Τοῦ Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου,
Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Πατρῶν, Δρος Θεολογίας
Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἡ Ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξος κοινωνία συγκλονίζεται ἀπὸ ἕνα εἰδεχθὲς ἔγκλημα ἀφαιρέσεως ἀνθρωπίνης ζωῆς. Δυστυχῶς δὲν εἶναι πρωτάκουστο τὸ ἔγκλημα ποὺ συνέβη αὐτὲς τὶς ἡμέρες στὴν φιλήσυχη κοινωνία τῆς Μακρινίτσας, στὴν περιοχὴ τοῦ Βόλου. Πολλὰ παρόμοια περιστατικὰ ἔχουν συμβῆ τοὺς τελευταίους χρόνους στὴν πολύπαθη Ἑλλάδα μας, προξενώντας ἐρωτηματικὰ γιὰ τὸ βαθύτερο αἴτιο αὐτῶν τῶν πράξεων. Καὶ διερωτᾶται κανείς: Ποιά εἶναι ἡ αἰτία ποὺ ὁδηγεῖ τὸν Ὀρθόδοξο Ἕλληνα στὶς ἀποτρόπαιες αὐτὲς πράξεις;
Ἐμφανίζεται πληθώρα κοινωνιολόγων καὶ ψυχολόγων νὰ ἀσχολοῦνται καὶ νὰ ἀναλύουν τὰ αἴτια προτείνοντας λύσεις, οἱ ὁποῖες, ὅμως, δὲν εἶναι ἱκανὲς νὰ θεραπεύσουν αὐτὲς τὶς καταστάσεις καὶ νὰ ἀπαντήσουν στὸ «γιατί». Ἀντίθετα παρατηροῦμε ὄχι μόνον νὰ πυκνώνουν αὐτὰ τὰ τραγικὰ γεγονότα, ἀλλὰ νὰ γίνωνται καὶ φρικωδέστερα.
Καθημερινῶς ἐπιβεβαιοῦται ὅτι ἡ σύγχυση τῶν φρενῶν ὑπερτερεῖ τῆς νηφαλιότητος, τὸ ἀνικανοποίητο «ἐγώ» μας ἀπομακρύνει τὴν ἀγαπητικὴ ἀνεκτικότητα καὶ τὴν ὑπομονή, ἐνῶ τὰ ἀνθρώπινα πάθη μὲ τὴν ἔλλειψη συνέσεως καὶ ταπεινώσεως ἐξοβελίζουν τὴν φιλαδελφία καὶ διασποῦν κάθε ἀγαπητικὴ κοινωνία. Ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ἀμαύρωση τοῦ προσώπου, ἡ διάλυση τῆς οἰκογενείας καὶ τελικῶς ἡ καταστροφὴ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Ἔθνους.
Ποῦ βρίσκεται τελικῶς ἡ λύση γιὰ τὴν ἀναστροφὴ αὐτῆς τῆς καταστάσεως; Μήπως πρέπει νὰ διαγράψουμε ἀπὸ τὸν νοῦ μας καὶ τὴν ἐν γένει ζωή μας τὶς ξενόφερτες φιλοσοφίες περὶ αὐθυπαρξίας καὶ ἄρα αὐτοδιαθέσεως τοῦ ἀνθρώπου καθὼς καὶ περὶ διεστραμμένης «ἐλευθερίας», ἡ ὁποία στὸ βάθος εἶναι ἐγωϊσμὸς καὶ καταδυνάστευση τοῦ συνανθρώπου;
Διαγράφοντας ὅλα τὰ προαναφερθέντα, τὰ ὁποῖα μᾶς ὁδήγησαν σὲ αὐτὰ τὰ τραγικὰ φαινόμενα, ὁδηγούμαστε πλέον στὴν μοναδικὴ καὶ σωτήρια λύση καὶ ἀπόφαση νὰ ἀνατρέξουμε στὸν Δημιουργό μας Θεό, γιὰ νὰ δυνηθοῦμε νὰ γνωρίσουμε τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα ποιὸς εἶναι καὶ γιατὶ μᾶς δημιούργησε.
Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ «τί» τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί» (Α´ Ἰωάν. 4, 8). Ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ ἀγάπη, δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ ἀγάπη, ὥστε νὰ ζῆ μὲ ἀγάπη. Τὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ζῆ «ἐν τῷ Θεῷ», τότε ἀποκτᾶ τὸ χάρισμα τῆς ἀγάπης πρῶτα πρὸς τὸν Πατέρα του, τὸν Θεό καὶ κατόπιν πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Καὶ τοῦτο γιατὶ ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ συνεκτικὴ ἐκείνη δύναμη, ἡ ὁποία συγκρατεῖ καὶ ὁδηγεῖ τὰ πάντα σὲ μία ἁρμονικὴ συμπόρευση καὶ κοινωνία. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς λέγει: «Τὸ γὰρ πάντων αἴτιον τῶν κακῶν, τὸ μὴ εἶναι ἀγάπην» (PG 62, 497).
Ἡ πηγὴ τῆς ἀγάπης εἶναι Αὐτὸς ὁ Τριαδικὸς Θεός. Ὁ ἄνθρωπος λαμβάνει τὴν ἀγαπητικὴ ἰδιότητα ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ἀγάπης. Κάθε τι ποὺ ὀνομάζεται ἀγάπη, χωρὶς νὰ πηγάζη ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ἀγάπης, εἶναι ἕνα ἁπλὸ οὑμανιστικὸ συναίσθημα, τὸ ὁποῖο χειρίζεται τὸ ἀγαπώμενο πρόσωπο ὡς ἀντικείμενο ἐγωϊστικῆς ἱκανοποιήσεως, μὲ ἡμερομηνία λήξεως, ἀκολουθούμενη ἀπὸ ἀπρόβλεπτες καὶ πολλὲς φορὲς ὀδυνηρὲς συνέπειες.
Ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη, ὅμως, μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο, καταργεῖ τὰ σύνορα, τὰ φῦλα, τὶς φυλές, τὸν χρόνο, τὸν χῶρο, τοὺς ὑπολογισμούς, τὶς ἰδιοτέλειες καὶ κάθε τι, τὸ ὁποῖο ξεχωρίζει καὶ διασπᾶ. Ὅπου ἀπουσιάζει ἡ ἀγάπη, ἐκεῖ ἐμφανίζεται τὸ μῖσος, ὁ φθόνος καὶ ἡ ἀλόγιστη κυριαρχικὴ προσπάθεια ἐπὶ τοῦ συνανθρώπου, ἡ ὁποία πολλὲς φορὲς καταλήγει στὸν φόνο. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ, ἀκόμη κι ἂν ὑποστῆ βλάβη ἀπὸ τὸν συνάνθρωπο, παραμένει ἀπρόσβλητος καὶ δὲν ἀνταποδίδει μῖσος, γιατὶ κοινωνεῖ μὲ τὴν ἄπειρη ἀγάπη, τὸν Τριαδικὸ Θεό.
Στὸν χῶρο τῆς ὀντολογικῆς ἀγάπης ἐξαφανίζονται οἱ ἐναντιότητες τῆς διανοίας. Καὶ τοῦτο γιατὶ ὁ ἀγαπῶν ἔχει ἐκκόψει τὶς ρίζες τῶν παθῶν καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τοὺς καρπούς τους. Ὁ Μ. Ἀθανάσιος τονίζει: «Τὰς ῥίζας γὰρ τῶν ἁμαρτημάτων ἐκκόπτειν παραγγέλλει ἡ εὐαγγελικὴ διδασκαλία, ἥπερ τοὺς καρπούς· τῆς ῥίζης γὰρ τοῦ θυμοῦ ἐκκοπείσης ἀπὸ τῆς καρδίας, οὔτε μῖσος, οὔτε φθόνος εἰς ἔργον προαχθήσεται· καὶ γὰρ ὁ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἀνθρωποκτόνος ἐστί, φονεύων αὐτὸν ἐν τῇ διαθέσει τοῦ μίσους» (PG 28, 896A).
Ἡ ἀγάπη διευρύνει τὴν καρδίαν καὶ τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, διεγείρει δὲ τὴν ὅλη πνευματική του ὑπόσταση πρὸς τὸν ἄλλον, πρὸς τὸ σύνολο, πρὸς τὴν κοινωνία προσώπων. Καὶ τοῦτο γιὰ τὸν λόγο ὅτι ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὰ πάθη του μέσῳ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀγῶνος, περνᾶ ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς ἐγωπάθειας καὶ τοῦ ἀτομισμοῦ, στὸν χῶρο τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας καὶ φιλαδελφίας, στὸν παραδείσιο χῶρο, ὁ ὁποῖος ἀρχίζει νὰ ὑπάρχη ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή.
Ἑπομένως, ἂν θέλουμε νὰ ἐκλείψουν ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἑλληνικὴ κοινωνία τὰ παντὸς εἴδους ἐγκλήματα, δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν γνώση τοῦ Δημιουργοῦ μας Θεοῦ καὶ νὰ ἐπιδιώξουμε ὅλοι μὲ πάθος τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπὸ Αὐτόν.




