Ὁ Ἀφορισμὸς εἶναι μία ἀπὸ τὶς βαρύτερες ποινὲς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὰ ἁρμόδια ἐκκλησιαστικὰ ὄργανα γιὰ σοβαρὰ παραπτώματα τῶν πιστῶν.
Ὅταν μάλιστα ἡ ποινὴ αὐτὴ εἶνα ἰσόβια, χαρακτηρίζεται ὡς μεγάλος ἀφορισμὸς καὶ ταυτίζεται οὐσιαστικὰ μὲ τὸ Ἀνάθεμα. Αὐτὲς οἱ δύο ἔννοιες ἐκφράζονται στὴν ποινὴ τοῦ Ἀναθέματος, ἀφοῦ, ὅποιος ὑποβάλλεται σ’ αὐτὴ τὴν ποινὴ ἀποκόπτεται ὁριστικὰ ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ παραδίδεται στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τὸ βυζαντινὸ δὲ λεξικὸ Σούδα (Σουίδα) ὁ Ὅρος ἀνάθεμα δηλώνει καὶ τὸ ἀνατιθέμενον τῷ Θεῷ καὶ τὸ εἰς ἀφανισμὸν ἐσόμενον.
Ἔτσι, ἀποστερεῖται ὁ ἄνθρωπος τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ σωτηρία του ἁγιαστικὰ μέσα καὶ ὁδηγεῖται στὴν πνευματικὴ ἀπώλεια, «εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον», τὴν ἀφοριστικὴ – διαχωριστικὴ γραμμή, ἔξω καὶ πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ θείου φωτὸς καταφωτιζομένου βασιλείου τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία.
Ὁ Ἀφορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει τὶς ἴδιες ἐκκλησιαστικὲς συνέπειες μὲ τὸ Ἀνάθεμα, γιατί ἐκτός τοῦ ὅτι ἀποκλείεται – ἀποχωρίζεται – ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, «τοῦτ’ ἔστι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ» (Ἑβρ. ι΄ 20), στερεῖται καὶ τῆς ἰδιότητας τοῦ πιστοῦ, μὲ τὴν ἀπαγόρευση συμμετοχῆς του στὴ θεία Εὐχαριστία καὶ τὰ ἄλλα Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Ἀφορισμὸς ἐπιβάλλεται γιὰ ἀποστασία, αἵρεση, σχίσμα κλπ., ἀλλὰ ἐπιβάλλεται, κυρίως, ὅταν πρόκειται γιὰ προσβολὴ κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί αὐτὸ ἀφορᾶ τὴν ἀμφισβήτηση τῆς θείας φύσεως τοῦ Θεανθρώπου, τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση ὁ Ἀφορισμὸς εἶναι ὁριστικὸς καὶ ἀμετάκλητος καὶ δὲν ὑπάρχει περιθώριο μετάνοιας καὶ ἐπιστροφῆς, ἀφοῦ κατὰ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου, «ὃς ἐὰν εἴπη λόγον κατὰ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· ὃς δ’ ἂν εἴπῃ κατὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, οὐκ ἀφεθήσεται αὐτῷ οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι» (Ματθ. ι β΄ 32).
Μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ὁ Ἀφορισμὸς ἢ τὸ Ἀνάθεμα θεωρεῖται μὲν ὡς αὐστηρὴ πνευματικὴ ποινὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά, ὅμως, κατὰ κανένα τρόπο δὲν ἔχει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τιμωρητικὸ χαρακτῆρα. Ὁ Κύριος ἦταν ἀπόλυτα σαφής: «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν» (Ματθ. ιστ΄ 24). Τὸ αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ τὸ παραβιάσει οὐδείς, οὔτε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεός!
Ὁ Ἀφορισμὸς – Ἀναθεματισμὸς τότε καὶ ΜΟΝΟ εἶναι κανονικός, δίκαιος, ἔγκυρος καὶ ἔχει ἰσχύ, ὅταν ἐπιβάλλεται αὐτοδικαίως, δυνάμει τῆς Ἁγίας Γραφῆς, δηλ. μόνο καὶ ὅταν ἀμφισβητεῖται ἄμεσα ἢ καὶ ἔμμεσα ἡ θεία φύση τοῦ Θεανθρώπου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ὁρίζει ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ὅτι, μετὰ ἀπὸ τὴ διατύπωση τοῦ Ὀρθοδόξου Συμβόλου τῆς Πίστεως, οἱ διδάσκοντες περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἄλλως- διαφορετικὰ ἀπ’ ὅ,τι διδάσκει ἡ Ἐκκλησία ἀναθεματίζονται, δηλ. ἀποκλείονται τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Κοινωνίας.
Ὅπως ἀκριβῶς ἔγινε στὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (536), ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἀπόρριψη διαφόρων αἱρέσεων ἀναθεμάτισε καὶ τὸν δυσσεβῆ Σεβῆρο ἢ Σεουῆρο, Μονοφυσίτη Πατριάρχη Ἀντιοχείας, ἀποσχίστη – αἱρετικὸ καὶ πάντοτε ἀλλότριο – ξένο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἁγίας αὐτοῦ Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι σαφὴς καὶ κατηγορηματικός: «εἴ τις οὐ φιλεῖ τοῦ Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα. μαρὰν ἀθᾶ (Α΄ Κορ. ιστ΄ 22). Ὅποιος δὲν ἀγαπάει τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ἂς εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Μαρὰν ἀθᾶ – ὁ Κύριος ἔρχεται!
Γεώργιος Θ. Ποντίκας
Δημοσιογράφος -Συγγραφεύς




