Γράφει ὁ κ. Ἠλίας Σουτζίδης, θεολόγος
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες τῆς Ἁγιοτάτης Ἀδιαίρετης ἕως τὸ 1054 Ἐκκλησίας μας καὶ κατόπιν τῆς συνέχειας Αὐτῆς, τῆς Ὀρθόδοξης δηλ. Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀνέρχονται σὲ ἕντεκα ἑκατομμύρια, οἱ γνωστοὶ μόνον καὶ “ἐπώνυμοι”, σὲ ἐμᾶς τουλάχιστον μέσα ἀπὸ τὰ Μαρτυρολόγια τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ ἀπαριθμοῦνται τὰ νέφη ἐκείνων τῶν Μαρτύρων γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἔχουμε κάποιες ἰδιαίτερες πληροφορίες ἀναφορικὰ μὲ τὸ ὄνομα καὶ τὴν καταγωγή τους, τὸν ἐν γένει βίο καὶ τὴν ἀκριβῆ περιγραφὴ τοῦ Μαρτυρίου τους καὶ χωρὶς νὰ συγκαταριθμοῦνται τὰ ὁλοένα διαρκῶς αὐξανόμενα στὶς ἡμέρες μας καὶ προστιθέμενα νέα Μέλη στὴν Χορεία τῶν Ἁγίων Μαρτύρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Μέσα ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα κατὰ κυριολεκτικὴ ἔννοια στίφη τῶν Ἁγίων αὐτῶν Μαρτύρων, ξεχωρίζει τὸ παράδειγμα μιᾶς ὁμάδας Μαρτύρων, ὄχι μόνο γιὰ τὴν φρικαλεότητα τοῦ τρόπου τοῦ Μαρτυρίου τους, ἀλλὰ κυρίως γιὰ τὴν μὲ μοναδικὴ παρρησία Μαρτυρία τῶν λόγων τους ἀπέναντι πρωτίστως στὸν ἠθικὸ αὐτουργὸ καὶ ἐπινοητὴ τοῦ Μαρτυρίου τους καὶ δευτερευόντως στὰ ἐκτελεστικὰ ὄργανα τῆς βούλησης καὶ ἀπόφασής του, στοὺς δημίους καὶ βασανιστές τους. Πρόκειται γιὰ τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες, Μακεδόνιο, Θεόδουλο, Τατιανό, Βούσιρι, Βασίλειο καὶ Εὐψύχιο, σύμφωνα πάντοτε μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ διασῴζει ὁ Σῳζόμενος Ἑρμείας. Ὁ Σωκράτης ὁ Σχολαστικὸς ἀναφέρεται μόνο στὴν τριάδα τῶν Μαρτύρων ποὺ τὴν ἀπαρτίζουν οἱ ἅγιοι Μακεδόνιος, Θεόδουλος καὶ Τατιανός, ἐνῷ ὁ Σῳζόμενος Ἑρμείας, διαχωρίζει τὸν τρόπο τοῦ Μαρτυρίου τῶν τριῶν αὐτῶν Μαρτύρων ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους ποὺ ἀναφέρονται στὸ ἔργο του, οἱ ὁποῖοι καὶ θανατώθηκαν μὲ διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτοὺς τρόπο. Ὁ Σωκράτης ὁ Σχολαστικὸς μᾶς πληροφορεῖ ὅτι τὸ Μαρτύριο τῶν τριῶν αὐτῶν ἁγίων, λαμβάνει χώρα σὲ κάποια ἐπαρχία τῆς Φρυγίας, ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτου. Πέραν πάσης ἀμφιβολίας, ὁ Ἰουλιανὸς ὑπέσκαψε τὴν Ἐκκλησία μὲ κάθε δυνατὸ τρόπο καὶ τὴν ἐδίωξε μέχρι αἵματος, προσπαθώντας νὰ παλινορθώσει τὴν ἐθνικὴ θρησκεία τῆς θεουργίας καὶ τῶν ἀναρίθμητων θυσιῶν.
Κατόπιν τῆς ἔμπρακτης Ὁμολογίας καὶ διατράνωση τῆς Πίστεώς τους,― σὲ μία ἐποχὴ Διωγμῶν, ὅπου ἡ ἀποκάλυψη τῆς Ταυτότητας τοῦ Χριστιανοῦ εἶχε βαρύτιμο ἀντίκτυπο καὶ ἐξαργυρωνόταν μὲ Αἷμα― μὲ τὴν μεταμεσονύκτια εἴσοδό τους στὸ ναὸ τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ τὴν ἐκεῖ καταστροφὴ τῶν ξοάνων-ἀγαλμάτων, ἐπέτυχε τῆς συλλήψεώς τους ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, ἡ Πλειάς τῶν Μαρτύρων, στὴν προσπάθεια τῶν πρώτων νὰ τοὺς μεταπείσουν καὶ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσουν νὰ ἀπαρνηθοῦν τὸν Ἀληθινὸ Θεὸ καὶ νὰ προσκυνήσουν τὰ εἴδωλα, ἐπανορθώνοντας γιὰ τὴν προτέρα δῆθεν “ἀσέβειά” τους. Παρὰ ὅμως τὴ ζοφερὴ φαινομενικὰ καὶ μὲ κοσμικὸ τρόπο ἰδωμένη προοπτικὴ τοῦ ἐπικείμενου φρικτοῦ Μαρτυρικοῦ τέλους τους, ἡ εὕρεση τοῦ τρόπου τοῦ ὁποίου ταλαιπώρησε τοὺς δημίους μέχρι νὰ καταλήξουν στὸν πιὸ φρικτό, ἀποτρόπαιο καὶ ἐπώδυνο, μὲ ἀπτόητο καὶ ἀγέροχο ἦθος, ἀπευθυνόμενοι πρὸς τοὺς ἐκτελεστές τους, μὲ λόγους πραγματικῆς ἀνδρείας, τὴν ὁποία θὰ ζήλευε καὶ ὁ ἐνδοξότερος καὶ πιὸ γενναῖος πολεμιστής, ἀπαντοῦν ἀσμένως στὶς προκλήσεις τῶν ἀδίστακτων καὶ αἱμοδιψούντων σφαγέων καὶ τυραννολάγνων βασανιστῶν τους, μὲ παρρησία, περισσὴ τόλμη καὶ ἀπίστευτο θάρρος, σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ χαρά, διασκέδαση καὶ πανηγύρι, περιφρονοῦν ἐπιδεικτικὰ τὸν πρὸ τῶν πυλῶν καὶ ἐπερχόμενο διὰ πυρᾶς θάνατο καὶ μάλιστα ἐπάνω σὲ πυρακτωμένες σχάρες, διατρανώνοντας τὰ ἀκόλουθα: «Εἰ κρεῶν ὀπτῶν, ἔφασαν, ἐπιθυμεῖς, ὦ Ἀμάχιε, τοῦτο γὰρ ὄνομα ἦν τῷ ἄρχοντι, καὶ ἐπὶ τὰς ἑτέρας πλευράς πρὸς τὸ πῦρ ἡμᾶς στρέψον, ἵνα μὴ σοὶ γευομένῳ ἡμιοπτοὶ γενόμενοι, ἀηδεῖς φαινόμεθα».
Τὸ ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι τὰ λεγόμενά τους καὶ ἡ στάση τους αὐτὴ δὲν προηγεῖται, ἀλλὰ εἶναι ταυτόχρονη τοῦ Μαρτυρίου. Ἐνῷ δηλ. εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ λαμβάνει χώρα τὸ Μαρτύριό τους καὶ εἶχαν ἀποκτήσει ἐμπειρία τοῦ πόνου, γενόμενοι ἔτσι κοινωνοὶ τῶν Παθημάτων τοῦ Χριστοῦ, χάρη τοῦ Ὁποίου καὶ πάσχοντες ὑπέφεραν, μὲ τὴν ἐπάνω σὲ ἀναμμένες σχάρες ἐπίθεσή τους, «οἱ δέ, καιόμενοι», βροντοφώναζαν μὲ περίτρανο θάρρος, ἰώβειο ὑπομονὴ καὶ καρτερικότητα στὸν ἐμπνευστὴ τοῦ Μαρτυρίου τους, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ ἕνα φιλαμαρτήμονα τοπικὸ ἄρχοντα ὀνόματι Ἀμάχιος, ὅτι ἐὰν ὀρέγονταν νὰ δειπνήσει μὲ ψητὰ κρέατα, θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς στρέψει ἐπάνω στὶς τροφοδοτούμενες ἀπὸ φωτιὰ πυρακτωμένες σχάρες καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά τους, προκειμένου νὰ ψηθοῦν ὁλοκληρωτικά, ἀπὸ ἔγνοια νὰ μὴ παραμείνουν μισοψημένοι καὶ φανοῦν ἀηδιαστικοὶ στὴ γεύση, ὅταν ἐκεῖνος θελήσει καὶ ἐπιχειρήσει νὰ τοὺς δοκιμάσει. Παρέθεσαν ἑκόντες-ἄκοντες ἕνα ἰδιαίτερο τρόπον τινα δεῖπνο στὸν ἄρχοντα καὶ τὸν δεξιώθηκαν, γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσουν γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ τοὺς κάνει νὰ τοὺς καταστήσει Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ πρακτικοποίησαν ἄμεσα καὶ μὲ πολὺ ἁπτὸ προηγουμένως τρόπο, τὴν Κυριακὴ Προσευχή, κυρίως ὡς πρὸς τὸ «ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν», προσφέροντάς του, προκειμένου νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν ἀδηφάγo καὶ ἀκόρεστη ἐκδικητικὴ βουλιμία τοῦ διώκτη τους, ὡς ἔδεσμα, τὴν ἴδια τους τὴ σάρκα, τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό, ἐνῷ τὸν καπνὸ ἀπὸ τὴν καιόμενη σάρκα τους τὴν προσέφεραν ὡς θυσία τοῦ εἶναι τους καὶ ὡς εὐῶδες πνευματικὸ θυμίαμα, στὸν Πλάστη καὶ Δημιουργό τους. Ἀναμφίβολα ὅμως, ἡ στάση τους αὐτὴ στηλιτεύει ὑποδειγματικὰ καὶ μὲ εὐγένεια ψυχῆς, στρεφόμενη διακριτικὰ κατὰ τοῦ ἀνεξέλεγκτου πρὸς αὐτοὺς μένους τοῦ ἄρχοντα, γιὰ παραδειγματικὴ τιμωρία καὶ ἐκδίκηση ἐξαιτίας τῆς μὴ συμμόρφωσής τους στὶς ὑποδείξεις καὶ ἀπειλές του, ποὺ ἀγγίζει ἐὰν δὲν τὰ ξεπερνᾶ κιόλας, τὰ ὅρια μιᾶς ἰδιότυπης ἀνθρωποφαγίας.
Ἄλλωστε στὴ Σοφία Σολομῶντος προδρομικὰ περιγράφονται λεπτομερῶς καὶ μὲ ἀκρίβεια ὅλα ὅσα διαδραματίζονται πολλοὺς αἰῶνες ἀργότερα τὴ στιγμὴ τοῦ Μαρτυρικοῦ θανάτου τῶν ἑκάστοτε Ἁγίων, ὅπως ἐπίσης καὶ τῶν προαναφερθέντων ἀνωτέρω Μαρτύρων.
Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐξαίσιο καὶ γνήσιο, ξεχωριστὸ καὶ μοναδικὸ Ἦθος τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ποὺ δὲν λιποψυχεῖ, δὲ διστάζει καὶ δὲ δειλιάζει μπροστὰ στὸν ἀβάσταχτο ἀνθρωπίνως σωματικὸ πόνο καὶ στὴ διαρκῆ καὶ ἀφόρητη ψυχολογικὴ πίεση ποὺ τοὺς ἀσκοῦνταν ἀπὸ τοὺς ἐπιτετραμμένους γιὰ τὴν ἐκτέλεση τοῦ Μαρτυρίου τους, ἀλλὰ κατὰ παράδοξο τρόπο, αὐτοὶ οἱ Ἴδιοι οἱ Μάρτυρες ἦταν ποὺ ἐφεύρισκαν καὶ ὑποδείκνυαν τρόπους, προτείνοντας καὶ προτρέποντας στοὺς ἐπίδοξους δημίους τους, μεθόδους προκειμένου νὰ μετατρέψουν τὸ προσωπικό τους Μαρτύριο, ἀπὸ φρικτό…..σὲ φρικτότερο.
«Οἱ δέ, γενναῖοι τὸ φρόνημα ὄντες, μικρὰ τῶν ἀπειλῶν φροντίσαντες, πάνθ’ ὑπομένειν ἑτοίμως εἶχον· καὶ μᾶλλον θνήσκειν ᾑροῦντό, ἢ ταῖς θυσίαις μολύνεσθαι. Τότε δὴ πάσαις βασάνοις ὑποβαλὼν τοὺς ἄνδρας, τέλος ἐσχάραις ἐπιθείς, καὶ πῦρ ταύταις ἐπιτεθῆναι κελεύσας, οὕτως ἀπόλλυσιν».
Ἡ Θεία Χάρη καὶ Δύναμη ἦταν Αὐτὴ ποὺ τοὺς ἐνίσχυε καὶ ὁ Ἀγωνοθέτης Χριστὸς Αὐτὸς ποὺ μὲ μυστικὸ τρόπο τοὺς ὑπενθύμιζε μέσα στὴν καρδιά τους τὸ Ἔπαθλο στὸ τέλος αὐτῆς τῆς ἐπίγειας διαδρομῆς καὶ πορείας τους, τὸν Στέφανον τῆς Αἰωνίου Ζωῆς, Δόξας καὶ Μακαριότητας, ἐνθύμηση καὶ πνευματικὴ ἐνατένιση ποὺ τοὺς χάριζε μία ὑπερκόσμια γλύκα καὶ ὑπερκάλυπτε τὴν ἀνείπωτη ὀδύνη τοῦ Μαρτυρίου τους, αὐξάνοντας ἀκόμη περισσότερο τὸν πόθο τοῦ Μαρτυρίου ὡς θυσία καὶ προσφορὰ σὲ Ἐκεῖνον, ποὺ θὰ τοὺς δώριζε σὲ λίγο τὸ Πᾶν, τὴν Ἐπουράνιο Βασιλεία Του.
Ἀψηφώντας ἔτσι οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, ἐπιδεικτικὰ τὸν θάνατο, τὸν κατέστησαν καταγέλαστο, πεπεισμένοι πλέον γιὰ τὸ παροδικὸν τοῦ ἐπίγειου βίου καὶ βιώνοντας συνάμα τὴν ξενιτεία μέσα στὸν κόσμο, ἑδραιωμένοι ἐπάνω στὴν ἀκλινῆ βεβαιότητα καὶ πνευματικὴ συναίσθηση ὅτι εἶναι πάροικοι, συνειδητοποίησαν τὴν οὐτιδανότητα μὲ τὴν ὁποία περιβάλλονται τὰ ἐν τῷ κόσμῳ, μὲ πεπερασμένα καὶ πολὺ ἀσφυκτικὰ χρονικὰ περιθώρια ποὺ φέρουν σύντομη διάρκεια ζωῆς καὶ ἡμερομηνία λήξης καὶ περιορίζονται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο μέσα στὰ πλαίσια τῆς προσκαίρου αὐτῆς ζωῆς, ἀντήλλαξαν χωρὶς κανενὸς εἴδους παλινῳδίες, ἀπρόσκοπτα καὶ χωρὶς τίποτα ἀπολύτως νὰ κατορθώσει νὰ τοὺς σταθεῖ πρόσκομμα σὲ αὐτὴν τὴν πορεία καὶ ἐπιλογὴ Αἰωνίου Ζωῆς, οὔτε νὰ καταστεῖ φυσικὰ ποτὲ δυνατὸν νὰ τοὺς ἀποθαρρύνει καὶ νὰ τοὺς ἀπομακρύνει ὁποιαδήποτε ἀπειλὴ καὶ ἐπικείμενη τιμωρία, ἐξαγόρασαν τὰ φθαρτὰ μὲ τὰ ἄφθαρτα, τὰ ἀπατηλὰ μὲ τὰ Ἀληθινά, τὴν ὕλη μὲ τὸ Πνεῦμα, τὸν ἄνθρακα μὲ τὸ Διαμάντι, τὰ ἐπίγεια καὶ προσωρινὰ μὲ τὰ ἐπουράνια καὶ αἰώνια, τὸ χῶμα μὲ τὸν Οὐρανό, τὰ ρέοντα καὶ ἀσταθῆ μὲ τὰ Μόνιμα, τὸν θάνατο μὲ τὴν Αἰώνια Ζωή. Ἐπεδίωξαν ἔτσι ἀσμένως καὶ ἐπέτυχαν τὸ πολυπόθητο γιὰ αὐτούς, μαρτυρικῶς τελευτᾶν, ἐπειδὴ ἀκριβῶς, κάθε πνευματικὸ κύτταρο στὰ μύχια τῆς ὕπαρξής τους, βροντοφώναζε μὲ παρρησία καὶ πόθο, διατρανώνοντας συνάμα τὸ βίωμα αὐτό, μὲ τὸ μαρτυρικὸ παράδειγμά τους, τὸ παύλειο χωρίο, «18 Λογίζομαι γὰρ ὅτι οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς».
Ἐπιπλέον, βιώνοντας μὲ πολὺ συγκεκριμένο τρόπο καὶ σὲ πρακτικὸ ἐπίπεδο τὴν παύλεια ρήση ποὺ ἀναφέρεται στὰ τῆς ματαιότητος τοῦ κόσμου, «καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω», ἀκόμη καὶ ὅταν ἡ περίσταση τὸ ἀπαίτησε, ἀποδέχθηκαν τὴν ἐφαρμογὴ τῆς πνευματικῆς αὐτῆς σταθερᾶς καὶ γι’ αὐτὴν τὴν ζωή τους ἀκόμη, καταφρονώντας ἐπαξίως καὶ μὲ ὑποδειγματικὸ τρόπο καὶ τὴν ἴδια ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἐγκόσμια, τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσαν νὰ ἀπολαύσουν μετὰ ἀπὸ τὴν ἐνδεχόμενη μεταστροφή τους καὶ τὴν ἀποδοχὴ τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας καὶ τῶν παρεπόμενων πρακτικῶν τῆς τελευταίας.
Ὡστόσο, ὁ Μέγας Συναξαριστής, μᾶς παρέχει ὀλιγοστὲς πληροφορίες γιὰ τὸν ἆθλο καὶ τὸ Μαρτύριο τῆς τριάδος τῶν ἀνδρῶν, ἡ ὁποία προσετέθη στὴν ἁγιόλεκτο χορεία τῶν Μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας, ἁγιοκατατάσσοντάς τους τὴν 12ην τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἡμέρα ἀπόδοσης τῆς Ἑορτῆς τοῦ Γενεθλίου της Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Οἱ πληροφορίες ἐξάλλου αὐτές, ταυτίζονται πλήρως μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ διασῴζουν στὰ ἔργα τους καὶ οἱ δύο ἐκκλησιαστικοὶ ἱστορικοί, τοὺς ὁποίους μνημονεύουμε ἐν προκειμένῳ ὡς γραπτὴ πηγή.
Ἀξίζει στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ σημειωθεῖ ὅτι μὲ τὸν ἴδιο ἀκολούθως μαρτυρικὸ τρόπο, παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ καὶ ὁ ἀρχιδιάκονος Ἅγιος Λαυρέντιος, τὴν μνήμη τοῦ ὁποίου ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας, τὴν 10ην μηνὸς Αὐγούστου.
Τὸ σύνολο τῶν Μηναίων δὲν ἐμπλουτίζει τὶς ἤδη ἀλλαχοῦ ὑπάρχουσες σχετικὲς διηγήσεις, μὲ ἐπιπλέον λεπτομέρειες ἀναφορικὰ μὲ τὸν τρόπο τοῦ Μαρτυρίου τῶν τριῶν αὐτῶν Ἁγίων Μαρτύρων. Κάποια ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τῶν Συναξαρίων ἐντούτοις, τὴν 12ην Σεπτεμβρίου, διασῴζει διαφορετικὸ τρόπο ἐκδημίας τῶν τριῶν αὐτῶν Ἁγίων Μαρτύρων: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες· Μακεδόνιος, Θεόδουλος καὶ Τατιανός, ξίφει τελειοῦνται…. Μακεδόνιος Τατιανὸς Χριστέ μου, καὶ Θεόδουλος ἐκτέμνονταί σου χάριν». Ἡ ἐκτομὴ τῶν ἁγίων μελῶν τοῦ σώματός τους καὶ δὴ τῆς ἁγίας κεφαλῆς τους, παραπέμπει σὲ μία ἰδιάζουσα, πνευματικῷ τῷ τρόπῳ, τομὴ τοῦ χρόνου, ἡ ὁποία διαχωρίζει, νοηματοδοτεῖ καὶ σηματοδοτεῖ τὸ πρὶν ἀπὸ τὸ μετά, τὸ νῦν ἀπὸ τὸ ἐπέκεινα, ἐκτέμνοντας ὀντολογικὰ καὶ οὐσιαστικὰ τὴν χρονικότητα, μὲ τὴν ὁποία εἶναι ἐνδεδυμένος ὁ παρὼν βίος, ἀπὸ τὴν Αἰωνιότητα μὲ τὴν ὁποία εἶναι συνυφασμένος, ὁ Μελλοντικὸς Βίος. Πιθανολογώντας καὶ μόνο, μποροῦμε, λαμβάνοντας προηγουμένως ὑπόψιν καὶ ὅλα τὰ παραπάνω, νὰ ὑποθέσουμε, ὅτι ὁ διὰ ξίφους θάνατος, ἀποτελεῖ τὸ ἐπιστέγασμα ἁπλῶς καὶ τὸν ἐπίλογο μιᾶς σειρᾶς ἐπιμέρους μαρτυρικῶν δοκιμασιῶν ποὺ ξεκίνησαν μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ἐπάνω στὶς πυρακτωμένες σχάρες καὶ κορυφώθηκαν μὲ ὁρόσημο τὴν χρονικὴ ἐκείνη στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία τὸ ξίφος λειτούργησε διττῶς οὐσιαστικὰ ὡς ὁ δείκτης ἀλλὰ καὶ ὡς ὁ ὁδοδείκτης ταυτόχρονα ἐκεῖνος ποὺ καθὼς στράφηκε ἐναντίον τους, σήμανε τὴν ὀντολογικὴ ἀφενὸς ἔναρξη μιᾶς Νέας Πραγματικότητας καὶ Ζωῆς, τοῦ Ἀχρόνου Χρόνου, τῆς Ἀλήκτου δηλ. Αἰωνιότητος καὶ Μακαριότητος, ἄκων δεικνύμενος ἀφετέρου καὶ ὁδηγώντας τους ἐν ἀκαρεῖ, στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ποιὸς πράγματι ὅμως δὲ θὰ εἶχε ζηλώσει, δὲ θὰ ἐπεδίωκε καὶ δὲ θὰ ἐπιθυμοῦσε διακαῶς ἕνα τέτοιο αὐθεντικὰ χριστιανικὸ καὶ ἀξιομίμητο Ἦθος; Δὲν μπορεῖ, παρὰ νὰ ἐπισημάνει κανεὶς καὶ νὰ τονίσει τὸ ἀδιάψευστο γεγονός, ὅτι οἱ ἐν λόγῳ Ἅγιοι Μάρτυρες, ὅπως καὶ ὅλοι ἄλλωστε οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, ὡς ἐπίδοξοι κληρονόμοι καὶ ὁσονούπω πολιστὲς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἐπείγονται γιὰ τὸν διὰ τῆς μαρτυρικῆς Ἐξόδου τους, πολισμὸ τοῦ Παραδείσου. Ἔχει ἆραγε καμία σχέση τὸ Ἦθος αὐτὸ μὲ τὸ ἦθος συνανθρώπων μας ποὺ αὐτοπροσδιορίζονται καὶ αὐτοαποκαλοῦνται “μάρτυρες”, θυσιάζοντας γιὰ τὴν πίστη καὶ τὰ ὅποια ἰδανικά τους ὄχι μόνο τὴ δική τους ζωή μὲ πολὺ ἰδιαίτερο, αὐτοκαταστροφικὸ καὶ ὀλέθριο πνευματικὰ γιὰ τὴν ψυχή τους αὐτοχειρικὸ τρόπο, ἀλλὰ συμπαρασύροντας στὸ θάνατο καὶ τὶς ζωὲς πλήθους ἀθῴων ἀνθρώπων ποὺ δὲ συμφωνοῦν μαζί τους; Ἀναμφισβήτητα, ὁ χριστιανὸς μπορεῖ, ὅταν παραστεῖ ἀνάγκη καὶ οἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτήσουν νὰ θυσιάζει κι ἐκεῖνος τὴ ζωή του, τὸ πράττει ὅμως ἔχοντας πάντοτε ὡς ἀφετηρία ὄχι φονταμενταλιστικὲς τάσεις καὶ ἐπιρροὲς καθὼς καὶ ἄκρατους θρησκευτικοεθνικοϊδεολογικοὺς φανατισμούς, ἀλλὰ ἀφικνεῖται πάντοτε στὴν θυσία αὐτὴ μὲ κίνητρο τὴν ἀγάπη ἀφενὸς πρὸς τὸν Κύριο καὶ Δημιουργό του καὶ ἀφετέρου πρὸς τὴν εἰκόνα Του ποὺ συνιστᾶ ὁ πλησίον του, ὁ κάθε συνάνθρωπός του, μὲ μία πράξη ποὺ ὁμοιάζει ἐξωτερικὰ μὲ τὴν αὐτοχειρία, ἀλλὰ διαφέρει καὶ ἐκ βάθρων ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν οὐσία της, διότι εἶναι πράξη προσφορᾶς καὶ ἀγάπης, αὐτοθυσίας τοῦ ἐνεργοῦντος αὐτὴν πρὸς τὸ συνάνθρωπο καὶ σὲ καμία περίπτωση ἐγχείρημα καὶ ἐπιδίωξη ποὺ ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ τὸν ὁδηγήσει σὲ μία τιμωρητικὴ καὶ ἀτιμωτικὴ συνάμα ἀπώλεια.
Μολαταῦτα, ὅταν κι ἐμεῖς ὑπεισέλθουμε στὴν παραμικρὴ ἐνίοτε δοκιμασία καὶ πειρασμικὴ κατάσταση, δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ ἀποκάμνουμε καὶ ἀπογοητευόμαστε, μὲ ἀναπόδραστη συνέπεια τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος καὶ τὸ συθέμελο κλονισμὸ τῆς προσωπικῆς μας Πίστεως. Πόση ἆραγε ἀγάπη καὶ ζῆλο, αὐταπάρνηση καὶ θάρρος, Πίστη καὶ βεβαιότητα εἶχαν οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες καὶ πόση ἆραγε λαμπρότητα καὶ τιμὴ θὰ ἔχουν ὡς οἱ πιὸ σκληρὰ δοκιμασμένοι καὶ ἄξιοι Οὐρανοπολίτες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία; Ἀπτόητοι μπροστὰ στὸν ἐπώδυνο καὶ μαρτυρικὸ θάνατο, μετέτρεψαν Χάριτι Θεοῦ τὴν ὀδύνη σὲ ἡδονὴ καὶ πανηγύρι, ἐπίτευγμα ποὺ ἀποτελεῖ οὐσιαστικὰ αὐτὸ τὸ μέγα Θαῦμα ποὺ ἐνεργεῖ ὁ Ἴδιος ὁ Παντοδύναμος Τριαδικὸς Θεὸς σὲ αὐτοὺς ποὺ τὸν ποθοῦν καὶ τὸν ἀγαποῦν ἔμπρακτα μὲ ἔργα καὶ ὄχι ἁπλῶς καὶ μόνο μὲ θεωρητικὸ τρόπο καὶ λόγια στείρου θεολογικοῦ ἐπιχρίσματος, ἀποδεικνύοντας περίτρανα ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι καὶ ἐφαρμοσθέν, ἀλλὰ καὶ ἐφαρμόσιμο κι ἐφαρμοστέο, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι ἐγκολπώθηκαν ἔμπρακτα, μὲ πολὺ διακεκριμένο, σαφῆ καὶ κυριολεκτικὸ τρόπο, τὴν Κυριακὴ Προτροπή, «ὃς γὰρ ἂν θέλη τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ ἂν ἀπολέση τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου οὗτος σώσει αὐτήν».




