Ὁ ἄλλος δρόμος εἰς τὴν ἑρμηνευτικήν

Share:

Γράφει ὁ κ. Βασίλειος Εὐθ. Φασιάς, Θεολόγος, Εἰδικός Παθολόγος

  Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀποτελοῦσε ἀσφαλῶς τέκνο τῆς Ἀντιοχειανῆς παράδοσης, ἀλλὰ διαφοροποιεῖται σὲ πολλὰ σημεῖα ἀπὸ τοὺς «κανόνες» της μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐφαρμόσει ἕνα ἰδιαίτερο καὶ χαρισματικὸ τρόπο ἑρμηνευτικῆς ἐντελῶς ξεχωριστὸ ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Στὸ χρυσοστομικὸ αὐτὸ τρόπο σημαντικὸ ρόλο ἔπαιξε ἡ καλλιέπεια τοῦ λόγου του, ἀλλὰ κυρίως ἡ κριτικὴ ἀντιμετώπιση τόσο τῆς ἱστορικογραμματικῆς ὅσο καὶ τῆς ἀλληγορικῆς ἑρμηνευτικῆς μεθόδου. Πράγματι ὁ ἱερὸς Πατέρας δὲν ἐξυψώνει τὴν μέθοδο τῆς Ἀντιόχειας σὲ βαθμὸ ποὺ δὲν τῆς ἀξίζει… Θεωρεῖ ἁπλῶς βοηθητικὴ τὴν ἱστορικογραμματικὴ μέθοδο ἂν καὶ βέβαια, στὴν ἑρμηνεία του χρησιμοποιεῖ συχνότατα τὸ τεκμήριο τῆς ἱστορίας καθὼς καὶ πορίσματα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ πορεία τῶν λαῶν. Ἐπιχειρηματολογεῖ μὲ βάση φυσικὰ τὸ βιβλικὸ κείμενο, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀναφορὲς ἐκτὸς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅταν κρίνει ὅτι αὐτὲς ἀποτελοῦν πολύτιμη πηγὴ τόσο θεωρητικῆς ὅσο καὶ πρακτικῆς σοφίας.

  Βασικὴ ὅμως διαφοροποίηση τοῦ Χρυσοστόμου ἀποτελεῖ ἡ πεποίθησή του ὅτι ἡ ἀπόλυτη καὶ σὲ βάθος ἑρμηνεία τῶν βιβλικῶν κειμένων δὲν μπορεῖ νὰ γίνει κατορθωτὴ μόνο μὲ τὴν βοήθεια τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος καὶ τῆς ἀνθρώπινης δύναμης. Τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τὰ βαθύτερα νοήματα ποὺ βρίσκονται κρυμμένα μέσα στὰ κείμενα μποροῦν νὰ ἀποκαλυφθοῦν μόνο μέσα ἀπὸ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἁγίας Τριάδας συνεπῶς εἶναι ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν κατανόηση τῶν γραφομένων στὴν Ἁγία Γραφή. Εἶναι εὐνόητο ὅτι αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μὲ κάποιο μαγικὸ τρόπο, ἀλλὰ εἶναι ἀπαραίτητο ἀπὸ τὴν μία ἡ καθαρότητα τοῦ βίου ἐκ μέρους τοῦ ἑρμηνευτῆ, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο αὐτὸ ποὺ ὁρίζει μὲ τὸν ὅρο «συγκατάβαση». Ὁ συγκεκριμένος ὅρος ἀναφέρεται στὸ τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς κάνει προσιτὴ τὴν Γραφὴ στὸν ἄνθρωπο μὲ βάση τὶς περιορισμένες δυνατότητες τοῦ τελευταίου. Ἔτσι μποροῦν νὰ ἑρμηνευθοῦν οἱ μεγάλες γλωσσικὲς διαφορὲς τῶν βιβλικῶν κειμένων, καθὼς καὶ ἡ ὕπαρξη μεγαλύτερου βάθους στὴν σημασία τῶν λέξεων. Ἡ Θεία Ἀποκάλυψη ποὺ λαμβάνει γλωσσικὸ ἔνδυμα μέσα στὴν Ἁγία Γραφὴ ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ καὶ τὴν ἀπόλυτη προϋπόθεση τῆς προσέγγισης Θεοῦ – ἀνθρώπου, Ἀκτίστου – κτιστοῦ. Στόχος τοῦ ἑρμηνευτῆ εἶναι κατὰ συνέπεια νὰ μπορέσει νὰ ἀδράξει τοὺς καρποὺς καὶ τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε μὲ φωτισμὸ βίου καὶ καρδιᾶς νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἀποκάλυψη ἀπὸ τὴν πλευρὰ του πλέον τῶν νοημάτων ποὺ κρύβονται πίσω ἀπὸ τὰ γράμματα καὶ τὶς λέξεις τῆς Γραφῆς.

  Τὸ μεγάλο πλεονέκτημα τοῦ Χρυσοστόμου ἦταν ἡ κριτική του διάθεση ἀπέναντι στὶς διάφορες ἑρμηνευτικὲς σχολές. Ἂν καὶ κυρίως ἐφάρμοσε τὴν μέθοδο τῆς Ἀντιόχειας, δὲν διστάζει νὰ τονίζει πὼς πρέπει νὰ γνωρίζουμε ἀκόμα καὶ τὴν ἀλληγορικὴ μέθοδο καὶ τὸ πότε πρέπει σὲ σπάνιες βέβαια περιπτώσεις νὰ χρησιμοποιεῖται, ἐφόσον τὸ ἀπαιτοῦσε ὁ σκοπὸς τῆς διδασκαλίας του. Μὲ τὴν ἀναγωγικὴ μέθοδο μὲ βάση τὴν πραγματικὴ δηλαδή, τὴν ἱστορικὴ ἑρμηνεία ἑνὸς χωρίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναχθοῦμε σὲ ἕνα ἄλλο πνευματικὸ νόημά του. Κατακρίνει τὴν προσήλωση μὲ δογματισμὸ στὸ γράμμα τοῦ κειμένου εἰδικὰ σὲ περικοπὲς τῆς Γραφῆς, ὅπου δίνονται ἀνθρωπομορφικὰ χαρακτηριστικὰ στὸν Θεό, γιατί κατανοεῖ τὴν ἀκαταλληλότητα καὶ τὴν ἐπικινδυνότητα τῆς ἀπόλυτης ἱστορικογραμματικῆς μεθόδου στὶς συγκεκριμένες περιπτώσεις.

  Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης δὲν δημιούργησε μεγάλο ἀριθμὸ δογματικῶν θεολογικῶν συγγραμμάτων, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι δὲν θεολόγησε στὸ πλαίσιο τοῦ ἑρμηνευτικοῦ του ἔργου καὶ εἰδικὰ ὅταν οἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτοῦ­σαν. Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνει καὶ ἀλλιῶς, ἀφοῦ ὁ φωτισμένος καὶ νουνεχὴς Πατέρας ἔζησε σὲ ἕνα περιβάλλον ποὺ ἡ συναναστροφὴ Ἀρειανῶν, Ἀνομοίων, Ὀρθοδόξων ἀλλὰ καὶ συγγραφέων ποὺ ὁδήγησαν σὲ νεστοριανικοῦ τύπου λύσεις γιὰ τὸ πῶς τῆς ἕνωσης τῶν δύο φύσεων στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Τὰ κείμενά του ἔχουν προπαντῶς ποιμαντικὸ προσανατολισμὸ καὶ λιγότερο ἀναλύσεις ἐπὶ δογματικῶν θεμάτων. Πράγματι θεολογεῖ μὲ φωτισμένο πραγματικὰ τρόπο καὶ πάντα βασιζόμενος στὴν Ἁγία Γραφή, γιὰ νὰ ἀποβεῖ θὰ λέγαμε ὁ θεολόγος τοῦ ἤθους χωρὶς τὴν ἀκραία ἠθικολογία τοῦ δασκάλου του Διόδωρου, ἀλλὰ καὶ τοῦ θεολόγου τῶν προβλημάτων τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Μὲ τὴν ταπεινότητα μάλιστα ποὺ τὸν χαρακτήριζε δὲν κρύβει τὴν ἐπιρροὴ ποὺ εἶχαν στὸ ἔργο του οἱ Καππαδόκες Πατέρες ἀλλὰ καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποτελέσει τὸν ἑρμηνευτικὸ θὰ λέγαμε συνεχιστὴ τῶν ἀνωτέρω στὸν δρόμο ποὺ αὐτοὶ εἶχαν ἀνοίξει, ἀλλὰ μὲ τὸν ἰδιαίτερο ἀπόλυτα προσωπικό του τρόπο.

Previous Article

Ἕνας βασανιστικός προβληματισμός μας

Next Article

Τα κοράκια των πλειστηριασμών πανηγυρίζουν για τους τζίρους…