Προϋποθέσεις ἀποδοχῆς αἱρετικῶν κατὰ τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον

Share:

Τοῦ κ. Βασιλείου Ἰ. Τουλουμτσῆ,

Μεταπτ. Διπλ. Συστηματικῆς Θεολογίας Ε.Κ.Π.Α

Γνωστοποιεῖται στὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ ὅτι ἐκδόθηκε καὶ κυκλοφορεῖ ἡ ἐκκλησιολογικὴ μελέτη τοῦ κ. Βασιλείου Τουλουμτσῆ μὲ τίτλο: «Τὸ Ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο καὶ οἱ προϋποθέσεις ἀποδοχῆς τῶν αἱρετικῶν σύμφωνα μὲ τὰ Πρακτικὰ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου – Ἡ πίστη ὡς θεμέλιο ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας» (Ἀθήνα 2022, σελ. 352). Ὡς δεῖγμα παρατίθεται ἐν συνεχείᾳ ὁ πρόλογος τοῦ βιβλίου.

Πρόλογος

Ἡ σύγκληση τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὸ ἔτος 787 στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας ἀποτελεῖ ἕνα κορυφαῖο ἐκκλησιαστικὸ γεγονός, ποὺ θεράπευσε τὰ σχίσματα ποὺ πρωτύτερα εἶχε προκαλέσει ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας. Στὰ Πρακτικὰ της ἀξιοποιεῖται καὶ συνοψίζεται σύνολη ἡ πρὸ αὐτῆς ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, δεδομένου ὅτι μὲ τὴ συμβολὴ τῶν προηγούμενων ἕξι Οἰκουμενικῶν Συνόδων, εἶχε πλέον ἀποκρυσταλλωθεῖ δογματικὰ ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας στὰ μείζονα τριαδολογικὰ καὶ χριστολογικὰ ζητήματα.

Ἡ εἰκονομαχία ἱστορικὰ καλύπτει μία μακρὰ χρονικὴ περίοδο τοῦ βυζαντινοῦ κράτους, ποὺ προκάλεσε πολλαπλὲς συνέπειες σὲ ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς ζωῆς τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ γένεση καὶ ἡ ὁριστικὴ ἐκπνοὴ τοῦ φαινομένου αὐτοῦ ἐκτυλίσσεται μέσα σὲ ἕνα διάστημα περίπου 120 ἐτῶν καὶ διακρίνεται σὲ δύο φάσεις. Ἡ πρώτη φάση ὁρίζεται μεταξὺ τῶν ἐτῶν 726-787, ἐνῷ ἡ δεύτερη στὸ διάστημα 815-843. Στὴν πρώτη φάση περιλαμβάνονται τρία σημαντικὰ ἱστορικὰ γεγονότα. Τὸ ἔτος 726 σημειώνεται ἡ ἀρχικὴ εἰκονομαχικὴ πρωτοβουλία τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντα Γ΄ Ἰσαύρου, τὸ 754 συγκαλεῖται ἡ εἰκονομαχικὴ σύνοδος τῆς Ἱέρειας καὶ τέλος τὸ 787 συνέρχεται ἡ ἐν Νικαίᾳ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἡ ὁποία διατυπώνει τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, καταδικάζει τὴν αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας καὶ διασαφηνίζει τὸ θεολογικὸ πλαίσιο τῆς ὀρθόδοξης εἰκονολογίας. Ἡ μετὰ τὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας ἐποχὴ ἔδειξε, ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἡ εἰκονομαχία δὲν ἀποτέλεσε παρελθοντικὸ γεγονὸς γιὰ τὴν αὐτοκρατορία, καθὼς τὸ ἔτος 815 ἡ συγκεκριμένη αἵρεση “ὑποτροπίασε”. Ἐπιβάλλοντας ἕνα νέο εἰκονομαχικὸ συνοδικὸ σχῆμα στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ αὐτοκράτορας Λέων Ε΄ ὁ Ἀρμένιος ἐπανέφερε στὸ προσκήνιο τὶς εἰκονομαχικὲς ἀποφάσεις καὶ τὸν ὅρο τῆς Ἱέρειας, ἀνοίγοντας τὸν δεύτερο κύκλο καὶ δίνοντας νέα ὤθηση στὴν ἤδη καταδικασμένη εἰκονομαχικὴ αἵρεση. Ἡ δεύτερη καὶ τελευταία φάση τῆς εἰκονομαχίας λήγει τελεσίδικα τὸ ἔτος 843, μὲ τὴν ὁριστικὴ ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Θεοδώρα. Ἔκτοτε, ἡ νίκη αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴ διαβρωτικὴ αἵρεση ἔλαβε καὶ λειτουργικὴ διάσταση καὶ τιμᾶται ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν νηστειῶν, ποὺ γι’αὐτὸ ὀνομάστηκε «Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας».

Τὸ πολυετὲς χρονικὸ διάστημα τῆς εἰκονομαχίας, τὸ ὁποῖο ὑπερβαίνει τὸν ἕνα αἰῶνα, προϊδεάζει ἐξαρχῆς γιὰ τὸ βαθμὸ δυσκολίας ποὺ χαρακτηρίζει τὴ μελέτη καὶ κατανόηση ἑνὸς τόσο σύνθετου φαινομένου. Ὅμως παράλληλα, γοητεύει καὶ προκαλεῖ ἡ μελέτη τοῦ σχετικοῦ πηγαίου ὑλικοῦ, ἡ ὁποία δίνει τὴ δυνατότητα προσέγγισης τῆς πρωτογενοῦς ἀποτύπωσης τῶν συγκεκριμένων γεγονότων. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ δύναται κανεὶς νὰ γνωρίσει “ἐκ τῶν ἔσω” τὸ ἱστορικὸ καὶ θεολογικὸ πλαίσιο τῶν συγκεκριμένων γεγονότων, καθὼς καὶ τὴν μεταξύ τους ἐνυπάρχουσα αἰτιώδη συν­άφεια.

Εἶναι γεγονός, ὅτι στὴ σύγχρονη ἐποχὴ ἐπικρατεῖ μία γενικότερη σύγχυση ὡς πρὸς τὴν κατανόηση τοῦ θεολογικοῦ περιεχομένου τῶν ἐπιμέρους πτυχῶν τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ σύγχυση αὐτὴ ὀφείλεται κυρίως στὴν ὑποκειμενικὴ καὶ συχνὰ αὐθαίρετη ἀνανοηματοδότηση ἐννοιῶν ποὺ ἀφοροῦν ἐπὶ παραδεί­γματι τὴν ἀποστολικὴ παράδοση καὶ διαδοχή, τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης, τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ἐπισκοπικὴ αὐθεντία κ.ἄ, πρὸς ἐξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς, ἐρήμην ὅμως καὶ εἰς βάρος τῆς διαχρονικῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, ὅπως σαφῶς διατυπώνεται στὶς γραπτὲς πηγές της. Διότι μελετώντας κανεὶς συνοδικὰ καὶ πατερικὰ κείμενα, συν­αντᾶ αὐστηρὰ τὴν ταυτότητα καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συμφωνία στὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ ἀσφαλῶς ὄχι τὴ σύγχρονη «ἑρμηνευτικὴ ποικιλία», ἡ ὁποία στοχεύει σὲ συγκλίσεις κοσμικοῦ χαρακτήρα, θεμελιωμένες στὴν σχετικοποίηση καὶ στὸν παραγκωνισμὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης. Ἔξω ὅμως ἀπὸ αὐτὴν τὴν Παράδοση ἐντοπίζονται μόνο φαῦλοι κύκλοι ἀθεράπευτης διάβρωσης.

Ἡ Σύνοδος τῆς Νίκαιας, μία αὐθεντικὴ Σύνοδος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία μετεῖχαν ὅλοι οἱ πατριαρχικοὶ θρόνοι, κλήθηκε νὰ ἀντιμετωπίσει μὲ ἐκκλησιαστικὸ τρόπο τὴν αἵρεση καὶ τὶς ποικίλες συνέπειές της. Ὡς πρὸς τὸ μέγεθος τῶν ἐπιπτώσεων, θὰ πρέπει ἀσφαλῶς νὰ συνεκτιμηθεῖ καὶ ἡ πολύτροπη καὶ πολυεπίπεδη ὑποστήριξη ποὺ παρεῖχε ἡ αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία μὲ σκοπὸ τὴν ἐπιβολή της. Πρὶν ἡ Σύνοδος προβεῖ στὴ θεολογικὴ τεκμηρίωση τοῦ ἐξεικονισμοῦ τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων Του, προέβη στὴ διερεύνηση τοῦ ζητήματος τῆς ἀποδοχῆς ἢ μὴ τῆς ἀρχιερωσύνης τῶν αἱρετικῶν εἰκονομάχων, ζήτημα τὸ ὁποῖο ἐξετάστηκε στὴ βάση τῆς συμφωνίας ἢ τῆς ἀπόκλισης αὐτῶν ἀντίστοιχα ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Στὴν παροῦσα ἐργασία, ἡ ὁποία διαρθρώνεται σὲ τρία κεφάλαια, ἐπιχειρεῖται νὰ διαυγαστεῖ ὁ τρόπος, τὸ ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο καὶ οἱ προϋποθέσεις ἀποδοχῆς τῶν αἱρετικῶν εἰκονομάχων ἐπισκόπων ἀπὸ τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Προκειμένου ὅμως νὰ κατανοηθεῖ ὁ τρόπος δόμησής της, εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐξέταση τοῦ θέματος στὴν ἀντίστροφη πορεία του. Δηλαδή, πρὶν ἐξετασθεῖ καὶ ἀπαντηθεῖ τὸ ἐρώτημα περὶ τοῦ τρόπου ἀποδοχῆς τῶν αἱρετικῶν εἰκονομάχων, πρέπει νὰ διερευνηθοῦν ἄλλες, ἐπιμέρους ἐκκλησιολογικὲς πτυχές, σύμφωνα πάντοτε μὲ τὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου καὶ τὸν τρόπο ἀντιμετώπισης τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος ἀπὸ τοὺς συνοδικοὺς Πατέρες. Ἂν δηλαδὴ σχηματικὰ ἡ ἀπάντηση τοῦ ἀρχικοῦ ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ καὶ τὸν τίτλο τοῦ πονήματός μας, βρίσκεται στὴν κορυφή, κινούμενοι ἀντίστροφα, ἐπιχειρεῖ­ται ὡς πρότερο ἡ ἀπάντηση τῶν ἐρωτημάτων ποὺ ἀφοροῦν τὸ λειτουργικὸ ρόλο καὶ τὴ θέση τοῦ ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος ἐντός τῆς Ἐκκλησίας καὶ συγγενῶς τὸ περιεχόμενο καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Ὁμοίως κρίνεται ἀπαραίτητη ἡ διασάφηση τῆς θέσης τοῦ αἱρετικοῦ ὡς πρὸς τὴν Ἐκκλησία, τὸ περιεχόμενο καὶ τὰ χαρακτηριστικά τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης καὶ τῆς αἵρεσης ἀντίστοιχα, καὶ ἐν συνεχείᾳ τὰ θεολογικὰ κριτήρια, βάσει τῶν ὁποίων ἡ εἰκονομαχία κρίθηκε ὡς αἵρεση. Θεμελιακὴ βάση τῆς ἐν λόγῳ συλλογιστικῆς πορείας εἶναι ἡ φύση τῆς Ἐκκλησίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο φανερώνει σὲ κάθε περίπτωση τὸ τί εἶναι καὶ τὸ τί δὲν εἶναι Ἐκκλησία. Καὶ αὐτό, διότι τὰ μυστήρια καὶ ἡ κοινωνία τῶν χαρισμάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀποτελοῦν ἀποκλειστικὸ “κτῆμα” καὶ περιεχόμενο τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, δεδομένου ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάντοτε περιέχουσα καὶ ποτὲ περιεχόμενο. Ἐφόσον ἀπαντηθοῦν τὰ ἀνωτέρω ζητήματα καὶ τεθοῦν σὲ μία συστηματικὴ συλλειτουργία μεταξύ τους, τότε μόνο δύναται τὸ ἀρχικὸ ἐρώτημα νὰ ἀπαντηθεῖ. Ἄλλωστε, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ μὲ αὐτὴ τὴ συλλογιστικὴ ἐνήργησε καὶ ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, χαρακτηριστικὸ τὸ ὁποῖο διατυπώνεται καὶ ἐκφράζεται ρητὰ ἀπὸ τὶς ἀποσταλεῖσες ἐπιστολὲς τῶν λοιπῶν πατριαρχικῶν θρόνων πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολη, διὰ τῶν ἐκπροσώπων τους.

Στὸ εἰσαγωγικὸ μέρος της παρουσιάζεται τὸ γενικότερο ἱστορικὸ πλαίσιο καθὼς καὶ οἱ ἀναφερόμενες ὡς αἰτίες ποὺ ὤθησαν τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα Γ΄ Ἴσαυρο νὰ προβεῖ στὴ συγκεκριμένη πρωτοβουλία. Ἡ εἰκονομαχία στὴ μακρὰ ἱστορική της ἐξέλιξη συντάραξε τὴν καθόλου ἐκκλησιαστικὴ ζωή καὶ ὑπέσκαψε τὰ θεμέλια τῆς ἑνότητας Ἀνατολῆς καὶ Δύσης. Οἱ ἑπόμενοι τρεῖς αἰῶνες ποὺ ἀκολούθησαν ἐπιβεβαίωσαν τὸ ἀνωτέρω, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο σαφῶς στάθηκε ἡ αἰτία -ἐκτὸς τῶν ἄλλων- διαμόρφωσης τῆς φραγκολατινικῆς σχολαστικῆς θεολογίας, κατὰ τὴ διατύπωση τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη[1].

Στὸ πρῶτο κεφάλαιο παρουσιάζεται ἡ φύση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο βιώνεται καὶ κατανοεῖται ἐντός της ἡ συνεχὴς ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι καὶ διαχρονικὰ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπαναδιατυπώνουν -ὅποτε χρειάζεται- σὲ Ὅρους τῆς σύγχρονής τους ἐποχῆς, τὴν ἴδια ἀκριβῶς ζωή, ἡ ὁποία ὡς ἀληθεύουσα, συγκεκριμενοποιεῖ τὸν τρόπο μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στὸ καθολικόν τῆς ἀληθείας καὶ ὄχι στὸ μερικόν τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Στὸν ἀντίποδα αὐτῆς στέκει παρυποστατικὰ ἡ ἀσυνέχεια τῆς αἵρεσης, ἡ ὁποία διαχρονικὰ ἀποτελεῖ τὸ γνήσιο ἐπιγέννημα τοῦ ὀρθολογικοῦ καὶ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ, ὅταν αὐτὸς εἰσέρχεται καὶ ἐπιβάλλεται ἑρμηνευτικὰ στὴ ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Μέσῳ τῆς συστηματικῆς σύνδεσης τῶν πατερικῶν χρήσεων ἐπιχειρεῖται ἡ ἀποτύπωση τοῦ χριστολογικοῦ ὑπόβαθρου τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ παλαιὰ καὶ ἤδη βιούμενη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ θεσμοθεσία.

Στὸ δεύτερο κεφάλαιο καταβάλλεται προσπάθεια νὰ παρουσιαστεῖ, κατὰ τὸ δυνατὸν σφαιρικά, τὸ φαινόμενο τῆς εἰκονομαχίας. Μέσῳ τῆς ἀνατομικῆς ἐξέτασης τῶν προϋποθέσεων τῆς εἰκονομαχίας, ἐκτίθεται τὸ φιλοσοφικὸ ὑπόβαθρο τῆς εἰκονομαχικῆς ἐπιχειρηματολογίας, μὲ τὶς συνεπαγόμενες χριστολογικές, ἐκκλησιολογικὲς καὶ σωτηριολογικὲς συνέπειες.

Στὸ τρίτο κεφάλαιο κατατίθεται ὁ πυρήνας τῆς ἐργασίας μας. Ὅλες ἀνεξαιρέτως οἱ αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα προκύπτουν ἕνεκα τῆς διάσπασης τοῦ φυσικοῦ συνδέσμου μεταξὺ θεσμοῦ καὶ χαρίσματος, τῶν δύο δηλαδὴ πτυχῶν τῆς διφυοῦς ἐπισκοπικῆς (ἱερατικῆς) διδασκαλικῆς αὐθεντίας. Τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα δὲν ἀποτελεῖ μία ἀπνευμάτιστη διοικητικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία μὲ ὅρους καὶ προϋποθέσεις κοσμικοῦ αὐταρχισμοῦ διοικεῖ θεσμικὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, ἱκανοποιώντας ἐπιδερμικὰ τὸ θρησκευτικὸ συν­αίσθημα τῶν μελῶν της. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, δὲν ἀποτελεῖ οὔτε μία ἀόριστη χαρισματολογία, ἡ ὁποία, ὑποτιμώντας τὴ συνέχεια τῆς ἱστορικότητας, ἀλλὰ καὶ ἀντίστροφα, τὴν ἱστορικότητα τῆς συνέχειας, ἐνδύεται τὸ χιτῶνα τῆς παραδοσιακότητας καὶ μὲ τρόπο ἐπισφαλῆ ἑρμηνεύει τὶς “βουλές” τοῦ Θεοῦ, μεταχειριζόμενη ὁμοίως τὶς θρησκευτικὲς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἑνότητα θεσμοῦ καὶ χαρίσματος ἐγγυᾶται τὴ διαχρονικὴ καὶ συνεχῆ μετοχὴ τῶν πιστῶν στὴ ζωή τῆς ἀποστολικῆς κοινότητας καὶ στὴ χαρισματικὴ πρόοδό τους ὡς μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἐπίσκοπος κυριολεκτικὰ δὲν δικαιοῦται νὰ διδάσκει κατὰ τὸ θέλημά του, ἀλλὰ νὰ προσφέρει ἀκέραιη τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν περίπτωση τῆς εἰκονομαχίας ἐκτίθεται τὸ ἀναγκαῖο ὑλικὸ ἐκ τῶν Πρακτικῶν, τὸ ὁποῖο ἐπιβεβαιώνει τὴ γενόμενη διάσπαση θεσμοῦ καὶ χαρίσματος ἀπὸ πλευρᾶς τῶν εἰκονομάχων ἐπισκόπων. Διευκρινίζεται ἐπίσης ἡ διττὴ νοηματοδότηση τοῦ ὅρου “αἱρετικός”, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἔχει καταλυτικὴ σημασία ὡς πρὸς τὴν κατανόηση τοῦ τρόπου καὶ τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ πλαισίου ἀποδοχῆς τῆς μετάνοιας τῶν πρώην αἱρετικῶν εἰκονομάχων ἐπισκόπων.

Τὸ βιβλίο διατίθεται στὰ ἑξῆς βιβλιοπωλεῖα:

Γιὰ τὴν Ἀθήνα: • Ἀποστολικὴ Διακονία (Δραγατσανίου 2, Ἀθήνα, 2103310977). • Νεκτάριος Παναγόπουλος (Χαβρίου 3, Ἀθήνα, 210 3224819). • Τὸ Ἅγιον Ὄρος (Γερανίου καὶ Ἀναξαγόρα 7, Ἀθήνα, 210 52 43 275). • Ναυτίλος (Χαρ. Τρικούπη 28, Ἀθήνα, 210 3616204). • Ἀνάσα Ζωῆς (Ὁδὸς Πεντέλης 26, Μαρούσι, 210 6128356). • Ὀρθόδοξος Τύπος Κάνιγγος 10, Ἀθήνα, 2103816206.

Γιὰ τὴν Θεσσαλονίκη: Κεντρικὴ Διάθεση: Ἐκδόσεις Κυριακίδη (Παναγίας Δεξιᾶς 7, τηλ. 2310 200 376).

Γιὰ παραγγελίες χονδρικῆς: 694 87 81 609

Σύντομο βιογραφικό: Ὁ Βασίλειος Τουλουμτσής, υἱὸς τοῦ Ἰωάννη καὶ τῆς Εὐδοξίας, γεννήθηκε στὴν Καλλίφυτο Δράμας. Σπούδασε Θεολογία στὸ Τμῆμα Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. Ἀκολούθως πραγματοποίησε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ε.Κ.Π.Α, στὸν Τομέα Συστηματικῆς Θεολογίας, ἀπ’ ὅπου ἔλαβε Δίπλωμα Εἰδίκευσης στὸ γνωστικὸ ἀντικείμενο τῆς Δογματικῆς. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα μὲ τὴ σύζυγό του Πολυξένη, ἐνῷ παράλληλα διακονεῖ ὡς πρωτοψάλτης στὸ μετόχι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους, στὴν Κηφισιὰ Ἀττικῆς.

Σημείωσις:

[1] Βλ. Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης (πρωτ.), Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τόμος Α΄, Ἔκδ. Π. Σ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 67-69 καὶ 76.

Previous Article

Πανελλαδική Συγκέντρωση την Κυριακή 20 Μαρτίου στις 14:00 στο πάρκο Ελευθερίας

Next Article

Η εξολόθρευση της Ρωσίας βάσει αμερικανικών εγγράφων – Ηχητικό