡ μόνη κιβωτὸς τῆς θείας δυνάμεως καὶ ἀληθείας, μὲ τεραστίαν λυτρωτικὴν ἐνέργειαν, βάλλεται πανταχόθεν. Ἀπὸ τοὺς τέκτονας, ἀπὸ τοὺς ψευδοσοφούς, ἀπὸ τοὺς ὑλιστὰς τοῦ αἰῶνος τούτου, ἀπὸ τοὺς δημαγωγούς, ἀπὸ τοὺς κυβερνήτας τῶν λαῶν καὶ δυστυχῶς, τὸ χειρότερον, ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους τοὺς κληρικούς. Τὰ Θυσιαστήρια, ὡς γνωρίζεις, καταπατοῦνται ἀπὸ προβατοσχήμους λύκους… Καταπατοῦνται καὶ ἀπὸ ἀγραμμάτους ἐπαγγελματίας, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται ν’ ἀντεπεξέλθουν εἰς τὰς ποικίλας ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ. Ἤρχισα νὰ σκέπτωμαι ὅπως εὕρω τόπον κατάλληλον ἐκεῖ εἰς τὴν Αἴγιναν, πλησίον τῆς πόλεως, διὰ νὰ ἱδρύσω μίαν Θεολογικὴν Σχολὴν εὐσεβῶν κηρύκων, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐξέρχωνται ἐκεῖθεν μὲ τελείαν αὐταπάρνησιν καὶ θείαν ἀγάπην…».
Τὸ τεράστιον φίδι
Ὁ Ἅγιος συνήθιζε νὰ κάνη περιπάτους προσευχόμενος καὶ ὑμνῶντας τὸν Θεό:
Κι ἕνα πρωϊνὸ τοῦ καλοκαιριοῦ, κατὰ τὸ γλυκοχάραμα, καθὼς ἀνέβαινε πρὸς τὴν ἀρχαία πόλη, ἀπὸ ἕνα πλάγιο μονοπάτι, καθὼς ἀνέβαινε πρὸς τὸ παλιὸ ἐξωκκλήσι τοῦ ἀγαπημένου του Ἁγίου Διονυσίου κι ἀφουγκράζονταν στὸν δάσος τὸ τραγούδι τοῦ πουλιοῦ ποὺ τραγουδοῦσε στὸ σύδεντρο τὴν εὐτυχία του, καὶ πήγαινε γιὰ Ὄρθρο καὶ Λειτουργία, χράπ, ξεπήδησε καταμπροστά του ἕνα τεράστιο φίδι. Πλατάγισε τὴν οὐρά του καὶ ὕψωσε τὸ κεφάλι μὲ τὴ γλώσσα ἀπειλητικά.
Δίχως νὰ χάση τὴν ψυχραιμία του σήκωσε τὸ ραβδί του, ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ εἶπε:
– Στάσου ὡς βρίσκεσαι, ἀκίνητον. Ἰησοῦς Χριστὸς νικᾶ.
Τὸ ἑρπετὸ σύρθηκε μερικοὺς πόντους, κοκκάλωσε κι ἔμεινε ἀκίνητο μὲ τὸ κεφάλι ψηλά.
Ὅταν ἔπειτα ἀπὸ τρεῖς ὧρες τελείωσε ἡ Λειτουργία, στὶς μοναχές, ποὺ κουβάλησαν καμινέτο καὶ σύνεργα κι ἔψησαν πρόχειρα τσάϊ καὶ καφέ, δὲν εἶπε τίποτα. Ἔστειλε καὶ φώναξαν δυὸ ἐργάτες ἀμπελοκαλλιεργητὲς ποὺ δούλευαν παρακάτω στὰ κτήματα καὶ τοὺς εἶπε.
– Λάβετε μίαν πέτραν ἀρκετὰ μεγάλην καὶ ὑπάγετε εἰς τὸ δεῖνα τόπον, ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ λόφου. Χαμηλὰ θὰ δῆτε κάποιο ναρκωμένο φίδι. Σκοτώσατέ το δίχως νὰ γίνεται θόρυβος.
Οἱ ἄνδρες ἔκαναν ὅ,τι τοὺς εἶπε κι ἀπόμειναν μὲ κομμένη ἀνάσα. Ἔρριξαν ἀπὸ ψηλὰ τὴν πέτρα καὶ σκότωσαν τὸ φίδι. Τέτοιο θηρίο δὲν ματαφάνηκε ποτὲ στὰ μέρη τους! Ἀλλὰ πῶς ἔτυχε νὰ στέκεται ἔτσι ἀκίνητο, ἔτσι ναρκωμένο; Ἀπίστευτο καὶ φοβερό! Δὲν μποροῦσαν νὰ μὴ κάνουν θόρυβο, δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ ξεπεράσουν. Ἡ περιέργεια τοὺς πιλάτευε νύχτα-μέρα. Ἔμειναν μὲ ἀνοιχτὸ στόμα, ὅταν ἐπιτέλους τὸν ἀνάγκασαν κάτι νὰ πῆ, κάτι νὰ ξεστομίση.
Μὲ τὸ νῦ καὶ μὲ τὸ σῖγμα
Ἡ πίστη τοῦ Ἁγίου μεγάλη, ἡ προσευχή του ζωντανὴ καὶ ἔντονη. Πολλὲς φορὲς πέρασε δύσκολες στιγμὲς καὶ μεγάλες δοκιμασίες. Προσευχόταν ἁπλὰ καὶ μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴν Παναγία μας, ποὺ τόσο ἀγαποῦσε, καὶ ὅπως πάντα τὸν ἔβγαζε ἀπὸ τὶς δυσκολίες.
Νὰ τί ἀναφέρεται σχετικὰ μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ὅταν οἱ μοναχές ἦσαν σὲ κάποια ἀγωνία, σκυφτὲς καὶ ἀπελπισμένες.
– Τί συμβαίνει; τὶς ρωτοῦσε.
– Σεβασμιώτατε, αὔριον εἶναι Σάββατον…
– Λοιπόν;
– Θὰ ἐπανέλθουν ἀπὸ Δευτέρας οἱ ἐργάται;
– Πόσα ὀφείλομεν;
– Σχεδὸν ἀπὸ δέκα ἡμερομίσθια.
– Θὰ σᾶς ἀπαντήσω αὔριον…
– Αὔριον! Ποίαν ὥραν;
– Μέχρι μεσημβρίας.
Τὸ βράδυ, προτοῦ γδυθῆ, πλησίαζε τὴν «Κυρίαν Θεοτόκον» καὶ τῆς ἔλεγε, τῆς ἐξιστοροῦσε μὲ τὸ νῦ καὶ μὲ τὸ σῖγμα γιὰ τὸ ἀδιάκοπο τοῦτο ζήτημα, ξανοιγόταν σὲ λεπτομέρειες καὶ συχνὰ προέβαινε σὲ διαχειριστικὴ ἀναφορά. Τὴν ἄλλη μέρα κατὰ τὶς ἕντεκα ποὺ ἔφθανε ἐπάνω στ’ ἀλογάκι του ὁ ταχυδρόμος μὲ τὸ σάκκο γεμάτο ἔντυπα καὶ φακέλλους ἦταν ἀδύνατο νὰ μὴ ἔλθουν δωρεές, νὰ μὴ ἔλθουν χρήματα ἀπὸ τὰ πλέον ἀπίθανα μέρη. Συχνὰ-πυκνὰ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὴν πλέον ἀπόμακρη ἀποικία, τὸν Καναδά.
Οἱ γερόντισσες ἔτριβαν τὰ μάτια τους, ὅταν τὶς καλοῦσε ἀκριβῶς ἕνα τέταρτο πρωτύτερα ἀπὸ τὸ μεσημεριανὸ τραπέζι, γιὰ νὰ τοὺς ἀναγγείλη σιγαλερὰ καὶ φυσιολογικά:
– Νὰ ἐπανέλθουν ἀπὸ Δευτέρας οἱ ἐργάται.
Πῶς; Ἔχομεν χρήματα, Σεβασμιώτατε;
– Τὰ ὀφειλόμενα ἐκαλύφθησαν. Ἔστειλεν ἡ Κυρία Θεοτόκος.
– Γιὰ τὴν ἐρχόμενη ἑβδομάδα;
– Μὴ γίνεσθε ἀγνώμονες. Γιὰ τὴν ἐρχόμενη ἑβδομάδα κάτι πάλιν θὰ στείλη ἡ Θεία Πρόνοια.
Καὶ πραγματικὰ ἔστελνε. Πάντα ἐπάνω στὸ «ἀμὴν» ἔστελνε.
Ἡ Θεία Κοινωνία
Περὶ τῆς Θείας Κοινωνίας κατ’ ἐπανάληψη ἔγραφε καὶ συμβούλευε τὶς Μοναχές:
«Δύνασθε τὴν παραμονὴν νὰ προσκαλέσητε ἕνα ἱερέα νὰ ἔλθη εἰς τὴν Μονὴν νὰ λειτουργήση καὶ νὰ μεταλάβητε. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Θείας Κοινωνίας, σᾶς καθιστῶ γνωστόν, ὅτι ὁ τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως πόθος καλὸς καὶ ἅγιος, ἀλλ’ ὡς τοιοῦτος δέον νὰ εἶναι πλήρης εἰρήνης καὶ ἀταραξίας καὶ ἀπηλλαγμένος θλίψεως καὶ στενοχωρίας.
Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου μάθετε τὰ ἑξῆς. Ἡ συνεχὴς μετάληψις εἶναι ἐπακόλουθον τῶν συνεχῶν Λειτουργιῶν καὶ οὐχὶ αἱ συνεχεῖς Λειτουργίαι ἐπακόλουθον τοῦ πόθου τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως. Διότι αἱ μὲν Λειτουργίαι γίνονται ὑπὲρ τῶν θείων δωρεῶν, τῶν θείων χαρίτων, ὑπὲρ σωτηρίας, ὑπὲρ ἐλέους, ὑπὲρ εὐλογίας, ὑπέρ, ὑπέρ, κ.λπ. καὶ ὑπὲρ τῆς μεταλήψεως τῶν ἑτοίμων ἐχόντων πρὸς κοινωνίαν, ἡ δὲ μετάληψις ὑπὸ τῶν ἀξιῶν εἶναι ἐπακόλουθον καὶ ἕν τῶν πολλῶν δωρεῶν τῶν εἰς τὸν ἄνθρωπον παρεχομένων. Ὥστε ἡ Λειτουργία οὐχὶ ἁπλῶς ἵνα κοινωνῶμεν, ἀλλ’ ἵνα τὸ σύμπαν ἁγιάζηται καὶ μετέχωμεν καὶ ἡμεῖς ἁγιασμοῦ. Διὰ τοῦτο ὅταν γίνωνται Λειτουργίαι καὶ ἑτοίμως ἔχωμεν πρὸς κοινωνίαν, κοινωνοῦμεν, ὅταν δὲ δὲν ἔχωμεν ἑτοίμως δὲν κοινωνοῦμεν.
Κατὰ ταῦτα ὁ πόθος τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως εἶναι δίκαιος, τελουμένων τῶν Θείων Λειτουργιῶν· διὸ καὶ φέρει χαρὰν καὶ εὐφροσύνην. Ἀλλ’ ὅταν ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς τινος δὲν δύναται νὰ πληρωθῆ ὁ δίκαιος οὗτος πόθος, γεννᾶται δὲ καὶ στενοχωρία καὶ θλῖψις, ὁ ταῦτα πάσχων ἀδικεῖ ἑαυτόν, καὶ ἐνδεχόμενον νὰ ἐγείρηται ὁ πόθος οὗτος ἐπιτηδείως ὑπὸ τοῦ ἀντιπάλου πρὸς ἐγκατάλειψιν τῆς ἐρήμου. Μάθετε δ’ ὅτι ὁ κοινωνήσας ἐπαξίως, καὶ εἰς τὴν ἔρημον μεταβάς, ἔχει ἐν τῇ καρδίᾳ ἑαυτοῦ τὸν Χριστὸν ἔνοικον καὶ λαλοῦντα πρὸς αὐτὴν ἐσαεί. Οὐδείς δὲ χρόνος ἱκανὸς ν’ ἀποξενώση αὐτὴν τοῦ Κυρίου. Οὐδείς ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου ἐγκατέλιπε τὴν ἔρημον, ἵνα μεταβῆ εἰς τὴν πόλιν νὰ κοινωνήση, οὐδ’ ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ. Οἱ κοινωνήσαντες ἔχουσι τὸν Χριστὸν ἔνοικον διὰ παντὸς κοινωνοῦντες δὲ συνεχῶς κατὰ τὰς τελουμένας Λειτουργίας, οὐχὶ ὡς ἐστερημένοι, ὡς ἀποξενωμένοι, κοινωνοῦσιν, ἀλλ’ ὡς ἐντολὴν τηροῦντες ὡς πόθον ἐκφράζοντες τοῦ εἶναι πάντοτε μετ’ Αὐτοῦ ὡς ἁγιασμὸν καὶ χάριν ζητοῦντες, οὐχ’ ὡς μὴ ὄντες μετ’ Αὐτοῦ ἢ μὴ ἡγιασμένοι, ἀλλ’ ὡς ἠλεημένοι θέλουσι τελουμένων τῶν Μυστηρίων, νὰ ὦσι μέτοχοι καὶ κοινωνοὶ τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Ταῦτα διὰ βραχέων σᾶς λέγω, ἵνα μὴ ταράττησθε καὶ θλίβησθε διὰ τὴν βραδεῖαν μετάληψιν. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν ἐνοικῶν. Ὁ Θεὸς σᾶς ἠλέησεν, ἀπολαύεται τοῦ ἔλεους Αὐτοῦ καὶ εὐφραίνεσθε ἐν τῇ ἐρημίᾳ. Αὕτη τηρεῖ ἐν τῇ καρδίᾳ τὸν Χριστὸν καὶ ἐν τῇ διανοίᾳ. Ἐπιρρίψατε ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σας· ἔγνων ὅτι ὁ Θεὸς περὶ ὑμῶν προνοεῖ. Μὴ γίνησθε ὀλιγόψυχοι καὶ μὴ ταράσσεσθε δι’ οὐδέν, οὐδὲ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς Θείας Μεταλήψεως. Ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς οἶδε τοὺς πόθους τῶν καρδιῶν ὑμῶν καὶ εἶναι Δυνατὸς νὰ πληρώσῃ αὐτούς, ὡς Αὐτὸς οἶδε. Σεῖς αἰτεῖτε παρ’ Αὐτοῦ καὶ μὴ ὀλιγοψυχῆτε. Μὴ νομίζητε, ὅτι ἐπειδὴ ὁ πόθος ὑμῶν εἶναι ἅγιος, δικαιοῦσθε νὰ παραπονῆσθε, μὴ εἰσακουόμεναι. Ὁ Θεὸς πληροῖ αὐτοὺς κατὰ μυστικὸν τρόπον. Εἰρηνεύετε καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸν Θεόν.




