Τοῦ κ. Παύλου Ἀθ. Παλούκα, Ἐπιτίμου Σχολικοῦ Συμβούλου Δ.Ε
1ον
Γιά νά ἐπιτύχει ἡ Ἐκκλησία στό ποιμαντικό ἔργο της, κατά τόν ζ΄ τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κανόνα, πρέπει νά ἔχει κληρικούς, οἱ ὁποῖοι θά εἶναι πιστοί, εὐσεβεῖς, κόσμιοι, σεμνοί, ταπεινοί, πραεῖς, θά ἔχουν ἀγάπη ἀνυπόκριτη στόν Θεό καί τόν πλησίον, καί γενικά ἐνάρετοι καί χαριτωμένοι ἐν Χριστῷ, καί νά παρουσιάζουν λαμπρότητα καί ἀνωτερότητα βίου. Οἱ ἱερεῖς δέν εἶναι ἐκπρόσωποι τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς γῆς, ἀλλά διαχειριστές τῶν Μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, διάκονοι, ἐργάτες καί συνεργάτες τοῦ Θεοῦ, πού θά συντελέσουν ἀποφασιστικά στόν εὐαγγελισμό τῶν ἀνθρώπων, θά φέρουν τήν ἐν Χριστῷ ζωή, τήν ὄντως καί ἀληθινή ζωή στό ποίμνιό τους. Στόχος τους πρέπει νά εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση τῶν ψυχῶν τοῦ ποιμνίου τους ἀπό τή δουλεία καί τή φθορά τοῦ Διαβόλου, ἀπαλλαγή ἀπό τά πάθη τῆς ἁμαρτίας, πού δεσμεύουν τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου («πᾶς ὁ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας», Ἰωάν. 8, 34). «Ἐάν οὖν (= λοιπόν) ὁ Υἱός ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε» (Ἰωάν. 8, 36). Καί ὅλα αὐτά θά τά ἐπιτύχουν (οἱ ἱερεῖς) μέ τά ἁγιαστικά μέσα πού ἔχει καί παρέχει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (διδαχή, ἱερά Μυστήρια κ.ἄ.). Εἶναι, λοιπόν, πρωτίστως πνευματική ἡ ἀποστολή τους καί πνευματικό καί σωτήριο τό ἔργο τους.
Κατά δεύτερο λόγο, ἔχουν νά κάνουν οἱ ἱερεῖς ὄχι μέ ἀγγελικά πλάσματα, ἀλλά μέ ἀνθρώπους πού ἔχουν καί βιολογικές ἀνάγκες, ἀδυναμίες κ.λπ. Ἑπομένως, πρέπει νά ἐργασθοῦν καί πρός τήν κατεύθυνση αὐτή, δηλαδή στήν ἀναμόρφωση τῆς κοινωνίας καί τόν πολιτισμό της. Εἰπώθηκε, καί πολύ ὀρθά, πώς ἡ ψυχή τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ὁ πολιτισμός τῆς ψυχῆς. Εἶναι ἐπιβεβλημένο νά ἀναλάβουν οἱ ἱερεῖς τήν πρωτοπορία εἰς «πᾶν ἔργον ἀγαθόν» (Β΄ Κορ. 9, 8). Πρέπει νά λέγει ὁ ἱερέας μαζί μέ τόν ἀπ. Παῦλο: «ἥδιστα δαπανήσω καί ἐκδαπανηθήσομαι ὑπέρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν» (Β΄ Κορ. 12, 15). Δηλαδή: Ἐγώ μέ ὅλη μου τήν εὐχαρίστηση θά δαπανήσω, ἀλλά καί θά δαπανηθῶ ὁ ἴδιος ὁλόκληρος χάριν τῶν ψυχῶν σας (χάριν δηλ. τοῦ ποιμνίου μου).
Ὁ ἱερέας ἀσκεῖ τὸ Ὑπούργημα τῆς Ἱερωσύνης, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο. Εἶναι διαχειριστής τῶν Μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ καί διακονεῖ τόν λαό τοῦ Θεοῦ πνευματικά, σωτηριολογικά, ψυχολογικά, ἀλλά καί ἠθικοκοινωνικά, καθώς καί πολιτιστικά.
Ὅταν, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος καλύπτεται πνευματικά καί τροφοδοτεῖται ἡ ψυχή του μέ τόν «ἄρτον τῆς ζωῆς» (Ἰωάν. 6, 35), τότε ἐξυπηρετεῖται αὐτομάτως σέ ὅλα, ἤτοι καλύπτονται ὅλες οἱ ἀνάγκες τῆς ζωῆς του, ἀπό τήν ὑπαρξιακή ἀναζήτηση μέχρι καί τήν πολιτιστική.
Παραλλάσσοντας τή γνωστή φράση τοῦ Ντοστογιέφσκι «δίχως Θεό ὅλα ἐπιτρέπονται», ἀντίθετα θά ποῦμε: μέ τόν Θεό ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό κάθε κακία καί ἁμαρτωλότητα καί πράττει ἀγαθά ἔργα, μέ συνέπεια: νά τροφοδοτεῖται ἡ ψυχή του μέ τήν ἰδανική πνευματική τροφή τοῦ θείου˙ νά συμπεριφέρεται σωστά στήν κοινωνία˙ νά ἀγαπᾶ τόν συνάνθρωπό του καί νά εἰρηνεύει μέ αὐτόν, ἀποβάλλοντας κάθε φθόνο, μῖσος καί κακία˙ νά ζεῖ καί νά ἀγωνίζεται γιά τήν ἐπικράτηση γενικά ὅλων τῶν παραδεδεγμένων χριστιανικῶν, ἠθικῶν καί κοινωνικῶν ἀξιῶν, μέ ἀποτέλεσμα τήν πολιτισμική ἄνοδο, πρόοδο καί προκοπή τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ἡ εὐαγγελική, θεόπνευστη διδασκαλία, εἶναι πρωτίστως μέν πνευματική καί σωτηριολογική γιά τόν «πεσμένο» ἄνθρωπο, ἀλλά, ταυτόχρονα, καί ἠθικοκοινωνική καί πολιτιστική.
Τήν ἴδια ἀποστολή ἐξυπηρετεῖ καί αὐτό τό πνεῦμα τῆς «σώζουσας» ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς λατρείας, ὅπου ὁ ἄνθρωπος συμμετέχει μέν στό εὐχαριστιακό θεῖο δεῖπνο «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον», ἀλλά καί καλλιεργοῦνται συγχρόνως ὅλες οἱ ἀξίες τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου (βιολογικές, αἰσθητικές, πολιτειακές, ἠθικοκοινωνικές, πολιτιστικές κ.ἄ.).
Τά τῆς θείας λατρείας, ὅμως, τά τελεῖ ὁ Χριστός διά τοῦ ἱερέως. Φαινομενικά μέν ὁ ἱερέας εἶναι μόνο λειτουργός τοῦ Ὑψίστου, οὐσιαστικά δέ εἶναι ἡ συνισταμένη πολλῶν λειτουργημάτων (ἄς ἀποφύγουμε τόν ὅρο «ἐπαγγελμάτων»).
Ἔτσι στό πρόσωπο τοῦ ἱερέα συναντοῦμε:
1. Τόν «ἰατρό» τῶν ψυχῶν (τόν «ψυχοθεραπευτή»), γιατί ὄχι καί τῶν σωμάτων, ἀφοῦ ἡ ψυχική ὑγεία διασφαλίζει ἐν πολλοῖς καί τή σωματική ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου.
Ὑπάρχει ἀλληλεπίδραση ψυχῆς καί σώματος, μέ ἀντίστοιχες ἐπιπτώσεις, κατά τή σύγχρονη Ψυχοσωματική Ἰατρική ἤ Ἰατρική τῆς Προσωπικότητας. Ἔχει ἀποδειχθεῖ κλινικά-ἰατρικά, πώς οἱ περισσότερες ἀσθένειες ὀφείλονται στόν ψυχικό παράγοντα. (Γιά περισσότερα βλέπε: Μαρίνου Γερουλάνου, Ἀκαδημαϊκοῦ, Αἱ ψυχικαί ἐπιδράσεις ὡς νοσογόνος παράγων˙ Ἰωάννου Τριάντη, Ψυχικός παράγων καί Ὑγεία).
Μέ τό θέμα αὐτό (Ἰατρική τῆς Προσωπικότητας) ἀσχολήθηκαν πολλοί Ψυχίατροι, κατά τά τελευταῖα χρόνια, καί μᾶς ἔδωσαν ὠφέλιμες γνώσεις καί θετικά ἀποτελέσματα, ὅπως λ.χ. ὁ Ἑλβετός Ψυχίατρος Τουρνιέ καί ἄλλοι.
Ἡ συμμετοχή στή θεία λατρεία συμβάλλει στή διατήρηση τῆς ψυχικῆς καί σωματικῆς ὑγείας τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀπέδειξαν σχετικές ἰατρικές μελέτες (δεδομένα ἰατρικῆς ἔρευνας (1997), πού ἔγινε στήν Ἀμερική καί δημοσιεύθηκε στόν ἡμερήσιο τύπο):
«Ὁ τακτικός ἐκκλησιασμός δέν κάνει καλό μόνο στήν ψυχή ἀλλά καί στό σῶμα, Ἀμερικανοί ἐρευνητές ὑποστηρίζουν ὅτι, σέ μελέτη πού ἔκαναν, διαπίστωσαν ὅτι ὑπάρχει ἄμεση σχέση ἀνάμεσα στή θρησκευτική ἀφοσίωση κι ἕνα ὑγιές ἀνοσοποιητικό σύστημα…» (Π. Παλούκα, Ἀξία καί διαστάσεις τῆς Ὀρθόδοξης Λατρείας, ἐκδ. «Παῦλος», Ἀθήνα 1999, σσ. 28-29. Βλ. καί ἐφημ. «Ἐλεύθερος Τύπος», 7-11-1997, σελ. 14). Ἐπιπλέον, θεραπεύει καί διώκει τό ἄγχος πού προκαλεῖ πολλές ἀσθένειες ψυχοσωματικές, κατά τήν ὁμολογία ἰατρῶν καί ψυχιάτρων.
Ὁ ἱερέας τροφοδοτεῖ τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν πνευματική τροφή τοῦ θεόπνευστου εὐαγγελίου, τήν προσευχή καί τή θεία λατρεία, καί συνεχῶς τή συνδέει μέ τήν ἀθάνατη πηγή τῆς ζωῆς, τῶν ἱερῶν Μυστηρίων τῆς χριστιανικῆς πίστης, πού ἀνανεώνουν καί σώζουν τόν ἄνθρωπο. Ἔτσι, τόν στηρίζουν ἀκόμη καί βιολογικά, κατά τά ὡς ἄνω ἰατρικά δεδομένα.
2. Τόν «διδάσκαλο καί καθηγητή», ἀφοῦ διδάσκει συνεχῶς τόν λαό «τόν λόγο τῆς ἀληθείας», τόν μορφώνει καί τόν παιδαγωγεῖ.
Τό διδακτικό ἔργο, εἶναι ἀπό τά βασικά του καθήκοντα καί διακονήματά του.
Μέ τή διδασκαλία του ὁ ἱερέας πρέπει νά στοχεύει πρωτίστως στή σωτηρία τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων, καί κατά δεύτερον, νά συμβάλλει στήν ἄνοδο τοῦ μορφωτικοῦ, κοινωνικοῦ καί πολιτιστικοῦ ἐπιπέδου τῶν ἀνθρώπων καί μάλιστα τῆς ἐποχῆς μας. Προσέτι νά συντελέσει στή διατήρηση, ἀναζωογόνηση τοῦ πλούτου τῆς Ἑλληνορθόδοξης Παράδοσης, ἡ ὁποία, τελικά, γίνεται ἀνάχωμα ἀπέναντι στήν παγκοσμιοποίηση καί στήν «πολτοποίηση» ἤ «κιμαδοποίηση» τῶν λαῶν τοῦ πλανήτη μας.
3. Τόν «ποιμένα-βοσκό» τῶν πνευματικῶν καί λογικῶν προβάτων (τῶν ἀνθρώπων), σύμφωνα μέ τόν λόγο καί τήν παρομοίωση τοῦ Κυρίου, τήν παραβολή τοῦ Καλοῦ Ποιμένα (Ἰωάν. 10, 1-6): «Ἐγώ εἰμι ὁ Ποιμήν ὁ καλός˙ ὁ ποιμήν ὁ καλός τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. 10, 11).
Αὐτό κάνει καί ὁ ἱερέας, ὁ «καλός βοσκός», πού ἀγρυπνεῖ καί φροντίζει γιά τό ποίμνιό του (τούς πιστούς). Ὁ ρόλος του, λοιπόν, εἶναι ποιμαντικός. Φροντίζει καί διαφυλάττει τό ποίμνιό του (τούς πιστούς ἐνορίτες του) μή τυχόν καί «τό φάει ὁ λύκος», ὁ Διάβολος, μήπως οἱ παραπλανητικές καί ἀντιχριστιανικές αἱρέσεις, «οἱ ψευδόχριστοι καί ψευδοπροφῆτες» (Ματθ. 24, 24) παραπλανήσουν, ἐάν εἶναι δυνατόν, ἀκόμη καί αὐτούς τούς ἐκλεκτούς (Ματθ. 24, 24). Ὁ Χριστός κρούει τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου καί πρός τούς ἱερεῖς, καί τούς ἐνημερώνει πώς οἱ ψευδοπροφῆτες «ἔρχονται πρός ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δέ εἰσι λύκοι ἅρπαγες» (Ματθ. 7, 15). Τούς ἐφιστᾶ δέ τήν προσοχή, ὅπως ἔκαμε καί μέ τούς ἀποστόλους: «Ἰδού ἐγώ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων» (Ματθ. 10, 16). Γι’ αὐτό, λέγει, «νά εἶσθε ἔξυπνοι σάν τά φίδια, ἀλλά καί ἄδολοι καί τέλειοι σάν τά περιστέρια» (Ματθ. 10, 16).
Καί ὁ ἀπ. Παῦλος πρός τούς ποιμένες τῆς Ἐφέσου ἐπισημαίνει:
«Ἐγώ γάρ οἶδα (= γνωρίζω) τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετά τήν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μή φειδόμενοι (= πού δέν λυποῦνται) τοῦ ποιμνίου» (Πράξ. 20, 29).
Ἔτσι καί μέ τήν εὐλογία τοῦ Κυρίου ὁ ἱερέας γίνεται βοσκός, «τσοπάνης» τῶν λογικῶν προβάτων.
4. Τόν «ἐργάτη καθαριστηρίου καί ὁδοκαθαριστή», ἀφοῦ διά τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως ἀποκαθαίρει ὁ Χριστός, διὰ τῆς προσευχῆς τοῦ ἱερέα, τήν ἁμαρτωλή ψυχή ἀπό τίς «βρωμιές» καί τούς «λεκέδες» τῆς ἁμαρτίας. Τήν καθαρίζει, τήν ἀνακαινίζει, τήν ἐνισχύει, τή δυναμώνει καί τήν παραδίδει στόν δημιουργό της ὁλοκάθαρη ἀπό κάθε ἁμαρτία. Ὅπως καί ὁ ἐργάτης τοῦ καθαριστηρίου ἤ ὁ ὁδοκαθαριστής τῆς πόλης παραδίδουν: τά ἐνδύματα καθαρά ὁ ἐργάτης τοῦ καθαριστηρίου, καί πεντακάθαρη τήν πόλη στόν λαό καί στὸν ἁρμόδιο προϊστάμενό του, ὁ ὁδοκαθαριστής.
5. Τόν «ψαρά», ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἐπέλεξε ἀγράμματους ψαράδες τῆς Γαλιλαίας, γιά μαθητές του, καί τούς ἔκανε «ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. 4, 19), γιά νά σώσουν ψυχές καί νά ἀναμορφώσουν τόν κόσμο καί τήν οἰκουμένη. Ὅπως καί ἔγινε.
Τό ἴδιο κάνει καί ὁ ἱερέας τῆς ἐνορίας. Προσπαθεῖ να «ψαρέψει» ἁμαρτωλές ψυχές καί νά τίς ὁδηγήσει σέ μετάνοια καί σέ λιμάνια σωτηρίας.
6. Τόν «ἑστιάτορα καί σιτιστή (τροφοδότη)», πού προετοιμάζει σέ κάθε θεία Λειτουργία τό «εὐχαριστιακό δεῖπνο» καί προσκαλεῖ τούς «συνδαιτυμόνες» (ἐκκλησιαζόμενους) νά «ἐσθίουν» καί νά «πίουν» σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον» (Λουκ. 22, 7-20). Ἐπιπροσθέτως, μέ τή διδασκαλία παραβολῶν σχετικῶν μέ οἰκοδεσπότη καί συνδαιτυμόνων, προσκαλεσμένων σέ δεῖπνο, πού δίδαξε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός (βλ. Παραβολή τοῦ μεγάλου δείπνου, Λουκ. 14, 15-24, ἤ, Παραβολή τῶν βασιλικῶν γάμων, Ματθ. 22, 1-14).
Δὲν σταματᾶ, ὅμως, ἐδῶ ἡ προσφορά του αὐτή. Ἐπεκτείνεται παραπέρα, ἤτοι, στή διοργάνωση καθημερινῶν συσσιτίων γιά τούς «πεινῶντες καί διψῶντες», στήν ἀποστολή/διανομή φαγητοῦ σέ ἀσθενεῖς καί ἀνήμπορους, σέ φτωχούς καί σέ ἄλλους ἀναγκεμένους.
7. Τόν «ἀγρότη, γεωργό καί ἀμπελουργό», ἀφοῦ ἔχει κατά νοῦ τή διδασκαλία τοῦ Κυρίου, πώς Αὐτός εἶναι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, καί ὁ Θεός πατέρας μου εἶναι ὁ γεωργός: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, καί ὁ πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστι» (Ἰωάν. 15, 1). Καί ἀμέσως παρακάτω μιλάει και λέει, ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε κλήματα, τά κλαδιά της, καί πώς αὐτός τά φροντίζει, τά κλαδεύει και τα περιποιεῖται, γιά νά ἀποδώσουν καρπούς… (Ἰωάν. 15, 1-8).
Ὁ ἱερέας, λοιπόν, ἐπαναλαμβάνει τόν Ἰησοῦ, τόν ἀκολουθεῖ κατά γράμμα καί κάνει πράξη τή διδασκαλία Του. Προσπαθεῖ παντοιοτρόπως νά καλλιεργεῖ, ὡς καλός γεωργός/ἀμπελουργός τά κλήματα (δηλαδή τούς πιστούς τῆς ἐνορίας του), καί νά τά διατηρεῖ ἑνωμένα μέ τήν Κληματαριά (δηλαδή τόν Χριστό). Τό πνευματικό ὄργωμα, τό βοτάνισμα τῶν «παρασίτων», τό «κλάδεμα» καί «καθάρισμα» θέλουν πολύ κόπο καί χρόνο, γιά νά ἀποδώσουν καρπούς πνευματικούς. Ἐπιπλέον, νά ἐπισημάνουμε πώς ὁ Χριστός πολλάκις χρησιμοποίησε ἀγροτική, γεωργική θεματική (τόν σποριά καί τόν σπόρο, τόν ἀμπελουργό), γιά νά διδάξει οὐράνιες ἀλήθειες, νά μιλήσει γιά τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν (π.χ. παραβολή τῶν ἐργατῶν τοῦ ἀμπελώνα, Ματθ. 20, 1-16˙ παραβολή τῶν κακῶν γεωργῶν, Ματθ. 21, 33-46˙ παραβολή τοῦ σπορέως, Ματθ. 13, 1-23 καί Μάρκ. 4, 1-9).




