Τοῦ Γέρ. Παϊσίου Μοναχοῦ Καρεώτου
Ἔχοντας εἰσέλθει πιὰ στὴν δευτέρα φάση τῆς “πανδημικῆς” κρίσης, ὅπου ἡ ἀρχικὴ “προαιρετικότητα” ἀντικαθίσταται σταδιακὰ μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ κυρίαρχα χαρακτηριστικὰ τῆς νέας κανονικότητας, τὴν ἀνελεύθερη δηλαδὴ ἐπιβολὴ τῆς ὑποχρεωτικότητας τοῦ ἐμβολιασμοῦ, γινόμαστε μάρτυρες ἑνὸς ἐξελισσόμενου διωγμοῦ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀποτέλεσε τὸ de facto ἐπίκεντρο τῆς πρωτοφανοῦς ὅσο καὶ ἀπροκάλυπτης ἐπίθεσης τῶν πάσης φύσεως “ἐκσυγχρονιστικῶν” ἐλίτ. Ἡ ἐπίθεση δέ, κατευθύνθηκε πρὸς τὸν πυρῆνα τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνείδησης, τὴν δογματική της διδασκαλία καὶ τὴν λατρευτική της ζωή.
Αὐτὸ ποὺ προκαλεῖ ὅμως ὀδύνη στὸν Λαὸ τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία ἐσωτερίκευσε ἐθελουσίως τὸν (ἀρχικὰ ἔξωθεν) ἀσκούμενο διωγμὸ κατὰ τῶν πιστῶν, διώκουσα –αὐτὴ πιὰ– ὅσους ἐμμένουν στὴν Ἱερὰ Παράδοση καὶ τὴν Πίστη τῆς Ἐκκλησίας, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, ἐσχάτως δέ, ἕως καὶ Ἐπισκόπους!
Ἀναφορικὰ μὲ τὸ Ἅγιον Ὄρος (ΑΟ), κατὰ τὴν πρώτη φάση τῆς ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ θεσμική του ἔκφραση, δηλαδὴ ἡ Ἱερὰ Κοινότητα (ΙΚ), δυστυχῶς “κώφευσε” στὶς ἐναγώνιες ἐκκλήσεις τοῦ πιστοῦ Λαοῦ γιὰ θεολογικὴ καὶ ποιμαντικὴ καθοδήγηση, “λάμποντας” ἔτσι διὰ τῆς ἀπουσίας της… Ὁ νέος δὲ Πολιτικὸς Διοικητὴς (ΠΔ), μεγαλοεφοπλιστὴς Ἀθανάσιος Μαρτίνος, μαζὶ μὲ τὸν (ἀντικανονικὰ διορισμένο διὰ Προεδρικοῦ Διατάγματος, σὲ θέση ποὺ δὲν προβλέπεται ἀπὸ τὸ Νομοθετικὸ Διάταγμα τοῦ 1926), “Ἀναπληρωτὴ Πολιτικὸ Διοικητὴ” Ἀρίστο Κασμίρογλου, κατάφεραν καὶ μετέτρεψαν τὸ ΑΟ σὲ πεδίο ἐπιβολῆς τῶν -ἀντισυνταγματικὰ ληφθέντων- Ἐκτάκτων Κυβερνητικῶν Μέτρων, λειτουργώντας ὡς νὰ ἦταν αὐτὸ Νομαρχία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ αὐτοὶ ἡ Νομαρχιακὴ Ἐξουσία, παρουσιάζοντας τὸ θέαμα ἑνὸς συναινοῦντος ΑΟ πρὸς τὶς Κυβερνητικὲς ἐντολές. Σημειωτέον ὅτι τὸ ἔκαναν αὐτό, ἀδιαφορώντας γιὰ τὸν εἰδικὸ χαρακτῆρα τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Αὐτοδιοικήτου, τὸ ὁποῖο βαναύσως καταπάτησαν, δυστυχῶς μὲ τὴν συνεργασία ἐλαχίστων ἐντὸς τῆς ΙΚ.
Στὰ ἀντικανονικὰ καὶ κατὰ πλήρη παράβαση τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους (Κ.Χ.Α.Ο.) μέτρα ποὺ ἔλαβε τὸ δίδυμο Μαρτίνου–Κασμίρογλου, καὶ στὸν δίκαιο σκανδαλισμὸ μεγάλου μέρους ἐκ τῶν Ἁγιορειτῶν Μοναχῶν, ἀπάντησα συγγράφοντας ὁμοῦ μετὰ τοῦ Μοναχοῦ Ἐπιφανίου Καψαλιώτου, τέσσερα ἄρθρα ποὺ ἐντύπως φιλοξενήθηκαν στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐφημερίδα Ὀρθόδοξος Τύπος. Αὐτὰ ἦσαν: Παλαιὸν καὶ Νέον Ἅγιον Ὄρος: Ἡ ἀνατροπὴ τῶν αὐτονοήτων, καὶ τρία ἄρθρα–συνέχειες ὑπὸ τὸν τίτλο, Οἱ ἀντιθεσμικὲς ὑπερβάσεις ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ ΠΔ κ. Μαρτίνου καὶ τοῦ “Ἀναπληρωτῆ ΠΔ” κ. Κασμίρογλου.
Σὲ αὐτά, χρησιμοποιήθηκαν παλαιότερα κείμενα τῆς ΙΚ, ἔγκυρες νομικὲς γνωματεύσεις Καθηγητῶν Πανεπιστημίου ποὺ εἶχε χρησιμοποιήσει καὶ ἡ ἴδια ἡ ΙΚ, τέλος δὲ εἰδικὴ ἐπιστημονικὴ βιβλιογραφία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ αὐτοδιοικήτου τοῦ ΑΟ.
Ἀπὸ τὶς χρησιμοποιούμενες πηγές, αὐτὸ ποὺ ἀναμφιβόλως ξεχωρίζει, εἶναι ἡ ρητὴ διαπίστωση τῆς Ἱεροκοινοτικῆς Ἐπιτροπῆς (ἀπαρτιζομένης ἀπὸ 5 Ἡγουμένους) τοῦ 1992, στὴν εἰσηγητική της ἔκθεση ὑπὸ τὸν τίτλο, Ἱστορικὴ καὶ νομοκανονικὴ θεώρησις τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Καθεστῶτος: “Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ὁ Πολιτικὸς Διοικητὴς Ἁγίου Ὄρους καὶ ὁ Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν δὲν δύνανται νὰ ἐκδώσουν ὑποχρεωτικὰς ἀποφάσεις διὰ τὴν Ἱερὰν Κοινότητα”.
Παρενθετικὰ νὰ σημειωθεῖ, ὅτι τὸν ἀγῶνα γιὰ τὸ αὐτοδιοίκητο τοῦ ΑΟ, δὲν τὸν βλέπουμε ὡς ζήτημα “καθεαυτό”, ἀλλὰ ὡς ἀπαραίτητο ὅρο στὴν “ἐξίσωση” τῆς μάχης ποὺ δίνεται, πρὸς διασφάλιση τοῦ ἀνοθεύτου τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος τοῦ ΑΟ. Ἕκαστος δίνει τὴ μάχη του στὶς εἰδικὲς συνθῆκες καὶ μὲ τὰ ἀνάλογα ὅπλα ποὺ τοῦ προσφέρονται· στὸ ΑΟ, ὅπλο καίριας σημασίας εἶναι ἡ προάσπιση τοῦ αὐτοδιοικήτου, ὅπως ἄλλωστε τὸ ἔχει χρησιμοποιήσει καὶ ἡ ἴδια ἡ ΙΚ, σὲ παλαιότερες ἐποχές, ὅταν συναντοῦσε προσκόμματα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ Κράτος.
Ἀντὶ νὰ ἐπέλθει ὅμως ἡ διόρθωση τῶν κακῶς κειμένων ὑπὸ τῶν ἐλεγχομένων, αὐτοὶ κινούμενοι (κατὰ ἀσφαλεῖς πληροφορίες) στὸ παρασκήνιο, ἐζήτησαν τὴν ἡμετέρα δίωξη, πρὸς παραδειγματικὴ τιμωρία καὶ ἐκφοβισμὸ καὶ τῶν ὑπολοίπων. Στόχος ἦταν ἡ δαιμονοποίηση κριτικῶν θέσεων ἔναντι τῶν “μέτρων”, ὥστε νὰ διαμορφωθεῖ ἡ μαζικὴ ἐμπέδωση, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμία ἄλλη ἐναλλακτικὴ ὡς πρὸς τὰ προτεινόμενα μέτρα, ἑπομένως καὶ στὴν νέα κανονικότητα ποὺ αὐτὰ ἐπιβάλλουν. Τὸ ἐπιδιωκόμενο ἀποτέλεσμα: ἡ διαμόρφωση στοὺς πολλούς, λογικῆς μονόδρομου καὶ μάλιστα ἀδιεξόδου…
Ὁ χρόνος ποὺ ἐπιλέχθηκε, ὥστε νὰ κινηθεῖ ἡ διαδικασία τῆς δίωξης “ὅλως τυχαίως“ εἶναι σχεδὸν ταυτόχρονος μὲ τὶς ὑπόλοιπες διώξεις στὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία, ὥστε ἡ ἐπίθεση νὰ ἐπεκταθεῖ σὲ ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ μέτωπα, μηδὲ τοῦ ΑΟ ἐξαιρουμένου…
Ἔτσι, στὶς 3/16 Ἰουνίου 2021, μοῦ ἀνακοινώθηκε ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Παντοκράτορος, διὰ τοῦ Καθηγουμένου αὐτῆς ἀρχιμ. Γαβριήλ, ἡ ἀπόφαση τῆς Γεροντικῆς της Συνάξεως, ὅπως ἐκβληθῶ ἐκ τῆς Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου (Καψάλας), τὴν ὁποία ἐκμίσθωσα καὶ ἀνήγειρα ἐκ βάθρων (ἦτο ἐπὶ σειρὰ δεκαετιῶν ἔρημος καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν σεσαθρωμένη), ἀποκλειστικῶς διὰ ἰδίων (μεγάλων) ἐξόδων (οὐδεμία “βοήθεια” δὲν ἐδέχθηκα ἀπὸ ἰδιώτη ἢ εὐρωπαϊκὰ κονδύλια). Κατόπιν ἀπαίτησής μου, μοῦ ἐπιδόθηκε καὶ ἐγγράφως ἡ ἐν λόγῳ ἀπόφαση, μὲ ἡμερονηνία σύνταξης τὴν ἑπομένη τῆς συζητήσεως (δηλαδὴ 4/16), ἀπόδειξις ὅτι δὲν εἶχε εἰσέτι συνταχθεῖ –ὡς ὄφειλε– κάτι ποὺ σημαίνει ὅτι ἐὰν δὲν τὴν ζητοῦσα, δὲν θὰ εἶχε κἄν ἐκδοθεῖ. Θεώρησαν δηλαδή, ὅτι ἀρκοῦσε ἕνα ἕωλο καὶ προφορικὸ “φῦγε”, ὥστε ἡ “δουλειὰ” νὰ γίνει…
Ἀποκαλυπτικὴ ὅμως τῶν λόγων καὶ τῶν προθέσεων τῆς δίωξης, ἦταν ἡ συζήτηση, ὅπου διημείφθη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Καθηγουμένου.
Ἀναφορικῶς ὡς πρὸς τὰ προαναφερθέντα δημοσιευμένα ἄρθρα, εὐθέως τοποθετήθηκε ὡς ἑξῆς: “Γιατί γράφεις; Γιατί μιλᾶς; Ποιὸς εἶσαι ἐσύ; Δὲν πρέπει νὰ γράφεις, μόνον νὰ ἡσυχάζεις. Ταράζεις τὴν Ἐκκλησία…” Στὴν ἐρώτησή μου, “ἐσεῖς ποὺ διατυμπανίζετε τὴν “ἀγάπη καὶ τὸν διαλογο”, δὲν μπορεῖτε νὰ δεχθεῖτε μίαν ἀντίθετο γνώμη καὶ μάλιστα τεκμηριωμένη; Ποῦ μέσα στὸ κείμενο εὑρίσκονται λάθη; Ἂς ὑποδειχθοῦν καὶ θὰ τὰ ἀναιρέσω”, ἀντὶ ἀπαντήσεως, φάνηκε ξεκάθαρα ὅτι ἀγνοοῦσε πλήρως τὸ περιεχόμενο τῶν ἄρθρων, ἔχοντας γνώση μόνον τῶν τίτλων, ὁπότε καὶ ἀδυνατοῦσε νὰ ὑποδείξει τὸ παράπαν…
Αὐτὸ ὅμως ποὺ διαρκῶς ἐπαναλαμβανόταν ἦταν τό: “ὁ μοναχὸς πρέπει νὰ ἡσυχάζει”.
Ἐκ τῶν συμφραζομένων, γίνεται κατανοητὸ ὅτι ἡ λέξη “ἡσυχία” μπορεῖ πλέον νὰ σημαίνει πολλὰ πράγματα… Ἡσυχία πρωτίστως μπορεῖ νὰ σημαίνει “ἀνοχὴ” καὶ θεολογικὴ διαφοροποίηση ἀπὸ τὴν πάγια συνοδικὴ καὶ κανονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, κυρίως ἔναντι πεφιλημένων “ἀδελφῶν” ποὺ εἴτε εἶναι ἀμετανόητοι αἱρετικοί, εἴτε ὁμοίως ἀμετανόητοι σχισματικοί. Ταυτόχρονα, “ἡσυχία” σημαίνει τὴν καταδίωξη καὶ τὴν παντελῆ ἔλλειψη ἀνοχῆς ἔναντι ὅσων ἐπιθυμοῦν τὴν διατήρηση τῆς ἑνότητας καὶ τῆς ἀληθείας στὴν Ἐκκλησία, δίχως ἐκπτώσεις καὶ δίχως ἀλλαγές. Αὐτὸ ὅμως ποὺ κυρίως σημαίνει “ἡσυχία”, εἶναι ἡ θεολογικὴ ἀποστασιοποίηση καὶ προσαρμογὴ στὶς ἑκάστοτε “ἀνάγκες”. Βάσει αὐτοῦ ἄλλωστε, σὲ ὁ,τιδήποτε ἐλέχθη –κατὰ τὴν τρέχουσα περίοδο– ὅτι συνιστᾶ ἔκπτωση πίστεως καὶ ἀλλοίωση τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως (π.χ. εἰκονομαχικὴ ἀντίληψη περὶ τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ τῶν λειψάνων τῶν ἁγίων, μετάδοσης τῆς Θείας Κοινωνίας μὲ “κουταλάκια” μιᾶς χρήσης, τῶν Ἱερῶν Ναῶν ὡς τόπων “συνωστισμοῦ” καὶ μολύνσεως κ.λπ.), μονότονα ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἀπάντηση: “δὲν ἀποτελοῦν αὐτὰ ζήτημα πίστεως, εἶναι ζήτημα ἀποκλειστικῶς ἀσφαλείας καὶ δημοσίας ὑγείας”.
Ὡς ἐπιπλέον κατηγορία, ἱκανὴ δὲ νὰ καταδείξει τὸ ἀπὸ ποῦ ἐκπορεύτηκε ἡ ὅλη ὑπόθεση, ἦταν τὸ ὅτι: “κατηγορεῖς τὸν ΠΔ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος…”. Αὐτὸ ἐκφράσθηκε καὶ στὸ ἔγγραφο τῆς ἀποφάσεως ποὺ ἀφοῦ τόνιζε ὅτι, “ὑμεῖς ἐξετράπητε ἐσχάτως εἰς ἐνεργείας καὶ δράσεις ποὺ ᾀπάδουν πρὸς τὴν μοναχικὴν καὶ ἡσυχαστικὴν ἰδιότητα, καθ’ ὅσον ἐξεπέμψατε διαφόρους ἐγγράφους καταγγελίας, ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου”, συνέχιζε ὡς ἑξῆς: “στρεφόμενος τόσον κατὰ ὀργάνων τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἁγιορειτικῆς Κοινότητος καὶ δὴ μελῶν τῆς Ἱ. Ἐπιστασίας, ὅσον καὶ κατὰ τρίτων ἰδιωτῶν ὑπαλλήλων ἐργαζομένων εἰς Καρυάς, ἐμπλέξαντες ἀκόμη καὶ τὴν Πολιτικὴν Διοίκησιν τοῦ Τόπου, προκαλέσαντες οὕτως ἀναταραχὴν καὶ δυσλειτουργίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν προσώπων”.
Ἀλλὰ ἀπὸ ποῦ ἆραγε προκύπτει ὁ εἰδικὸς χαρακτηρισμὸς “ἅγιος”, γιὰ τὸν βαρέως σκανδαλίσαντα τὴν Ἁγιορειτικὴ Ἀδελφότητα διὰ τῶν παρανόμων καὶ ἀντιθεσμικῶν του ὑπερβάσεων –καὶ συνεχίζοντα ἀόκνως νὰ τὸ κάνει– ΠΔ καὶ μεγαλοεφοπλιστὴ Μαρτίνο, οἱ ὁποῖες λεπτομερῶς ἐξετέθησαν στὴν σειρὰ τῶν τριῶν ἡμετέρων δημοσιευθέντων ἄρθρων; Ἆραγε, ἀπὸ τὶς στοχευμένες συλλογικὲς ὅσο καὶ ἀτομικὲς “εὐεργεσίες–δωρεές”, πρὸς Μονὲς καὶ πρόσωπα, ποὺ παντοειδῶς στηρίζουν τὶς παράνομες καὶ ἐκτὸς θεσμικῶν του ἁρμοδιοτήτων, πράξεις καὶ ἀποφάσεις; Ὅπου ἐκ τῶν πραγμάτων, μὲ βάναυσο τρόπο καταντοῦν τὸν Κ.Χ.Α.Ο. ἕνα ἁπλὸ “χαρτὶ” ἄνευ νοήματος καὶ σκοποῦ;
Ἐπὶ τέλους, γιατί δὲν κινήθηκε ἡ ἴδια ἡ Πολιτικὴ Διοίκηση, ὡς θιγομένη; Ποιὰ εἶναι ἡ νόμιμα (βάσει Κ.Χ.Α.Ο.), διατυπωμένη κατηγορία καὶ ἀπὸ ποιὰ θεσμικὴ ὀντότητα; Πρόδηλο πλέον καθίσταται ὅτι τόσο τὸ σύνολο τῶν κατηγοριῶν, ὅσο καὶ τὸ αἴολον τῶν νομικῶν τους ἐρεισμάτων, τόσο στὴν προφορικὴ ὅσο καὶ στὴν γραπτή τους ἐκδοχή, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν ἰδιότυπο “ἁγιορειτικὴ” ἐφαρμογὴ τῆς περιφήμου Ἐγκυκλίου τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου Β. Πλιώτα, τῆς 21/9/2020, βάσει τῆς ὁποίας, ποινικοποιήθηκε ἡ ὅποια διαφοροποίηση ἀπὸ τὸ κυρίαρχο “ἀφήγημα” τοῦ πολιτικοῦ συστήματος καὶ ὅσων συνδέονται πρὸς αὐτό. Ἂς μὴ λησμονεῖται ἄλλωστε, ὅτι ἦταν ἡ Πολιτικὴ Διοίκηση ποὺ προέτρεψε πρὸς αὐτό, καθὼς ἦταν αὐτὴ ποὺ κοινοποίησε –ἀπολύτως ἀναρμοδίως– τὴν Ἐγκύκλιο Πλιώτα στὴν ΙΚ (Α.Π.Φ. 1.10/200/ΑΣ 254, τῆς 23/9/2020), “…πρὸς ἐνημέρωσή Σας (ἐννοεῖται ἡ ΙΚ), καθὼς καὶ γιὰ τὶς ἀπαιτούμενες ἐνέργειες τῶν ἁρμοδίων Ὀργάνων καὶ Ἀρχῶν καὶ Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους”!
Πρὶν παρατεθεῖ, ὡς ἐπίμετρο, ἡ ἡμετέρα ἀπαντητικὴ ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Ἱερὰ Μονὴ Παντοκράτορος, στὴν ὁποία ἀποδεικνύεται τὸ αἴολον τῶν κατηγοριῶν, τὸ ἀσύστατον, ἀφιλάδελφον καὶ καταχρηστικὸν τῆς ποινῆς, καθὼς καὶ ἡ καταστρατήγηση κάθε μορφῆς Δικαίου καὶ δὴ Ἁγιορειτικοῦ, ἂς ἐπιτραπεῖ ἕνας ἀκροτελεύτιος λόγος: ὅτι ἡ ἐν λόγῳ δίωξη δὲν ἀποτελεῖ μεμονωμένο γεγονός, ἀλλὰ ἐπίθεση στὸν κάθε Ἁγιορείτη Μοναχό, ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀποτιμᾶ ὑψηλὰ τὴν ἐλευθερία τῆς συνειδήσεώς του ὅσο καὶ τὴν προάσπιση τῆς ἀκεραιότητας τῆς πίστεώς του, σὲ καιροὺς χαλεποὺς γιὰ τὴν Ἐκκλησία…
* * *
Ἡ Ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Ἱ. Μ. Παντοκράτορος
Ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τῇ 16η/29η-6ου-2021
Πρὸς τὴν σεβαστὴν Γεροντικὴν Σύναξιν
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παντοκράτορος
Παν/τατε Ἅγιε Καθηγούμενε καὶ σεβαστὴ Γεροντικὴ Σύναξις τῆς σεβασμίας Ἱερᾶς Μονῆς Παντοκράτορος, υἱκῶς καὶ καθηκόντως ἀπαντῶ πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 4382/Φ14 ὑμετέραν ἀπόφασιν τῆς 4ης Ἰουνίου 2021.
Κατὰ πρῶτον, ὀφείλω νὰ καταθέσω τήν μεγάλην ἔκπληξιν ποὺ μοῦ προκάλεσε ἡ ἀπόφασίς σας, ὅπως μοῦ ἔγινε γνωστὴ προφορικῶς (τῇ 3η Ἰουνίου 2021, κατόπιν προσκλήσεώς σας εἰς τὴν καθ’ ὑμᾶς Ἱερὰν Μονήν), ἄνευ τῆς παραμικρᾶς προηγουμένης μετ’ ἐμοῦ ἐπικοινωνίας, κατὰ τὴν ὁποίαν δεόντως, φιλαδέλφως καὶ ἀγαπητικῶς θὰ ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα νὰ μοῦ ἐδηλώνετο ὁ προβληματισμός σας ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τῶν ὑπ’ ἐμοῦ γραφομένων.
Στὴν παροῦσα δὲ ἀπάντηση, θα περιορισθῶ στό τυπικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως, ἄνευ οὐσιαστικῆς ἀναφορᾶς στὰ ὅσα διημείφθησαν στήν μεταξύ μας συζήτηση. Τοῦτο εἶναι ἔργο ἄλλης στιγμῆς.
Ὡς πρὸς τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως, καὶ καθ’ ὅσον κατηγοροῦμαι -ἀβασίμως- ὅτι ἐξετράπην “εἰς ἐνεργείας καὶ δράσεις ποὺ ἀπάδουν πρὸς τὴν μοναχικὴν καὶ ἡσυχαστικὴν ἰδιότητα”, ἔχω νὰ δηλώσω τὰ ἑξῆς:
Πᾶσα μοναχικὴ ὑπακοή, νοουμένη ὡς ὑπακοὴ Χριστοῦ, ὀφείλει νὰ ἑδράζεται ἐπὶ τοῦ θεμελίου τῆς πίστεως καὶ διατηρήσεως τῶν μοναχικῶν θεσμίων, εἰδικά δὲ δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἁγιορείτας, τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τοῦ Ἁγ. Ὄρους (Κ.Χ.Α.Ο.), καὶ τῶν ὅσων οὗτος διαλαμβάνει, ὅπως ἄλλωστε ρητὰ τοῦτο ἀναφέρεται τόσον εἰς τὸ μεταξύ ἡμῶν Ἰδιωτικὸν Συμφωνητικόν, ὅσον καὶ στήν ἀνωτέρω ἀπόφαση λύσεώς του.
Ἄς ὑπενθυμισθῇ δὲ τῇ ὑμετέρᾳ ἀγάπῃ, ὅτι συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος (ΝΔ), Περὶ Καταστατικοῦ Χάρτου ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, τοῦ 1926, ρητῶς ὁρίζεται ὅτι: “Οὐδεὶς δικάζεται ἀνήκουστος, οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ἢ ἱεροῦ κανόνος θεμελιοῦντος αὐτήν, καὶ οὐδεὶς στερεῖται ἄκων τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ”. Ἐπὶ τῆς θεμελιώδους ταύτης νομικῆς ἀρχῆς, θεμελιώνονται οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους τὴν κατ’ ἐμοῦ ἀπόφασιν τῆς καθ’ ὑμᾶς Γεροντικῆς Συνάξεως θεωρῶ ἀβάσιμον, ἀσύστατον καὶ παντελῶς στερουμένη νομιμότητος.
Ἐφ’ ὅσον ἡ καθ’ ὑμᾶς Γεροντικὴ Σύναξις ἐθεώρησε ὅτι ἡ ὑπόθεσίς μου δὲν ἐνέπιπτε εἰς τὰ ὁριζόμενα ἐκ τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ Κ.Χ.Α.Ο. ὤφειλε ὅπως παραπέμψει αὐτήν, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 55, εἰς πρωτοβάθμιον ἐκδίκασιν, ἐφ’ ὅσον προηγουμένως καὶ συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρο 54 εἶχε κάνει ἀποδεκτὴ μήνυσιν καθ’ ἥν ὁ μηνυτὴς ὤφειλε νὰ διατυπώσῃ “λεπτομερῶς τὰ παραπτώματα τοῦ κατηγορουμένου καὶ (νὰ) προτείνῃ δύο τουλάχιστον μάρτυρας πρὸς βεβαίωσιν αὐτῶν”. Ἑπομένως ὤφειλε ἡ καθ’ ὑμᾶς Γεροντικὴ Σύναξις νὰ ἀνοίξῃ φάκελλον δικογραφίας “διὰ τῆς ἐνεργείας αὐστηρῶν καὶ λεπτομερῶν ἀνακρίσεων ἐγγράφων πάντοτε καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ δύο μαρτύρων μοναχῶν” (ἄρθρον 55), ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὤφειλε κανονικῶς νὰ περιέχεται τὸ ἀνακριτικὸν ὑλικόν, ὅπου προῆλθε ἀπὸ τὶς καταθέσεις τῶν μαρτύρων καθὼς καὶ τὴν ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου (ἄρθρον 56).
Ἡ περαίωσις τῆς ἀνακρίσεως καὶ ἡ κατάθεσις τῆς σχηματισθείσης δικογραφίας (ἄρθρον 57), ὤφειλε νὰ ὁδηγήσῃ τὸ πρωτοβάθμιον δικαστήριον ὅπως τάξη “ὡρισμένην ἡμέραν ἐκδικάσεως καθ᾿ ἣν προσκαλεῖται ἐγκαίρως καὶ ἐγγράφως ὁ κατηγορούμενος ὅπως ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου πρὸς ἀπολογίαν. Ἡ ἐξακρίβωσις τῆς ἐγκαίρου προσκλήσεως τοῦ κατηγορουμένου στηρίζεται ἐπὶ ἀποδεικτικοῦ ἐπιδόσεως τοῦ κατηγορητηρίου ἐγγράφου, ἐν ᾧ διατυποῦνται ἡ δι᾿ ἣν προσκαλεῖται νὰ ἀπολογηθῇ κατηγορία καὶ συγχρόνως καὶ ὁ χρόνος ἀκριβῶς τῆς ἐμφανίσεως αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου” (ἄρθρον 58). Κατὰ τὴ διαδικασία, “Ἐμφανισθέντος τοῦ κατηγουμένου ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου κατὰ (τὴν) ταχθεῖσαν δικάσιμον ἡμέραν μετὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς ταυτότητος αὐτοῦ ἀναγινώσκεται τὸ κατηγορητήριον ἔγγραφον, αἱ μαρτυριακαὶ καταθέσεις καὶ τὰ λοιπὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ καλεῖται ἀκολούθως εἰς ἀπολογίαν ὁ κατηγορούμενος, ὅστις πρὸς τῇ προφορικῇ ἀπολογίᾳ δύναται νὰ καταθέσῃ καὶ ἔγγραφον τοιαύτην” (ἄρθρον 61). Ὀφείλουμε ἐπίσης νὰ σημειώσουμε τὸ κατὰ τὸ ἄρθρο δικαίωμα, συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖο: “κατηγορούμενος, μὴ δυνάμενος νὰ παρίσταται κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων, δικαιοῦται πρὶν ἀπολογηθῇ ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ ἢ τοῦ δικαστηρίου, νὰ αἰτήσηται καὶ λάβῃ γνῶσιν ὅλης τῆς δικογραφίας ὅπως δυνηθῇ καὶ ἀποκρούσῃ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς κατηγορίας αὐτοῦ” (ἄρθρον 62).
Περαιωθείσης καὶ τῆς δικαστικῆς διαδικασίας “ἐκδοθείσης δικαστικῆς τινὸς ἀποφάσεως κοινοποιεῖται αὕτη ἐν ἐπισήμῳ ἀντιγράφῳ πρὸς τὸν κατηγορούμενον ἐπὶ ἐγγράφῳ ἀποδείξει ἐπιδόσεως” (ἄρθρον 69).
Συμφώνως δὲ πρὸς τὸ ἄρθρον 78 “Ἐκτελεσταὶ θεωροῦνται αἱ ἀποφάσεις, ὅταν ἀπό τε ἀπόψεως περιεχομένου καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῶν στοιχείων εἶναι κανονικαὶ καὶ σύμφωνοι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος καταστατικοῦ”.
Ἕνεκα τούτων.
Καθίσταται σαφὲς ὅτι ἡ καταδικαστικὴ κατ’ ἐμοῦ ἀπόφασις καταστρατηγεῖ τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα ἄρθρα 54, 55, 56, 57, 58, 61 καὶ 62, τὰ ὁποῖα ὁρίζουν τὶς ἁρμόδιες διαδικασίες τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς δίκης, οἱ ὁποῖες οὐδέποτε διεξήχθησαν,
Ὅθεν, καὶ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 78 ἡ κατ’ ἐμοῦ καταδικαστικὴ ἀπόφασις κρίνεται ὡς παράνομος, κατὰ παράβασιν σωρείας ἄρθρων τοῦ Κ.Χ.Α.Ο., καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἄκυρος καὶ ἀνυπόστατος, κατασταθησομένη τελικῶς νομικά, ἀνεκτέλεστος.
Περαιώνοντας, ἔχω νὰ προσθέσω καὶ τὰ ἑξῆς:
Τόσον κατὰ τὴν συνομιλία μετὰ τοῦ ἁγίου Καθηγουμένου, Γέροντος Γαβριήλ, ὅσον καὶ στὴν κατόπιν ἀποσταλεῖσαν ἀπόφασιν τῆς ὑμετέρας Γεροντικῆς Συνάξεως, καθίσταται σαφὴς ἡ παντελὴς ἔλλειψις ἀποδεικτικῶν στοιχείων ποὺ νὰ στοιχειοθετοῦν τὴν κατ’ ἐμοῦ τιμωρίαν. Ἀνευρίσκονται ἁπλῶς ἀόριστες κατηγορίες, ἄνευ οὐδενὸς νομικοῦ ἐρείσματος, ὅπου τὸ δυσανάλογον μέγεθος τῆς τιμωρίας (ἔξωσις ἐκ τῆς Ἱερᾶς Καλύβης Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Καψάλας) ἀποτελεῖ καταστρατήγησιν κάθε ἐννοίας Δικαίου καὶ Ἠθικῆς.
Ὄθεν, ἀναγκάζομαι ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθέντων, ὅπως μὴ ἀναγνωρίσω τὴν ἐν λόγῳ τιμωρίαν, τόσον διὰ τὸ βεβιασμένον αὐτῆς, ὅσον καὶ διὰ τὸ -ἀπὸ νομικῆς πλευρᾶς- πλημμελῶς συγκροτηθὲν κείμενον τῆς ἀποφάσεως.
Ἅγιοι Πατέρες,
Κατανοῶν τὶς οἱεσδήποτε ἔξωθεν “πιέσεις” ἔχουν ἀσκηθεῖ ἐφ’ ὑμῶν, ὡς τελευταίαν λύσιν εἰς τὸ παρὸν ἀδιέξοδον, προτείνω τὴν ἀκύρωσιν τῶν ὅσων ἤδη ἔχουν συμβεῖ, ἐν πνεύματι ἀγάπης καὶ μοναχικῆς συναλληλίας. Ἐὰν δυστυχῶς τοῦτο δὲν καταστεῖ δυνατόν, θ’ ἀναγκασθῶ ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ ἀποτανθῶ καθηκόντως στὰ ἁρμόδια θεσμικὰ ὄργανα, ἀφ’ ἑνὸς τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν τόπου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅπου ἀλλοῦ δεῖ, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς κατ’ ἐμοῦ πρωτοφανοῦς ἀδικίας.
Μετὰ τιμῆς
Γέρων Παΐσιος Μοναχὸς




