Ὑπόγειοι Σχέσεις

Share:

Γράφει ὁ κ. Γεώργιος Τραμπούλης, θεολόγος

Ἐν ὄψει τῶν ἐκλογῶν τῆς 25ης Ἰουνίου ὁ πρώην πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ἔδωσε συνέντευξη στόν δημοσιογράφο κ. Γιῶργο Λιάγκα, ὅπου ἀναφερόμενος στήν Ἐκκλησία εἶπε ὅτι «ἡ Ἐκκλησία δέν ἀσχολεῖται μέ τίς ἐκλογές καί δέν πρέπει νά ἀσχολεῖται. Δέν πρέπει νά δώσουμε μεγάλη προσοχή (ἐνν. σέ ὅσα ἀκούγονται). Τά μηνύματα τῆς μή ἐμπλοκῆς τῆς Ἐκκλησίας στίς ἐκλογές ἔχουν σταλεῖ ἀπό τούς καθ’ ὕλην ἁρμόδιους, ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο καί ἀπό τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο πού εἶναι ὁ πνευματικός ἐπιστάτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους».

Ἐπίσης, σέ σχόλιο στό ἱστολόγιο OrthodoxTimes, ἀναφερόμενο στίς ἐκλογές τῆς 21ης Μαΐου σημειώνεται ὅτι «Ψήφισε ἡ Ἐκκλησία Κυριάκο Μητσοτάκη; Χωρίς ἀμφιβολία καί μάλιστα “δαγκωτό”. Δέν τό πιστοποιοῦν μόνο τά νούμερα καί τά ποσοστά. Ἡ κοινή λογική τό ὑπαγορεύει. Ὅταν ἔχουν κάνει τόσες “καλές” ὡς κυβέρνηση στήν Ἐκκλησία καί νά ἤθελαν, δέν θά μποροῦ­σαν νά κάνουν ἀλλιῶς».

Εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ὅλος ὁ πολιτικός κόσμος καί δή ἡ Δεξιά τοῦ Ὑψίστου στήν Χώρα μας ἔχουν ὑπόγειες σχέσεις καί ἀλληλεξαρτήσεις μέ τήν διοικοῦσα Ἐκκλησία.

Εἶναι γεγονός ὅτι ἀπό τήν ἀνακήρυξη τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας σέ Αὐτοκέφαλη οἱ σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας ρυθμίζονται μέ βάση τό σύστημα τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας. Διότι κάτω ἀπό τήν ἐπίδραση τῶν κοσμικῶν ἀντιλήψεων περί Πολιτείας καί ἀνεξιθρησκίας, Ἐκκλησία καί Πολιτεία ἔπαυσαν πιά νά θεωροῦνται σάν ἕνα ἑνιαῖο σῶμα. Μία σχέση μέσῳ τῆς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία ἔχει μετατραπῆ σέ ἕνα ἁπλό θεσμό τοῦ νεοελληνικοῦ Κράτους. Τήν ἴδια στιγμή, ἐξ αἰτίας τῆς μακραίωνης χριστιανικῆς παράδοσης τῶν πολιτειῶν τῆς Δύσης, ὑπό τήν ἐπίδραση τῆς ὁποίας διαμορφώθηκε καί τό σύστημα τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας στήν Χώρα μας, παρέχεται στήν Ἐκκλησία ἀπό τήν Πολιτεία μία ἰδιαίτερη προστασία, κατέχοντας προνομιούχα θέση μέσα στόν ὅλο κρατικό ὀργανισμό.

Μία προστασία πού ἐκδηλώνεται: μέ τήν ἀνακήρυξή της σέ ἐπικρατοῦσα θρησκεία, μέ τήν ὑλική ὅσο καί τήν ἠθική ἐνίσχυσή της ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ἀλλά καί τήν μή ἐπέμβαση τῆς Πολιτείας στά ἐσωτερικά ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή στό  δό­γμα καί στήν λατρεία. Κάτι τό ὁποῖο βέβαια σέ ἔκτατες περιπτώσεις καταλύεται καί αὐτό, ὅπως κατά τήν περίοδο τοῦ κορωνοϊοῦ, ὅπου εἴχαμε τήν διακοπή τῆς λατρείας μέ τήν ἐπέμβαση τῆς Πολιτείας. Ἐπιβεβαιώνοντας ἔτσι ὅτι ἡ σχέση τῆς Ἐκκλησίας πρός τήν πολιτειακή ἐξουσία εἶναι σχέση πλήρους ἐξαρτήσεως καί ὑποταγῆς.

Στήν πραγματικότητα ὅμως τό σύστημα τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας δέν ἐνοχλεῖ τήν διοικοῦσα Ἐκκλησία, ὅταν βέβαια δέν θίγονται τά ὅποια προσωπικά συμφέροντα τῶν ἐπισκόπων. Οἱ ἐπίσκοποι, ἀναπαυμένοι κάτω ἀπό τήν ὀμπρέλλα τοῦ πολιτειακοῦ νόμου, ἀπολαμβάνουν τά ποικίλα προνόμια πού τούς ἐξασφαλίζει τό σύστημα καί εἰς ἀνταπόδωση παρέχουν τήν σιωπή καί τήν πλήρη ὑποταγή τους. Ἡ κρατική προστασία πού παρέχεται πρός τήν Ἐκκλησία ἀλλά καί πρός τούς ἐπισκόπους της, τά διάφορα οἰκονομικά ὀφέλη, οἱ τιμές πού θωπεύουν τήν ἐγωπάθεια τοῦ ἑκάστοτε ἐπισκόπου, εἶναι αὐτά πού ἐξασφαλίζουν στό σύστημα τήν ἐξάρτηση καί τήν ὑποταγή. Παράλληλα ὁ πολιτικός κόσμος ἀπολαμβάνει καί αὐτός τά ὀφέλη τῆς ἰδιότυπης αὐτῆς σχέσης, ἐνδυόμενος τόν θρησκευτικό του μανδύα εἴτε γιά νά ἀποκομίση τά πολύτιμα πολιτικά κέρδη, ἀναγκαῖα γιά τήν ἐπικράτησή του εἴτε καί γιά λόγους κύρους.

Τήν ἴδια στιγμή οἱ ἀθεϊστικές καί ἀντιεκκλησιαστικές δυνάμεις, χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο τό κόμμα τῆς “Νέας Δημοκρατίας”, ἡ ὁποία ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἱδρύσεώς της ἐμφανίζεται ὡς ὑπέρμαχος τῶν ἰδεωδῶν τῆς Θρησκείας, τῆς Πατρίδος καί τῆς Οἰκογένειας, ἔχουν ὁδηγήσει τήν κοινωνία μέ τήν θέσπιση νόμων στήν κατάλυση τῶν ἰδεωδῶν αὐτῶν, στήν πλήρη ἐκκοσμίκευσή της καί σέ ἔσχατη ἠθική κατάπτωση. Καί αὐτό διότι τό κόμμα τῆς “Νέας Δημοκρατίας” παρουσιάζει διαχρονικά μία ἀπαράδεκτη διγλωσσία θεωρίας καί πράξης.

Ἔτσι κατ’ ἐξακολούθηση τό κόμμα αὐτό, ἐνῶ προεκλογικά ὑπόσχεται ὅτι θά στηρίξη τίς ἐθνικές ὑποθέσεις καί τήν ἑλληνοχριστιανική παράδοση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν ἀναλαμβάνη τήν διακυβέρνηση τῆς Χώρας, ὄχι μόνον δέν κάνει πράξη τίς προεκλογικές του προκηρύξεις, ἀλλά ἀκολουθεῖ καθαρά ἀντι-εθνική καί ἀντι-εκκλησιαστική πολιτική. Καί ὅλα αὐτά μέ τήν ἀπόλυτη σιωπή καί τήν πλήρη ὑποταγή ὄχι μόνον τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας ἀλλά καί τοῦ παραδοσιακοῦ καί συντηρητικοῦ μέρους τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, πού τυχαίνει νά εἶναι καί τό ἐκλογικό σῶμα τοῦ κόμματος αὐτοῦ. Ἔτσι, τά πλήγματα πού ἔχουν καταφερθῆ κατά τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσής μας ἀλλά καί τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων εἶναι κυριολεκτικά καταλυτικά. Χωρίς νά ἔχη ἐπισημιοποιηθῆ καμία σύγκρουση, χωρίς νά προκληθῆ καμία ἀντίσταση, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔχει ὁδηγηθῆ στό περιθώριο τοῦ κοινωνικοῦ γίγνεσθαι. Καί μάλιστα, ἡ πλέον ἀπεχθής ἔκφραση τῆς ἄνευ ὅρων παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας στήν Πολιτεία ἦταν ἡ ἀποδοχή ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας τοῦ κλεισίματος τῶν ἱερῶν ναῶν μετά τήν προσταγή τῆς δεύτερης πρός τήν πρώτη, ἀλλά καί ἡ ἐπιβολή τῶν πειραματικῶν σκευασμάτων τοῦ κορωνοϊοῦ στόν ἑλληνικό λαό.

Μέ αὐτόν τόν τρόπο, ἔχοντας πλήρη συνείδηση αὐτῆς τῆς ἀπόλυτης ἐξάρτησης ἀπό τήν πολιτειακή ἐξουσία, τόσο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ὅσο καί κάθε Μητροπολίτης, προσφέρουν ὄχι μόνον τήν σιωπή τους ἀλλά καί τήν ὑποταγή τους, ἀρκεῖ νά παραμείνουν ἀναπαυμένοι κάτω ἀπό τήν ὀμπρέλλα τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας. Κάτι τό ὁποῖο ἐπιβεβαιώνει καί ὁ ἀρθρογράφος, γράφοντας «Ψήφισε ἡ Ἐκκλησία Κυριάκο Μητσοτάκη; Χωρίς ἀμφιβολία καί μάλιστα “δαγκωτό”. Δέν τό πιστοποιοῦν μόνο τά νούμερα καί τά ποσοστά. Ἡ κοινή λογική τό ὑπαγορεύει. Ὅταν ἔχουν κάνει τόσες “καλές” ὡς κυβέρνηση στήν Ἐκκλησία καί νά ἤθελαν, δέν θά μποροῦσαν νά κάνουν ἀλλιῶς».

Ὅμως αὐτό πού προκαλεῖ ἰδιαίτερη ἀνησυχία καί λύπη εἶναι ὅτι τήν ἰδιότυπη αὐτή σχέση σιωπῆς καί ὑποταγῆς μέ ἀντάλλαγμα ποικίλα ὀφέλη τήν ἔχει ἐγκολπωθῆ πλήρως καί ὁ λαός. Ἔτσι, ἐνῶ ἡ κυβέρνηση τοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη εὐθύνεται γιά τόσα δεινά: σφράγισε τούς ἱερούς ναούς, ἀπαγόρευσε τήν λατρεία, ἐμβολίασε μέ ἕνα πειραματικό ἐμβόλιο ἀναγκαστικά ὅλο τόν λαό, ἔχοντας ἕνα ψάλτη στήν πρώτη γραμμή, τόν ὁδήγησε σέ οἰκονομική ἐξαθλίωση καί ἀπόγνωση, δέν ἀκύρωσε τήν συμφωνία τῶν Πρεσπῶν, νομιμοποίησε ἀφύσικες σχέσεις καί γενικά ἔπληξε τήν πνευματική αὐτοσυνειδησία τοῦ Ὀρθόδοξου Ἕλληνα, παρ’ ὅλα αὐτά αὐτός ὁ λαός ἔδωσε ἰσχυρή ἐκλογική πλειοψηφία στούς δυνάστες του.

Σιώπησε, ὑποτάχθηκε, γιά νά μή ἀπολέση τήν “ἀσφάλειά” του, πλήρης ἀδιαφορία γιά τόν Χριστό καί τίς ἐντολές καί τήν Ἐκκλησία του, πλήρης περιφρόνηση γιά τό μέλλον αὐτοῦ τοῦ τόπου. Ἕνα πελατειακό σύστημα, ὅπου ἀθέμιτες σχέσεις καί ὑπόγειες συναλλαγές μεταξύ τοῦ πολίτη καί τῶν πολιτικῶν, πού σκοπό ἔχουν νά ἐξυπηρετήσουν τό ὄφελος ἰδιοτελῶν συμφερόντων καί τῶν δύο πλευρῶν. Ἕνα πελατειακό σύστημα, ὅπου οἱ πολιτικοί δυνάστες, γιά νά ἐξασφαλίζουν τήν ἐξάρτηση καί τήν ὑποταγή τοῦ πολίτη ἔχουν καλλιεργήσει μία παιδεία κοινωνικῶν παροχῶν, βοηθημάτων καί ἐπιδομάτων, στέγασης, ἀνεργίας, θέρμανσης ἀ­κόμα καί καλοκαιρινῶν διακοπῶν.

Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά καί ὁ λαός αὐτοῦ τοῦ τόπου ἀδυνατοῦν δυστυχῶς νά ἀντιληφθοῦν τίς προκλήσεις τῆς ἐποχῆς μας, ἀποδεικνύονται ἀνίκανοι νά κατανοήσουν τίς τρομακτικές ἀλλαγές πού γίνονται καί αὐτές πού πρόκειται νά γίνουν στό ἄμεσο μέλλον καί ἔτσι δέν μποροῦν νά ἀπαντήσουν οὔτε στά ποικίλα ἐρωτήματα πού βασανίζουν τήν κοινωνία. Τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι, ποῦ ὀφείλεται ἡ τεράστια ἔνδεια ἀνησυχιῶν καί ὁραματισμῶν, τόσο τῶν ἐπισκόπων, ὅσο καί τοῦ λαοῦ, σέ μία ἐποχή ἱστορικῶν ἀλλαγῶν; Ἡ καθημερινότητα ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἡ ἀδυναμία γιά δράση, ἡ ἀδιαφορία καί ἡ ἀπουσία ἐμπνεύσεων τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας ἔχει συμπαρασύρει καί τόν λαό.

Ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς στό βιβλίο “Πόλεμος καί Βίβλος”, στό ἐρώτημα: Ἀπό ποιόν ἐξαρτᾶται ἡ ἀπελευθέρωση τῶν σκλάβων, μεταξύ τῶν ἄλλων γράφει «…Ὡς αἰτία, λοιπόν τῆς ἀπελευθέρωσης ἀναφέρεται ὁ στεναγμός τοῦ λαοῦ πρός τόν Κύριο, δηλαδή ἡ μετάνοια καί ὡς Αἴτιος τῆς ἀπελευθέρωσης ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πού τούς σπαγχνίζεται…Στήν ἐξωτερική ἐλευθερία ὁ λαός μέ τήν ἀμέλεια καί τήν ἀπληστία του ὑποδουλώνεται πνευματικά. Ἡ ἐξωτερική ἐλευθερία ἀποτελοῦσε μόνο τήν χρυσή αὐλαία τοῦ σκότους τῆς ἐσωτερικῆς σκλαβιᾶς. Αὐτή ἡ ἐσωτερική πνευματική σκλαβιά ἔπρεπε νά φθάσει ὥς τήν ἐξωτερική φυσική της ἔκφραση, στό συμβολισμό της δηλαδή τήν ἐξωτερική σκλαβιά. Ὅσο ὁ λαός ζοῦσε στήν ἐλευθερία πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός, σέ εἰρήνη καί εὐημερία ἡ καρδιά του ἀδιαφόρησε καί σκλήρυνε ἀπέναντι στόν Θεό, τόν Ἕνα καί Ζῶντα, καί προσ­κολλήθηκε στήν ἀκαθαρσία τῆς ἁμαρτίας καί στά ἀσεβῆ εἴδωλα. Κατά τήν διάρκεια τῆς ἐλευθερίας ὁ λαός ἀπομακρυνόταν ἀπό τόν Θεό καί ἀνοήτως καταπατοῦσε τόν νόμο Του. Ὅταν γι’ αὐτό τόν λόγο ὁ λαός ὑποδουλώνεται ἡ σκληρή του καρδιά μαλακώνει καί ὁ νοῦς φωτίζεται. Ἀλλά αὐτό τό μαλάκωμα τῆς καρδιᾶς καί ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ δέν ἔγινε ἁλματωδῶς, μέ μιᾶς, ἀλλά ἀργά ἀργά. Κατά τήν δουλεία ὁ δοῦλος εἶναι ὑποχρεωμένος νά σιωπᾶ, νά ὑπομένει, νά θυμᾶται. Μέσῳ τῆς σιωπῆς, τῆς ὑπομονῆς καί τῆς μνήμης ὁ λαός μαλάκωνε τήν καρδιά του, φώτιζε τόν νοῦ του καί μέ τήν μνήμη ἔμαθε. Μόλις τότε ἔφθανε στήν μετάνοια…».

Previous Article

Γερμανία: «Ὁ κόσμος βαρέθηκε νά πληρώνει γιά τό Κίεβο»

Next Article

Μαστογραφίαι εἰς τὴν Ὀρμύλιαν, ὥστε «νὰ ἀποδαιμονοποιηθῆ ἡ ἑτερότητα» τοῦ Ἰσλὰμ