Γράφει ὁ κ. Παναγιώτης Κατραμάδος, θεολόγος
Ἡγούμενος φέρει μεγίστην εὐθύνην
Παραθέτομεν ἀπόσπασμα ἑνὸς ἀνεπαναλήπτου «διαλόγου», ὁ ὁποῖος συγκλονίζει κάθε εὐαίσθητον εὐσεβῆ ψυχήν, ἰδίως ὅταν ἐκείνη πάλλεται ἐντόνως μὲ πόνον διὰ τὰ ἐκκλησιαστικά. Μᾶς ἐβασάνιζε καιρὸν ἡ συνείδησις ἡμῶν, ἐὰν πρέπη νὰ ἀποκαλύψωμεν ἢ ὄχι τὰ συνταρακτικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐγνωστοποίησεν εἰς ἡμᾶς ἡ «ἐξομολόγησις» ἑνὸς Ἱεράρχου πρὸς τὸν Καθηγούμενον περισεβάστου Ἱ. Μονῆς τῶν «Νέων Χωρῶν». Εἶναι πρὸς πνευματικὸν ὄφελος νὰ φανερώνωνται τὰ κρυφῇ γινόμενα; Ἀπηλλάγημεν προσφάτως ἐκ τοῦ διλήμματος, ὅτε καὶ ἐπληροφορήθημεν ὅτι ὁ Ἱεράρχης, σήμερα ἄνω τῶν 60 ἑτῶν, ἐξεμυστηρεύθη τὰ κρύφια τῆς καρδίας του καὶ εἰς ἕτερα πρόσωπα, ὥστε πλέον νὰ μὴ πρόκειται δι’ ὑπόθεσιν δύο προσώπων. Ἄλλωστε ὁ λαὸς λέγει «μυστικὸ ποὺ ξέρουν δύο, τὸ γνωρίζει ὅλο τὸ χωριὸ» καὶ πλέον εἴτε τὸ ἐπιθυμοῦμεν εἴτε ὄχι διαβιοῦμεν εἰς τὸ παγκόσμιον χωρίον, ὅπου τὰ πάντα ἔρχονται εἰς τὸ φῶς, ἢ ὅπως θὰ ἐλέγομεν καταχρηστικῶς «εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ρήματα αὐτῶν»…
Δὲν θὰ ἀποκαλύψωμεν εἰς τοὺς ἀγαπητοὺς ἀναγνώστας τοῦ «Ο.Τ.» ὅλας τὰς λεπτομερείας, διότι δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐκθέσωμεν πρόσωπα, ἀλλὰ νὰ βοηθήσωμεν ὅσον δυνάμεθα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν καταστάσεων. Πρόθεσις καὶ ἐπιθυμία μας εἶναι νὰ παρακινηθοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φέρουν μεγίστην εὐθύνην διὰ τὴν σιωπήν των, καίτοι γνωρίζουν εἰς βάθος τί συμβαίνει, πὼς ἄνθρωποι ὑποφέρουν καὶ ἐκκλησιαστικοὶ θεσμοὶ παραχαράσσονται προκαλοῦντες ζημίαν, ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι «τῷ δακτύλῳ αὐτῶν οὐ θέλουσι κινῆσαι αὐτά». Μάλιστα γνωρίζουν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέτρεπον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ὀρθοποδήση, ἀλλὰ ἐπιλέγουν τὴν ὁδὸν τὴν πλατεῖαν καὶ εὐρύχωρον, ἡ ὁποία τοὺς ἐξασφαλίζει τὴν Ἀρχιερατικὴν ἢ Ἡγουμενικὴν ἕδραν εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν.
«Μάχαιραν ἔδωκες, μάχαιραν θά λάβης…»
Θὰ Σᾶς μεταφέρωμεν τὸν διαμειφθέντα «διάλογον» χωρὶς φόβον καὶ πάθος, παρὰ ὅτι ἀποκρύπτομεν καίρια σημεῖα.
Ἦτο ἀρχὰς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τρέχοντος ἔτους. Μόλις εἶχε σχεδὸν ἀποσώσει τὸ Μέγα Ἀπόδειπνον. Ἐπιτετραμμένος μοναχὸς σπεύδει πρὸς τὸν Ἡγούμενον, νὰ τὸν εἰδοποιήση ὅτι ἔχει κατεπεῖγον τηλεφώνημα, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἴδιος ἀνέμενε καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναβληθῆ. Ὁ Ἡγούμενος σπεύδει καὶ μετὰ τὰς «προσρήσεις» ἀκούει:
Ἱεράρχης: Γέροντα, ζητῶ συγγνώμη, ἀλλὰ λόγω καὶ τῆς διαφορᾶς τῆς ὥρας δὲν εὕρισκα ἄλλη στιγμὴ γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσουμε.
Ἡγούμενος: Μίλησέ μου ἐλεύθερα. Ἄλλωστε καὶ ἀπὸ προηγούμενες ἐπικοινωνίες μας εἶμαι σὲ θέση νὰ γνωρίζω καὶ δὲν θὰ μὲ ἐκπλήξει τίποτε πλέον.
Ἱεράρχης: Δὲν ἀντέχω πλέον ἐδῶ. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὰ βροντήξω ὅλα, νὰ τὰ παρατήσω καὶ νὰ ἀναχωρήσω δι’ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ ἐκτὸς ἀπὸ ἐδῶ.
Ἡγούμενος: Τί συμβαίνει; Δὲν σὲ ἀναγνωρίζω ἀπὸ τὴν ταραχὴ πού ’χεις.
Ἱεράρχης: Εἶναι ὅλοι ἀναστατωμένοι καὶ ἐγὼ περισσότερο. Τὰ μέσα γράφουν συνεχῶς, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν ὀρρωδεῖ πρὸ οὐδενός. Τὸν καλύπτουν γερὲς πλάτες; Ὑποφέρουμε ὅλοι. Ἔχω νὰ κοιμηθῶ μέρες πιά. Θὰ καταρρεύσω.
Ἡγούμενος: Κάνε ὑπομονή. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύση.
Ἱεράρχης: Μά, δὲν εἶναι προσωπικὸ τὸ πρόβλημα, εἶναι γενικό. Ἔχω μοιραστεῖ τὶς σκέψεις μου καὶ μὲ ἄλλους ἐδῶ καὶ ὅλοι σχεδὸν ὄχι μόνο συμμερίζονται ὅσα λέω, ἀλλὰ ἂν εἶχαν τὴν δύναμη νὰ μιλήσουν δημόσια, θὰ ἄνοιγαν οἱ πύλες τῆς κολάσεως ἐναντίον του.
Ἡγούμενος: Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πιὸ τραγικὴ ἡ κατάσταση ἀπὸ ὅσα ἕως τώρα ἔχουν γίνει γνωστά.
Ἱεράρχης: Μὲ ὅλο τὸ θάρρος, ἀλλὰ κάνετε λάθος. Γιὰ νὰ Σᾶς τὸ ἀποδείξω νὰ Σᾶς πῶ ὅτι ὁ ἀδελφὸς (τάδε) εἶναι ἐπίσης στὴ ἴδια κατάσταση μὲ ἐμένα: εἶναι ἀπαρηγόρητος σὲ σημεῖο ποὺ σκέπτομαι ὅτι τὸ ψαλμικὸν «οὐ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου» ἐγράφη προφητικὰ γιὰ τὸν ἴδιο.
Ἡγούμενος: Ἂς μὴ ἐμπλέκουμε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ μάλιστα κατὰ τὸ δοκοῦν.
Ἱεράρχης: Σωστὰ λέτε, διότι τὸ κατὰ τὸ δοκοῦν τὸ ἐφαρμόζει μόνο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὅτι ὁ ἴδιος μόνο εἶναι Ἱεράρχης καὶ τοῦ ὀφείλουμε ἀπόλυτη, ἀδιάκριτη ὑποταγή. Γι’ αὐτὸν εἴμαστε ἁπλῶς τὸ ἀκροατήριό του, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ τὸν χειροκροτεῖ σὲ κάθε ἀπόφασή του, τὴν ὁποία βεβαίως μᾶς ἀνακοινώνει ὅποτε θέλει καὶ ἂν θέλει.
Ἡγούμενος: Σκληρὴ ἡ πραγματικότητα, ἀλλὰ ἐσὺ δέχθηκες νὰ εἶσαι στὴν αὐλή του. Δὲν εἶχες πληροφορηθεῖ τίποτα;
Ἱεράρχης: Ἐγὼ ὅμως δὲν δέχομαι νὰ ἐπιχειρεῖ νὰ ὑποκλέψει τὴ συγκατάθεσή μου γιὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν συμφωνῶ καὶ γιὰ ἕνα λόγο ἐπιπλέον ὅτι μὲ ἀφοροῦν ἢ μᾶς ἀφοροῦν ἄμεσα. Στὸ τέλος, ὅπως κάνει συνήθως, θὰ προσπαθήσει νὰ βγεῖ καὶ ἀπὸ πάνω ἰσχυριζόμενος ὅτι ἐπιδιώξαμε οἱ ἴδιοι τὸν ὑποβιβασμό μας!
Ἡγούμενος: Δὲν εἶναι ἁπλὰ τὰ πράγματα. Ὑπάρχουν Ἱεροὶ Κανόνες, Καταστατικοὶ Χάρτες, Συντάγματα Διοικήσεως Ἀρχιεπισκοπῶν…
Ἱεράρχης: Ἂν τηροῦνταν, τότε οὔτε ἐγώ, ἀλλὰ κυρίως οὔτε αὐτὸς θὰ ἦταν σὲ αὐτὴ τὴ θέση.
Ἡγούμενος: Μά, τί λές;…
Ἱεράρχης: Δὲν Σᾶς ἔχω ἐξιστορήσει καὶ ἄλλοτε τί ἔχει κάνει; Ὑπολογίστε μόνο τὰ φανερά… Σᾶς φαίνεται ἐπουσιώδης καὶ ἄνευ σημασίας π.χ. ἡ μεγάλη δαπάνη χρημάτων; Ταξίδια, ἐκδηλώσεις… Ὅταν μάλιστα ἐμεῖς εἴμαστε παραμελημένοι; Ἐσεῖς ἴσως δὲν καταλαβαίνετε, ἀλλὰ ἐκεῖνος ξέρει πολὺ καλὰ ὅτι ἔχει καί «τέκνα». Τί ἄλλο πρέπει νὰ ἀναφέρω;
Ἡγούμενος: Τί νὰ πῶ…
Ἱεράρχης: Νὰ «ἀνοίξετε τὸ στόμα Σας καὶ νὰ πληρωθεῖ πνεύματος» καὶ νὰ μὲ ὑπερασπιστεῖτε! Νὰ ὑπερασπιστεῖτε τὴν Ἐκκλησία! Ξέρετε πόσες ἀπειλὲς δεχόμαστε ὅλοι; Τοῦ διεμήνυσα ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι ὑποτακτικός του, ὥστε νὰ τρέχει ὅπου ἐκεῖνος θεωρεῖ. Πρέπει καὶ οἱ ἄλλοι νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι ὅλοι οἱ Ἱεράρχες δικαιοῦνται ἐλευθερία κινήσεων ἀπὸ τὰ ἐκκλησιαστικά μας καθήκοντα ὥς τὶς κοινωνικές μας ἐπαφές.
Ἡγούμενος: Ἡ πατρότητα, ἀγαπητέ μου, εἶναι πλέον σπάνια.
Ἱεράρχης: Γι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ θὰ ἐγκαταλείψω τὰ πάντα καὶ θὰ ἔρθω στὸ Μοναστήρι.
Ἡγούμενος: Ὄχι, μὴ τὸ κάνεις αὐτό. Θὰ εἰκάσουν ὅλοι ὅτι ἐγὼ σὲ ὑποκίνησα καὶ θὰ βρῶ τὸ μπελά μου.
Ἱεράρχης: Ἂν καὶ Ἐσεῖς ἀρνεῖστε νὰ μοῦ προσφέρετε καταφύγιο, τότε μία λύση ὑπάρχει: νὰ τὰ τινάξω ὅλα στὸν ἀέρα. «Ἀποθανέτω ἡ ψυχή μου μετὰ τῶν ἀλλοφύλων»! Γνωρίζω τὰ πάντα καὶ θὰ τὰ ἀξιοποιήσω κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ἐκεῖνος μὲ δίδαξε.
Ἡγούμενος: Τί ἐννοεῖς; Δὲν σὲ καταλαβαίνω.
Ἱεράρχης: Μάχαιραν ἔδωκες, μάχαιραν θὰ λάβεις»! Θὰ τὰ γνωστοποιήσω μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ καλύψω τὰ νῶτα μου, ἀλλὰ ταυτόχρονα νὰ τὸν ἔχω καὶ στὸ χέρι… καὶ ποιὸς ξέρει, αὔριο μεθαύριο ἴσως χωρὶς νὰ εὐθύνομαι νὰ διαρρεύσουν καὶ παραπέρα… Ἐγὼ πάντως θὰ εἶμαι ἀθῶος.
Ἡγούμενος: Κι ἐγὼ νίπτω τὰς χεῖρας μου. Κάνε ὅ,τι σὲ φωτίσει ὁ Θεός.
Ἱεράρχης: Στοῦ Βοσπόρου τ’ ἁγιονέρια, κάτω ἀπ’ τὴν Ἁγιὰ Σοφιὰ μία γερόντισσα στενάζει μπρὸς στὴν Παναγιά. Σώπα μάνα μ’ πές μας γιὰ τὴ συμφορά…
Ἡγούμενος: Παραλογίστηκες; Τί σιγομουρμουρᾶς;
Ἱεράρχης: Αὐτὰ ποὺ ἄρχισα νὰ γράφω… γιὰ τὴν συμφορά! Θὰ σοῦ τὰ στείλω σύντομα.
Οἱ δύο ἄνδρες, ἀφοῦ ἤλλαξαν εὐχὲς διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ «σταδίου τῶν ἀρετῶν», ἐνῶ ἐντός τους -ἄνευ ἀντιλογίας- σκέψεις ἐπλημμύριζον τὸν νοῦν τους καὶ συναισθήματα κατέκλυζαν τὴν ψυχή τους, ἔκλεισαν τὸ τηλέφωνο.
Μετὰ τὴν ἀνοχὴν ἕπεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ
Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς γράφει ὅτι «χωρὶς τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας οὐδὲν γίνεται, ἀλλ’ εἴτε κατ’ εὐδοκίαν, εἴτε κατ’ οἰκονομίαν, εἴτε κατὰ συγχώρησιν τὰ πάντα γίνονται». Ὅσον καὶ ἂν οἱ ἄνθρωποι πασχίζουν νὰ ἀνελιχθοῦν, νὰ ἀποκρύψουν ἔνοχα μυστικά, νὰ τύχουν τῆς εὐνοίας τῆς ἐξουσίας, νὰ προσποιηθοῦν ὅτι ὅλα βαίνουν κατὰ τὰ σχέδιά των εἰς τὸ τέλος θὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἂς διερωτᾶται ὅστις κατέχει θέσιν περίοπτον: Ἔδωσεν ὁ Θεὸς εἰς ἐμὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἀρχιερέως ἢ τοῦ Ἡγουμένου, διὰ νὰ ἀπολαμβάνω τῆς τρυφῆς, ἐνόσῳ ἡ Ἐκκλησία καίγεται; Αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημά Του; Ἢ μήπως ὁ Θεὸς ἀνέχεται ἡμᾶς τοὺς κωφούς, μουγγοὺς καὶ ἀλάλους, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρεθῶμεν ἀναπολόγητοι ἐνώπιον τῆς ἀδεκάστου κρίσεώς Του; Τοὺς παρακινοῦμεν ἀπὸ αὐτὸ τὸ βῆμα νὰ θέσουν ὑπεράνω τοῦ προσωπικοῦ τους μέλλοντος τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ κλήρου, τῶν χιλιάδων πιστῶν. Ἐγκατέλειψαν πᾶσαν ἐγκόσμιον προσδοκίαν, ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸν μοναχισμὸν καὶ τὴν Ἀρχιερωσύνην, διὰ νὰ εἶναι ἀληθῶς ἐλεύθεροι ἐν Χριστῷ. Τελικῶς εἶναι ὄντως ἢ μήπως παραμένουν δέσμιοι;




