ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Ρωμ. ζ΄ 14 – η΄ 2
14 Οἴδαμεν γὰρ ὅτι ὁ νόμος πνευματικός ἐστιν· ἐγὼ δὲ σαρκικός εἰμι, πεπραμένος ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν. 15 ὃ γὰρ κατεργάζομαι οὐ γινώσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ᾿ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ. 16 εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω τοῦτο ποιῶ, σύμφημι τῷ νόμῳ ὅτι καλός. 17 νυνὶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία. 18 οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ἐμοί, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου, ἀγαθόν· τὸ γὰρ θέλειν παράκειταί μοι, τὸ δὲ κατεργάζεσθαι τὸ καλὸν οὐχ εὑρίσκω· 19 οὐ γὰρ ὃ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ὃ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω. 20 εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω ἐγὼ τοῦτο ποιῶ, οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία. 21 εὑρίσκω ἄρα τὸν νόμον τῷ θέλοντι ἐμοὶ ποιεῖν τὸ καλόν, ὅτι ἐμοὶ τὸ κακὸν παράκειται· 22 συνήδομαι γὰρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον, 23 βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου. 24 Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; 25 εὐχαριστῷ τῷ Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν· ἄρα οὖν αὐτὸς ἐγὼ τῷ μὲν νοΐ δουλεύω νόμῳ Θεοῦ, τῇ δὲ σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας.
η΄ 1 Οὐδὲν ἄρα νῦν κατάκριμα τοῖς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα. 2 ὁ γὰρ νόμος τοῦ πνεύματος τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἠλευθέρωσέ με ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
14 Ναί· ἡ ἁμαρτία μοῦ ἔφερε τὸν θάνατον. Διότι γνωρίζομεν ὅτι ὁ νόμος εἶναι δῶρον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀποβλέπει νὰ καταστήσῃ τοὺς ἀνθρώπους πνευματικοὺς καὶ ἐναρέτους. Ἐγὼ ὅμως εἶμαι δοῦλος τῶν ἐπιθυμιῶν τῆς σαρκός, πουλημένος σὰν σκλάβος εἰς τὴν ἁμαρτίαν. 15 Εἶμαι δὲ σκλάβος τῆς ἁμαρτίας, διότι ἐκεῖνο ποὺ ἐκτελῶ, τὸ ἐκτελῶ τυφλά, μεθυσμένος ἀπὸ τὸ πάθος, χωρὶς νὰ ξεύρω τί πράττω. Διότι δεν πράττω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ τὸ βάθος τῆς καρδίας μου θέλω, ἀλλ’ ἐκεῖνο ποὺ μισῶ, ὅταν δὲν εἶμαι σκοτισμένος ἀπὸ τὸ πάθος, αὐτὸ πράττω. 16 Ἐὰν δὲ ἐκεῖνο, ποὺ εἰς τὸ βάθος μου δὲν θέλω, αὐτὸ πράττω, συμφωνῶ καὶ συμμαρτυρῶ μὲ τὸν νόμον, ὅτι εἶναι καλός. 17 Τώρα ὅμως, ποὺ εἶμαι κυριευμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, δὲν ἐκτελῶ πλέον ἐγὼ τὸ κακόν, ἀλλ’ ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία σὰν ἄλλος τύραννος κατοικεῖ μέσα μου. 18 Γνωρίζω δηλαδή, ὅτι δὲν κατοικεῖ μέσα μου ἀγαθόν. Καὶ ὅταν λέγω μέσα μου, ἐννοῶ τὸν ἑαυτόν μου, ὅπως γίνεται ἀπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς σαρκός μου, ἡ ὁποία εὔκολα παρασύρεται εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Καὶ δὲν εἶναι μέσα μου ἀγαθόν, διότι τὸ νὰ θέλω μὲν τὸ καλὸν καὶ τὴν ἀρετὴν εἶναι κοντά μου καὶ πρόχειρον εἰς ἐμέ· τὸ νὰ ἐκτελῶ ὅμως τὸ καλὸν εἶναι μακρὰν καὶ δὲν τὸ κατορθώνω. 19 Δὲν πράττω δηλαδὴ τὸ ἀγαθόν, ποὺ ἡ θέλησίς μου ἀσπάζεται, ἀλλὰ τὸ κακὸν ποὺ δὲν θέλω, αὐτὸ πράττω. 20 Ἐὰν δὲ ἐγὼ πράττω τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω, δὲν εἶμαι πλέον κύριος τοῦ ἑαυτοῦ μου καὶ δὲν πράττω πλέον τὸ κακὸν ἐγώ, ἀλλ’ ἡ ἁμαρτία ποὺ κατοικεῖ μέσα μου καὶ μὲ κρατεῖ αἰχμάλωτόν της. 21 Συνεπῶς εὑρίσκω εἰς τὸν ἑαυτόν μου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ πράττω τὸ καλόν, ὅτι κυριαρχεῖ ὁ νόμος αὐτός, δηλαδὴ ὁ νόμος, ὅτι τὸ κακὸν εἶναι πρόχειρον καὶ πολὺ πλησίον εἰς ἐμέ. 22 Εἶναι δὲ φανερόν, ὅτι κυριαρχεῖ αὐτὸς ὁ νόμος, διότι εὐχαριστοῦμαι πάρα πολὺ εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν μου, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν ἐσωτερικόν μου ἄνθρωπον. 23 Βλέπω ὅμως νὰ κυριαρχῇ ἄλλος νόμος καὶ ἄλλη δύναμις εἰς τὰ μέλη μου, ὁ νόμος καὶ ἡ δύναμις τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὸς δὲ ὁ νόμος ἐναντιοῦται καὶ μάχεται εἰς ὅσα ὁ νοῦς μου καὶ ἡ συνείδησίς μου ἀναγνωρίζουν ὡς νόμον ὀρθόν, καὶ μὲ κάνει δοῦλον αἰχμάλωτον εἰς τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας, ποὺ κυριαρχεῖ εἰς τὰ μέλη μου. 24 Ὤ! πόσον δυστυχὴς καὶ ἀξιολύπητος ἄνθρωπος εἶμαι ἐγώ! Ποῖος θὰ μὲ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὸ κυριευμένον ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας σῶμα μου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἔδρα καὶ τὸ ὅργανον τοῦ θανάτου αὐτοῦ; 25 Εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος μὲ ἔσωσε διὰ μέσου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας. Τὸ συμπέρασμα λοιπὸν τῶν ὅσων εἴπομεν εἶναι, ὅτι ἐγὼ καθ’ ἑαυτόν, χωρὶς τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸν νοῦν μου μὲν δουλεύω εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ μέλη ὅμως τῆς σαρκός μου δουλεύω εἰς τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας.
η΄ 1 Ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅμως, ὅτι ἀπεθάναμεν ὡς πρὸς τὸν νόμον, ἐξάγεται καὶ ἕνα ἄλλο συμπέρασμα. Ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑφίσταται πλέον κανένα εἶδος καταδίκης διὰ τοὺς ἠνωμένους μὲ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, οἱ ὁποῖοι δὲν πολιτεύονται κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς σαρκός, ἀλλὰ κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ Πνεύματος. 2 Διότι ἡ δύναμις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι ζωὴ καὶ μεταδίδει ζωὴν εἰς τοὺς ἠνωμένους μὲ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, μαζὶ μὲ ὅλους αὐτοὺς ἠλευθέρωσε καὶ ἐμὲ ἀπὸ τὸν νόμον καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.
![]()
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Μτθ. ι΄ 9-15
9 Μὴ κτήσησθε χρυσὸν μηδὲ ἄργυρον μηδὲ χαλκὸν εἰς τὰς ζώνας ὑμῶν, 10 μὴ πήραν εἰς ὁδὸν μηδὲ δύο χιτῶνας μηδὲ ὑποδήματα μηδὲ ῥάβδον· ἄξιος γάρ ἐστιν ὁ ἐργάτης τῆς τροφῆς αὐτοῦ. 11 εἰς ἣν δ᾿ ἂν πόλιν ἢ κώμην εἰσέλθητε, ἐξετάσατε τίς ἐν αὐτῇ ἄξιός ἐστι, κἀκεῖ μείνατε ἕως ἂν ἐξέλθητε. 12 εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν ἀσπάσασθε αὐτὴν λέγοντες· εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ. 13 ἐὰν μὲν ᾖ ἡ οἰκία ἀξία, ἐλθέτω ἡ εἰρήνη ὑμῶν ἐπ᾿ αὐτήν· ἐὰν δὲ μὴ ᾖ ἀξία, ἡ εἰρήνη ὑμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐπιστραφήτω. 14 καὶ ὃς ἐὰν μὴ δέξηται ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσῃ τοὺς λόγους ὑμῶν, ἐξερχόμενοι ἔξω τῆς οἰκίας ἢ τῆς πόλεως ἐκείνης ἐκτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑμῶν. 15 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀνεκτότερον ἔσται γῇ Σοδόμων καὶ Γομόῤῥας ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
9 Μὴ ἀποκτήσετε χρυσᾶ, οὔτε ἀργυρᾶ, οὔτε χαλκᾶ νομίσματα, τὰ ὁποῖα νὰ φυλάττετε εἰς τὰς ζώνας σας. 10 Οὔτε σάκκον ν’ ἀποκτήσετε διὰ νὰ βάζετε εἰς αὐτὸν ψωμὶ διὰ τὸν δρόμον, ποὺ θὰ κάμετε.Οὔτε δύο ὑποκάμισα, οὔτε ὑποδήματα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πέδιλα, ποὺ θὰ φορῆτε, ἀλλ’ οὔτε καὶ ράβδον.Σᾶς εἶναι περιττὰ αὐτά.Διότι εἶσθε ἐργάται, ποὺ ἐργάζεσθε διὰ τὴν πνευματικὴν ὠφέλειαν τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ ἐργάτης εἶναι δίκαιον νὰ λαμβάνῃ τὴν τροφήν του ἀπὸ ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους μοχθεῖ. 11 Εἰς ὅποιαν δὲ πόλιν ἢ χωρίον μεταβῆτε, ἐξετάσατε ποῖος εἶναι εἰς αὐτὴν μὲ καλὴν ὑπόληψιν ἄξιος νὰ σᾶς φιλοξενήσῃ.Καὶ εἰς τὸ σπίτι ἐκείνου μείνατε, ἕως ὅτου ἀναχωρήσετε ἀπὸ τὴν πόλιν ἐκείνην. 12 Ὅταν δὲ ἐμβαίνετε εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ σᾶς τὸν ἐσύστησαν ὡς ἄξιον, δώσατε χαιρετισμὸν καὶ εὐχὴν εἰς αὐτὸ λέγοντες· Ἂς ἔλθῃ εἰρήνη εἰς τὸ σπίτι αὐτό. 13 Καὶ ἐὰν μὲν οἱ κατοικοῦντες εἰς τὸ σπίτι αὐτὸ ἀποδειχθοῦν ἄξιοι τοῦ εὐαγγελίου διὰ τῆς πίστεως μὲ τὴν ὁποίαν θὰ τὸ δεχθοῦν, ἂς ἔλθῃ ἡ εἰρήνη, τὴν ὁποίαν τοῦ ηὐχήθητε, εἰς αὐτούς.Ἐὰν ὅμως δὲν εἶναι ἄξιοι, ἡ εἰρήνη σας ἂς ἐπιστρέψῃ εἰς σᾶς καὶ ἂς αὐξηθῇ ἔτσι ἡ εἰρήνη, τὴν ὁποίαν ἔχετε. 14 Καὶ ὅποιος δὲν σᾶς δεχθῇ μηδὲ ἀκούσῃ τοὺς λόγους σας, καθὼς θὰ βγαίνετε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι του ἢ ἀπὸ τὴν πόλιν ἐκείνην, ποὺ δὲν σᾶς ἐδέχθη, τινάξατε καλὰ τὴν σκόνην, ποὺ ἐπῆραν τὰ πόδια σας ἀπὸ τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὥστε τίποτε ἀπὸ αὐτοὺς νὰ μὴ μείνῃ ἐπάνω σας, ἀλλὰ καὶ εἰς σημεῖον, ὅτι δὲν ἔχετε πλέον καμμίαν σχέσιν μαζί των. 15 Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως θὰ εἶναι περισσότερον ἐπιεικὴς ἡ τιμωρία δι’ ἐκείνους, ποὺ ἔζησαν εἰς τὴν χώραν τῶν Σοδόμων καὶ τῶν Γομόρρων, παρὰ διὰ τὴν πόλιν ἐκείνην, ποὺ δὲν ἐδέχθη τοὺς ἀπεσταλμένους μου.
![]()
ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΥΧΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΑΘΟΥΝΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ
Στίς 16 Ἰουνίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τήν μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Τύχωνος, Ἐπισκόπου Ἀμαθοῦντος τῆς Κύπρου, τοῦ θαυματουργοῦ. Ὁ ἅγιος Τύχων ἔζησε στούς χρόνους τῶν βασιλέων Ἀρκαδίου καί Ὀνωρίου, καταγόταν ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί φιλόχριστους, οἱ ὁποῖοι τόν εἶχαν ἀφιερώσει στόν Θεό. Ἔτσι ὁ ἅγιος ἀφοῦ ἔμαθε τά ἱερά γράμματα καί τήν Ἁγία Γραφή χειροτονήθηκε ἀναγνώστης καί λόγω τῆς καθαρότητας τοῦ βίου του καί τό ἀκατηγόρητο τῆς ζωῆς του προχειρίσθηκε διάκονος ἀπό τόν τότε ἅγιο Ἐπίσκοπο Ἀμαθοῦντος, Μνημόνιο. Ὅταν ὁ Μνημόνιος κοιμήθηκε ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος τῆς Κύπρου ἀνεβίβασε στήν ἐπισκοπή τῆς Ἀμαθοῦντος τόν ἅγιο Τύχωνα, ὁ ὁποῖος ποίμανε τήν ἐπισκοπή του θεάρεστα, κηρύττοντας τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, κάνοντας θαύματα, γιά νά ἐνδυναμώση τήν πίστη τῶν χριστιανῶν, ὁδηγώντας πολλούς εἰδωλολάτρες στόν Χριστό, καταστρέφοντας πολλούς εἰδωλολατρικούς ναούς καί συντρίβοντας τά εἴδωλα πού βρίσκονταν σέ αὐτούς. Ἔτσι ὁ ἀοίδιμος Τύχων ζώντας κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἀφοῦ τόν εὐαρέστησε ἀπῆλθε πρός τά οὐράνια σκηνώματα.
Ἀπολυτίκιον
(Ἦχος α΄. Τοῦ λίθου σφαγισθέντος)
Τῆς ἐρήμου πολίτης καὶ ἐν σώματι ἄγγελος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεοφόρε Τύχων Πατὴρ ἡμῶν· νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῶν ὁσίων ὁ κοινωνός· χαίροις τό δοχεῖον, τῶν τοῦ Πνεύματος ἀγαθῶν· Χαίροις ὁ τῆς Κύπρου, ἀνέσπερος δαδοῦχος, ὦ Τύχων Ἀμαθοῦντος Ποιμήν μακάριε.




