Ἡ πνευματικὴ παρακαταθήκη τοῦ Γέροντος Ἰακώβου

Share:

Διηγήσεις καὶ παραινέσεις

Γράφει ἡ κα. Εὐαγγελία Χρόνη, Θεολόγος

1ον

Ὅσοι γνώριζαν τὸν Γέροντα τὸν ἄκουγαν μὲ εὐχαρίστηση νὰ ἐξιστορεῖ διάφορα περιστατικὰ τῆς παιδικῆς καὶ νεανικῆς του ζωῆς ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναφέρεται στὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου Δαβὶδ καὶ σὲ διάφορες πνευματικὲς διηγήσεις , μὲ τὶς ὁποῖες ἔδινε παράλληλα ἀπαντήσεις σὲ προβλήματα ἀκρο­ατῶν του μὲ τὸ διορατικὸ χάρισμα ποὺ διέθετε. Αὐτὸ τὸ χάρισμα τὸ πιστοποιοῦν ἀμέτρητα περιστατικὰ μέσῳ τῆς προσωπικῆς ἐπικοινωνίας ποὺ εἶχαν πνευματικὰ τέκνα τοῦ Γέροντα, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ προσκυνητές, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ἔκπληκτοι, ὅταν στὴ πρώτη ἐπαφή τους μαζί του, τοὺς ἀποκαλοῦσε μὲ τὸ μικρό τους ὄνομα καὶ ἄρχιζε ἀμέσως νὰ συζητᾶ διακριτικὰ γιὰ τὰ συγκεκριμένα προβλήματά τους δίνοντας λύσεις καὶ κατευθύνσεις. Σὲ ἄλλους πάλι ξεσκέπαζε τὰ κρυμμένα πάθη τους καὶ τὶς ἁμαρτίες μὲ τρόπο φαινομενικὰ ἀστεῖο. Στὴ διήγησή του μιλοῦσε συνήθως μὲ παιδικὴ ἁπλότητα καὶ οἱ ἀκροατὲς δὲν ἤθελαν νὰ σταματήσει νὰ τοὺς μιλάει, καθὼς θεωροῦσαν μεγάλη εὐλογία καὶ χαρὰ νὰ τὸν βλέπουν καὶ νὰ τὸν ἀκοῦν.

Ὁ Γέροντας συνήθιζε νὰ λέει ὅτι ἡ χάρη τῶν Ἁγίων ὑπάρχει ἀκόμα καὶ πάνω στὰ ξύλα τῶν ἁγίων εἰκόνων καθὼς στὴ Μικρὰ Ἀσία εἶχαν ἕνα Τοῦρκο κτηνοτρόφο ποὺ ὅταν ἄρμεγε τὰ πρόβατα σκέπαζε τὸ δοχεῖο μὲ τὸ γάλα μὲ ἕνα μεγάλο βαρὺ ξύλο ἀπὸ κάποια εἰκόνα τῆς Παναγίας. Τὰ χρώματα εἶχαν ξεθωριάσει ἀπὸ τὰ χρόνια καὶ φαινόταν σὰν ἁπλὸ ξύλο. Κάθε πρωὶ λοιπὸν ὁ Τοῦρκος πήγαινε στὸ μαντρὶ καὶ ἔβρισκε τὸ γάλα χυμένο καὶ τὴν εἰκόνα ὄρθια ἀκουμπισμένη σὲ ἕνα δέντρο. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν μποροῦσε νὰ ἑρμηνεύσει αὐτὸ τὸ γεγονὸς ποὺ χυνόταν συνεχῶς τὸ γάλα, ἀναρωτήθηκε μήπως ἔφταιγε αὐτὸ τὸ ξύλο ποὺ παλιὰ ἦταν εἰκόνα. Πῆρε τὸ τσεκούρι ἀμέσως καὶ μὲ τὸ πρῶτο χτύπημα στὴν εἰκόνα ἄρχισε νὰ στάζει αἷμα. Τότε φοβήθηκε καὶ προσ­πάθησε νὰ βγάλει τὸ τσεκούρι ἀπὸ τὴν εἰκόνα μὴ μπορώντας καὶ τὴν πῆρε ὅπως ἦταν καὶ τὴ περιέφερε στὸ χωριό, ὅπου οἱ ἄνθρωποι βλέποντας τὸ θαῦμα πῆραν τὴν εἰκόνα καὶ τίμησαν τὴ Θεοτόκο.

Διηγεῖται ὁ Γέροντας ὅτι στὴ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Γαλατάκι κάποιος ἀσεβὴς βοσκὸς μαζὶ μὲ τὰ δικά του πρόβατα βοσκοῦ­σε καὶ τῆς Μονῆς καὶ ἔδινε κάποιο μερίδιο στὸ Μοναστήρι, ὅπως τυρί, μαλλὶ κλπ. Κάποτε ὅμως οἰκειοποιήθηκε τὸ κοπάδι τῆς Μονῆς καὶ δὲν ἀναγνώριζε κανένα δικαίωμα στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου. Παρὰ τὶς παρακλήσεις τῶν πτωχῶν πατέρων δὲν μετανόησε καὶ τότε ὁ Ἡγούμενος μία Κυριακὴ μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία πῆρε τὸ θυμιατήρι, τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ τοὺς πατέρες καὶ ἀνέβηκε σὲ ἕνα βουναλάκι, ποὺ φαινόταν τὸ χωριὸ τοῦ βοσκοῦ. Ἦταν καιρὸς ἁλωνισμοῦ μέσα στὸ καλοκαίρι. Ὁ Ἡγούμενος ἔκανε δέηση καὶ δείχνοντας τὸ χωριὸ στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου εἶπε “ἂν εἶσαι θαυματουργός, ὅπως καὶ εἶσαι, νὰ τιμωρήσεις αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ σὲ ἀδίκησε, γιατί καὶ ἐμεῖς ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρόβατα περιμένουμε νὰ οἰκονομηθοῦμε στὶς ἀνάγκες μας”. Τότε ἐνῷ ὁ ἥλιος ἔλαμπε ἀκούστηκε μία βροντὴ καὶ ἕνα ἀστροπελέκι ἔπεσε στὸ ἁλώνι τοῦ βοσκοῦ ποὺ κατέκαψε τὸν ἴδιο καὶ τὴν οἰκογένειά του, καθὼς καὶ ὅλο τὸ βιός του χωρὶς νὰ πειράξει κανένα ἀπὸ τοὺς χωριανοὺς ποὺ ἁλώνιζαν δίπλα.

Ἄλλη φορὰ πάλι διηγεῖται ὅτι κάποιος ἔκοψε αὐθαίρετα κάποια ἐλαιόδεντρα τῆς Μονῆς καὶ στεναχωρημένος πῆγε στὸν Ἅγιο Δαβὶδ καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ἦρθε στὴ Μονὴ νὰ τὸν διακονεῖ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τὸ νοῦ του στὶς ἐλιές. Γιὰ αὐτὸ ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο νὰ βρεῖ τὸν ἔνοχο καὶ νὰ τὸν φέρει μέχρι τὸ ἀπόγευμα. Ἀμέσως τὰ ὀστᾶ του ἔτριξαν καὶ μαύρισε ἡ εἰκόνα του. Ξαφνικὰ τὸ ἀπόγευμα ἦλθε φοβισμένος ἕνας γέρος ζητώντας νὰ δεῖ τὸν Γέροντα Ἰάκωβο. Ἀποκάλυψε ὅτι αὐτὸς ἔκοψε τὶς ἐλιὲς τῆς Μονῆς καὶ τώρα ἦλθε μετανιωμένος . Τὸν ἔφερε ὁ Ἅγιος, ὅπως τὸν εἶχε παρακαλέσει.

Κάποια ἄλλη φορὰ ὁ Γέροντας εἶδε νὰ μπαίνει στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς μία γριὰ καὶ ἀφοῦ τὴ χαιρέτησε τὴ προσκάλεσε νὰ τὴ κεράσει φαγητὸ καὶ νὰ τῆς δώσει ὅ,τι ἄλλο ἔχει ἀνάγκη. Τῆς εἶπε ἀκόμα νὰ προσκυνήσει καὶ νὰ μείνει στὴ Μονὴ σὲ ἕνα δωματιάκι, γιὰ νὰ κοιμηθεῖ. Ἐκείνη τότε ἀποκρίθηκε ὅτι δὲν μένει ἐκεῖ, γιατί δὲν μπορεῖ νὰ ἀκούει συνέχεια τὸν ἦχο “ντοῦν ,ντοῦν “ ἀπὸ τὶς καμπάνες. Τοῦ εἶπε ὅτι ἦλθε νὰ τοὺς δεῖ καὶ θὰ φύγει νὰ πάει σὲ μία γυναικεία Μονὴ ποὺ τῆς κάνουν μεγάλη ὑποδοχὴ καὶ μένει μία ἑβδομάδα. Ἡ γιαγιὰ συνέχισε νὰ λέει ὅτι μόλις πάει, ἀρχίζει νὰ κάνει στὶς μοναχὲς (δείχνοντας μὲ τὸ δάχτυλό της ὅτι τὶς σουβλίζει) καὶ ἀρχίζουν ἀμέσως τὰ σκάνδαλα μεταξύ τους καὶ τὸ πανηγύρι. Τότε ὁ Γέροντας ἔκπληκτος μὲ αὐτὰ ποὺ ἔλεγε, τὴν κοίταξε στὸ πρόσωπο καλύτερα καὶ παρατήρησε ὅτι εἶχε πολὺ μικρὰ βαμμένα μάτια, φοροῦσε μεγάλα σκουλαρίκια καὶ ἀπὸ τὴ μύτη της ἦταν περασμένη μία κλωστὴ ποὺ ἦταν δεμένη στὰ σκουλαρίκια. Ἔκανε ἀμέσως τὸ σταυρό του καὶ ἄρχισε νὰ διαλύεται ἡ μορφή της μέχρι ποὺ χάθηκε ἀπὸ μπροστά του σὰν καπνός. Ἦταν ὁ διάβολος ποὺ ὁμολόγησε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ μείνει στὴ Μονὴ νὰ ἀκούει τὸν ἦχο τῆς καμπάνας, ἐνῷ ἀντίθετα χαίρεται μὲ τὰ σκάνδαλα καὶ τὶς παρεξηγήσεις.

Ἄλλη μία φορὰ ἦταν βράδυ καὶ ἔκανε ἀπόδειπνο μὲ τοὺς πατέρες. Κάποιος θέλησε νὰ πάει στὸ κελλί του καὶ ἀνοίγοντας τὴ πόρτα τοῦ κελλιοῦ τοῦ Γέροντα, γιὰ νὰ βγεῖ ἔξω, εἶδε ὁ Γέροντας τὸν πειρασμὸ ἀπὸ ἔξω μὲ γυναικεία μορφή, λέγοντας λόγια ἀπρεπῆ καὶ δείχνοντας τὰ ὀπίσθια ἄσεμνα. Τότε ὁ Γέροντας πῆρε στὰ χέρια του τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ βγῆκε ἔξω κάνοντας προσευχὴ. Ὁ πειρασμὸς πέρασε πάνω ἀπὸ τὰ κεραμίδια τῆς Μονῆς καὶ ἔσκασε στὸ ἀπέναντι βουνὸ μὲ ἐκκωφαντικὸ ἦχο.

Ἄλλη φορὰ πάλι βγαίνοντας ἀπὸ τὸ κελλί του τὸ πρωὶ ὁ Γέροντας εἶδε ἕνα μαῦρο σκυλὶ νὰ στέκεται ἔξω ἀπὸ τὴ πόρτα καὶ ἀφοῦ τὸ σκούντησε μὲ τὸ πόδι του κάνοντας τὸ σταυρό του, ὅπως συνήθιζε, τὸ ρώτησε ἂν κοιμήθηκε ἐκεῖ σήμερα. Καθὼς συνέχισε τὸ δρόμο του λέγοντας “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ..” παρατήρησε ὅτι τὸ σκυλὶ ἐξαφανίστηκε. Ἦταν ὁ πειρασμὸς ποὺ περίμενε νὰ ρίξει τὸ Γέροντα κάτω ἀπὸ τὴ σκάλα, ἀλλὰ ἡ δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τὸν προστάτεψε.

Μία ἄλλη φορὰ οἱ πειρασμοὶ μπῆκαν στὸ κελλὶ του βίαια μὲ μορφὲς δαιμόνων, πιθήκων, στρατιωτῶν καὶ ὅρμησαν πάνω του καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν χτυποῦν καὶ νὰ τὸν βασανίζουν. Ὅταν κατάφερε νὰ κάνει τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ οἱ δαίμονες ἔφυγαν ἀφήνοντάς τον μισοπεθαμένο. Ὁ Γέροντας ἔλεγε ὅτι σὲ κάποιους τόπους κατοικοῦν ἀκάθαρτα πνεύματα. Ὡς παιδὶ διηγεῖται ὅτι γύριζε ἀπὸ μία δουλειὰ καβάλα σὲ ἕνα γαϊδούρι. Ξαφνικὰ σὲ ἕνα σημεῖο τὸ ζῷο σταμάτησε καὶ ξεφυσοῦσε φοβισμένο χτυπώντας τὰ πόδια του. Ὁ πειρασμὸς λοιπὸν ἦταν ξαπλωμένος στὴ μέση τοῦ δρόμου μὲ σκοπὸ νὰ τὸν ρίξει ἀπὸ τὸ ζῷο καὶ νὰ τὸν βλάψει. Ἔκανε ἀμέσως τὴ προσευχή του καὶ τὸ Σταυρὸ καὶ τότε τὸ ζῷο πέρασε μὲ ἕνα μεγάλο ἅλμα, σὰν νὰ ὑπῆρχε μπροστὰ ἕνα τεράστιο ἐμπόδιο. (Ἕνας ἅγιος Γέροντας ὁ μακαριστὸς π. ΙΑΚΩΒΟΣ, 1996)

Ὁ Γέροντας τόνιζε συχνὰ ὅτι μεγάλη σημασία στὴ πνευματικὴ ἐξέλιξη τῶν ἀπογόνων ἔχει ἡ πνευματικὴ κατάσταση καὶ ἡ ζωὴ τῶν γονιῶν καὶ γενικότερα τῶν προγόνων τους. Συνιστοῦσε στοὺς γονεῖς νὰ προσέχουν τὴ ζωή τους καὶ νὰ συμβουλεύουν τὰ παιδιά τους νὰ συναναστρέφονται καὶ νὰ συνάπτουν οἰκογενειακὲς σχέσεις μὲ παιδιὰ ἐνάρετων οἰκογενειῶν. Ἔχει μεγάλη σημασία ἡ Ρίζα, ὅπως ἔλεγε.

Ἀκόμα συμβούλευε νὰ μὴ ἀλλάζει ὁ ἕνας πνευματικὸς τὸν κανόνα τοῦ ἄλλου πνευματικοῦ. Κάποτε, ἦλθε μία γιαγιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖ στὸν Γέροντα καὶ τῆς ἔβαλε κανόνα νὰ μὴ κοινωνήσει γιὰ τρία χρόνια. Ὅταν ὁ ἱερέας καὶ πνευματικὸς τῆς ἐνορίας τὴ ρώτησε, γιατί δὲν κοινωνεῖ καὶ αὐτὴ ἀπάντησε ὅτι τῆς ἔβαλε αὐτὸ τὸ κανόνα ὁ Γέροντας, ἐκεῖνος τῆς εἶπε ὅτι εἶναι ἕνας ἀγράμματος καλόγερος καὶ δὲν γνωρίζει πολλά. Ἔτσι ἡ γιαγιὰ πῆγε τὴ Κυριακὴ νὰ κοινωνήσει καὶ ἔνιωσε στὸ στόμα της τὴν Ἁγία Λαβίδα ἄδεια χωρὶς νὰ καταλάβει γεύση Θείας Κοινωνίας ποὺ τῆς ἔκανε ἐντύπωση. Ἀφοῦ συνέβη ἄλλες δύο φορὲς πῆγε γιὰ ἐξομολόγηση στὸ Γέροντα καὶ ἀφοῦ τοῦ τὰ εἶπε ὅλα τῆς εἶπε ὅτι ὁ Κανόνας δὲν λύνεται.

Ἀναρίθμητα εἶναι τὰ θαυμαστὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὴν μακροχρόνια ἐξομολογητικὴ πεῖρα τοῦ Γέροντα. Κάποτε ἦλθε ἕνα μορφωμένο πρόσωπο στὸ Μοναστήρι καὶ σὲ μία γενικὴ συζήτηση μὲ τὸν Γέροντα ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία του νὰ κοινωνήσει. Ὁ Γέροντας κατάλαβε ὅτι δὲν ἦταν ἕτοιμος νὰ κοινωνήσει, καθὼς ἦταν ἀνεξομολόγητος καὶ οἱ ἁμαρτίες του δὲν τὸ ἐπέτρεπαν. Ὁ ἴδιος δὲν εἶχε πρόθεση γιὰ ἐξομολόγηση καὶ ὁ Γέροντας δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ ἀρνηθεῖ τὴ Θεία Κοινωνία. Ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα καὶ προσῆλθε ἀναξίως νὰ κοινωνήσει κάποιο ἐνάρετο πρόσωπο εἶδε μία χρυσὴ λάμψη νὰ φεύγει ἀπὸ τὴν Ἁγία Λαβίδα καὶ νὰ πηγαίνει πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα. Ἦταν ἡ Ἁγία Μερίδα ποὺ ἔφυγε. Μάλιστα ὁ Γέροντας, ὅταν κοινωνοῦσε τοὺς ἀνθρώπους, συνήθως δὲν ἔβλεπε τὰ πρόσωπά τους, ἀλλὰ κάποιες φορὲς ὁ λογισμός του τὸν παρακινοῦσε νὰ κοιτάξει. Τότε ὁ Γέροντας ἔβλεπε σὲ μερικοὺς νὰ μὴ ἔχουν ἀνθρώπινα πρόσωπα, ἀλλὰ στὸν ἕνα ἔβλεπε πρόσωπο σκύλου, στὸν ἄλλο μαϊμοῦς καὶ ἄλλες φοβερὲς μορφὲς ζῴων. Ἐνῷ ὑπάρχουν καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ μόλις κοινωνοῦν λάμπουν, ἔλεγε. Τὸ ἴδιο σκηνικὸ καὶ μέσα στὸ ναὸ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας. Μόλις ὁ ἱερέας πεῖ τὸ “Δι’ εὐχῶν” φεύγουν οἱ οὐράνιες δυνάμεις, οἱ ἄγγελοι καὶ μέσα στὸ ναὸ ἐπικρατεῖ ἡσυχία, γιὰ αὐτὸ καὶ συνήθιζε νὰ κάθεται σὲ μία καρέκλα, γιατί δὲν μποροῦσε νὰ ἀντέξει αὐτὰ ποὺ ἄκουγε καὶ ἔβλεπε.

Previous Article

Λεωφορεῖο χτυπήθηκε μέ ὀβῖδες στό κέντρο τοῦ Ντονέτσκ!

Next Article

Καμμία πολιτική βούληση γιά ἐπίλυση τοῦ δημογραφικοῦ