Δόξα στόν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή, διότι ἐκπλήρωσε τὸ Εὐαγγέλιο πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Εὐαγγελίου! Εἰσερχόμενος στήν ἔρημο, παρέδωσε τὸν ἑαυτὸ του τελείως στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ψυχή τε καὶ σώματι. Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐνήργησε στό ἴδιο του τό σῶμα στήν γῆ, καθὼς καὶ στόν οὐρανό, τῆς ψυχῆς του. Οὔτε πεῖνα, οὔτε ἄγρια θηρία ἔβλαψαν τὸ σῶμα του κατὰ τήν διάρκεια τόσων ἐτῶν πού ἔζησε στήν ἔρημο. Ἡ ψυχὴ του δέν τρώθηκε ἀπὸ τὴν ἀπελπισία λόγῳ τῆς μοναξιᾶς, οὔτε ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια στήν θέα οὐρανίων ὁραμάτων. Δέν ἀναζητοῦσε οὔτε ψωμὶ οὔτε γνώση ἀπὸ ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς τοῦ ἔδινε ὅλα ὅσα τοῦ χρειάζονταν, γιατὶ ὁ ἴδιος παρέδωσε τελείως τὸν ἑαυτὸ του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Δέν ὁδήγησε ὁ ἴδιος τὰ βήματά του στήν ἔρημο, οὔτε μακριὰ ἀπὸ αὐτήν. Ἕνα ἀόρατο πηδάλιο ἄνωθεν κατεύθυνε τὴν ζωὴ του. Διότι ὅταν ἦταν ἀπαραίτητο γι’ αὐτὸν νά βγεῖ ἀπὸ τὴν ἔρημο καὶ νά πάει νά συναντήσει τὸν Κύριο, τότε, ὅπως ῥητὰ ἀναφέρεται: «ἐγένετο ῥῆμα Θεοῦ ἐπὶ Ἰωάννην» (Λουκ. 3: 2). Σὰν ἀθῶος νέος, ὁ Ἰωάννης, μίλησε ἁπλᾶ γιά τὴν ἐπικοινωνία του μέ τίς δυνάμεις τοῦ Οὐρανοῦ: «κἀγὼ οὐκ ᾔδειν Αὐτόν, ἀλλ’ ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, Ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ’ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ’ αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ. Κἀγὼ ἑώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. 1: 33-34). Πόσο τρυφερὰ καὶ ἁπλὰ μιλάει γιά πράγματα οὐράνια! Ἀλλὰ πόσο τρομακτικὸς εἶναι σὰν λιοντάρι, ὅταν μιλάει ἐναντίον τῆς ἀδικίας τῶν ἀνθρώπων, ἐναντίον τοῦ Ἡρῴδη καὶ τῆς Ἡρῳδιάδος! Τὸ ἀρνί καὶ τὸ λιοντάρι συγκατοικοῦν ἐντός του. Ὁ παράδεισος εἶναι τόσο κοντά του, ὅπως ἡ μητέρα στό παιδὶ της. Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τοῦ εἶναι προσιτὸ καὶ ξεκάθαρο, ὅπως εἶναι καὶ γιά τοὺς ἀγγέλους στόν οὐρανό.
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς




