Ο Όσιος Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης, Ο ασκητής και Καθηγούμενος της Ι. Μονής Οσίου Δαβίδ, της Ευβοίας

Share:
Ορθόδοξος Τύπος Εφημερίδα

 ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ

Γράφει ο Δρ. Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας

Συνήλθεν, υπό την προεδρίαν του Πατριάρχου Κων/λεως, η Ι. Συν­οδος του Πατριαρχείου την Δευτέραν, 27ην Νοεμβρίου 2017 και μεταξύ άλλων απεφάσισε την διακήρυξιν της αγιότητος του Γέροντος Ιακώβου (Τσαλίκη) δια της αγιοκατατάξεως αυτού εις τας επισήμους δέλτους. Το συνοδικόν ανακοινωθέν αναφέρει ότι «η Αγία και Ιερά Σύνοδος ομοφώνως αποδεχθεί­σα εισήγησιν της Κανονικής Επιτροπής ανέγραψεν εις το Αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας τον μακαριστόν Αρχιμανδρίτην Ιάκωβον Τσαλίκην, εκ Λιβισίου Μικράς Ασίας, Ηγούμενον της εν Β. Ευβοία Ιεράς Μονής Οσίου Δαυΐδ του Γέροντος, της μνήμης αυτού ορισθείσης δια την 22αν Νοεμβρίου εκάστου έτους».
Αστέρι μεγάλου βεληνεκούς ο όσιος Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης, ο θαυμαστός Ηγούμενος της Ι. Μονής του Οσίου Δαβίδ Ευβοίας, έλαμψε στις ημέρες μας με τις αστραπές της απλότητός του, της καλωσύνης του, της ισάγγελης πολιτείας του και του πλήθους των θαυμασίων του.  Ο Γέροντας Ιάκωβος αποτελεί την προσωποποίηση της αγάπης, την έμψυχη στηλογραφία της «εν Χριστώ καινής ζωής», τον πρόβολο της αρετής και το έσοπτρο της ταπεινώσεως και της εγκρατείας. Ενσάρκωνε και βίωνε τη Διαθήκη της χάριτος και εύφραινε όσους τον πλησίαζαν, αφού ήταν όλος «ευωδία Χριστού» (Β  Κορ. β  15). Τους ανέπαυε με τη γλυκύτητα των λόγων του και τους μετέδιδε τα αγαθά του Αγίου Πνεύματος, «χαρά, ειρήνη και πραότητα» (Γαλ. ε  22), με τα οποία ήταν προικισμένος επιβεβαιώνοντας την ευαγγελική φράση «εκ του περισσεύματος της καρδίας ομιλεί η γλώσσα» (Ματθ. ιβ  34).
Πνευματικό ανάστημα της Ι. Μονής του Οσίου Δαβίδ, στη βόρεια Εύβοια, ο Γέροντας Ιάκωβος, εστάλη από το φιλάνθρωπο Κύριο, για να παρηγορήσει το σύγχρονο παρανομούντα Ισραήλ και για να τον νουθετήσει με το παράδειγμα της απλής, αλλά οσιακής βιοτής του και τη χάρη του λόγου του, ο οποίος ήταν πάντοτε «άλατι ηρτυμένος» (Κολ. δ  6). Δεν γνώριζε πολλά γράμματα ο Γέροντας, είχε επισκιασθεί όμως, όπως οι αλιείς της Γαλιλαίας, από τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος, του σοφίζοντος τους ασόφους και κινούντος τα χείλη των εκλεκτών του Θεού για πνευματική καθοδήγηση του λαού προς τη σωτηρία.
Ο Γέροντας Ιάκωβος γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου του 1920 από ευσεβείς γονείς, τη Θεοδώρα από το Λιβίσι της Μικράς Ασίας και το Σταύρο από τη Ρόδο. Στις αρχές του 1922 Τούρκοι Τσέτες έπιασαν τον πατέρα του αιχμάλωτο και τον οδήγησαν στα βάθη της Ανατολίας. Μετά την καταστροφή της ευλογημένης μας Μικράς Ασίας, την οποίαν επέτρεψε ο Θεός για τις αμαρτίες και την αποστασία μας, η οικογένεια του Γέροντος ακολούθησε το σκληρό δρόμο της προσφυγιάς. Το καράβι τους μετέφερε στην Ιτέα και από εκεί  εγκαταστάθηκαν   στην Άμφισσα. Εκεί ευδόκησε ο Κύριος, το 1925, να τους βρει και ο πατέρας του και όλη πλέον μαζί η οικογένεια να μετακινηθεί στο χωριό Φαράκλα της Εύβοιας.
Στην ηλικία των επτά ετών ο θεοφώτιστος μικρός Ιάκωβος είχε αποστηθίσει τη Θεία Λειτουργία χωρίς να γνωρίζει γράμματα. Το 1927 πήγε στο Δημοτικό Σχολείο και διακρίθηκε για τις επιδόσεις του και την έκδηλη αγάπη του προς την Εκκλησία και τα ιερά γράμματα. Η εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής στο μικρό Ιάκωβο και η αποκάλυψη του λαμπρού εκκλησιαστικού του μέλλοντος τόνωσε την πίστη του νεαρού μαθητού και την ευλάβειά του. Συχνά η καθαρότητα του βίου του τον οδηγούσε σε προσευχή για τους πάσχοντες συγχωριανούς του, τους οποίους θεράπευε διαβάζοντάς τους άσχετες με την περίπτωσή τους ευχές, αλλά με πολύ κατάνυξη δείχνοντας σε όλους ότι «χάρις Θεού ην επ’ αυτό» (Λουκ. β  40). Το 1933 τελείωσε το Δημοτικό, αλλά οι οικονομικές δυσκολίες της οικογενείας του δεν επέτρεπαν τη συνέχεια σε γυμνασιακές σπουδές. Έτσι, ακολούθησε τον πατέρα του στη χειρωνακτική εργασία του. Ο Μητροπολίτης Χαλκίδος εντυπωσιασμένος από το μελωδικό ψάλσιμό του τον χειροθέτησε αναγνώστη. Εντυπωσιακή για όλους ήταν η ασκητική του ζωή, η προσευχητική του τάση, η φιλεργατικότητά του, ο λίγος ύπνος και η αυστηρή τήρηση των νηστειών. Στην εκούσια αυτή προσωπική του στέρηση ήλθε να  προστεθεί η ακούσια ταλαιπωρία όλης της οικογενείας του καθώς και όλων των δύσμοιρων προσφύγων από τις στερήσεις της κατοχής.
Τον Ιούλιο του 1942 πέθανε η μητέρα του Γέροντος  προλέγοντάς του τη μελλοντική ιερωσύνη του. Το 1947 ο π. Ιάκωβος κατετάγη στο στρατό, όπου παρέμεινε απτόητος στους χλευασμούς των συναδέλφων του, που πειρακτικά τον αποκαλούσαν «ο «πάτερ Ιάκωβος». Απολάμβανε, όμως, της εκτιμήσεως του Διοικητή του, ο οποίος  ήταν από τους λίγους που είχε διαισθανθεί τη λαμπρή μελλοντική πνευματική σταδιοδρομία του νεαρού προσφυγόπουλου. Μετά την απόλυσή του από το στρατό, το 1949, ο Ιάκωβος σε ηλικία 29 ετών απορφανίσθηκε και από  πατέρα. Ο αγώνας του τότε επικεντρώθηκε στην αποκατάσταση της αδελφής του, χωρίς, όμως, αυτός να απωθεί από τη σκέψη του την παιδική του επιθυμία για τη μοναχική πολιτεία.
Μετά το γάμο της αδελφής του, το Νοέμβριο του 1952 ο Ιάκωβος προσήλθε στο Μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ, κοντά στις Ροβιές, εκπληρώνοντας την επιθυμία της ολοκληρωτικής αφιερώσεώς του στο Θεό. Σε ηλικία 32 ετών ο Ιάκωβος εκάρη μοναχός και στις 19 Δεκεμβρίου 1952 στη Χαλκίδα χειροτονήθηκε Ιερέας από το Μητροπολίτη Γρηγόριο. Έκτοτε συνέχισε την ασκητική του ζωή στο Μοναστήρι, με σύντονες προσευχές στο σπήλαιο του Οσίου Δαβίδ, με θεοπτίες και θαύματα, τα οποία πλήθαιναν με την πάροδο του χρόνου.  Έφθασε σε υψηλά μέτρα αρετής και δέχθηκε πολλές επιθέσεις από το μισόκαλο δαίμονα, που μισούσε την ισάγγελη βιοτή του.  Συχνά έβλεπε και συνομιλούσε με τον Όσιο Δαβίδ και τον Όσιο Ιωάννη, το Ρώσο, ενώ αξιώθηκε και προορατικού και διορατικού χαρίσματος.
Πολλές φορές την ώρα της Θείας Λειτουργίας έβλεπε  Αγγέλους να περιΐπτανται γύρω από το Ιερό Θυσιαστήριο, Χερουβείμ και Σεραφείμ να τον κυκλώνουν και τα Εξαπτέρυγα να καλύπτουν το πρόσωπό τους με τις φτερούγες τους, σεβόμενοι το εσφαγμένο Αρνίο, το Θεάνθρωπο Ιησού, μέσα στο Άγιο Δισκάριο μελιζόμενο και μη διαιρούμενο, εσθιόμενο και μηδέποτε δαπανώμενο. Τον Αύγουστο του 1963 με θαυμαστό τρόπο χόρτασε με τρία κιλά μανέστρα 75 εργάτες με πλουσιοπάροχες μερίδες και του περίσσεψε και μισή κατσαρόλα. Καθήκοντα Ηγουμένου του Μοναστηριού ανέλαβε τις 25 Ιουνίου του 1975 και βάστασε σταθερά το πηδάλιό του μέχρι την οσιακή του κοίμηση, στις 21 Νοεμβρίου, του 1991.
Από τη λιτοδίαιτη και ασκητική ζωή κλονίσθηκε, όμως, η υγεία του Γέροντος, οι φλέβες των ποδιών του σάπισαν, αναγκάσθηκε να υποβληθεί σε εγχειρήσεις κήλης, σκωληκοειδίτιδας, προστάτη και καρδιάς, μέχρι τοποθετήσεως σε αυτή βηματοδότη. Από το 1990 και μετά οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν. Το Σεπτέμβριο του 1991 μετά από μικροεμφράγματα νοσηλεύθηκε στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών. Επιστρέφοντας στο Μοναστήρι έπαθε φλεγμονή, η οποία, δυστυχώς, εξελίχτηκε σε πνευμονία. Ο ίδιος είχε διαισθανθεί το τέλος του. Το πρωϊ της 21ης Νοεμβρίου 1991 παρακολούθησε την ακολουθία των Εισοδίων της Θεοτόκου μας, έψαλε και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Μετά εξομολόγησε μερικούς πιστούς και έκανε μια βόλτα γύρω από το Μοναστήρι.  Το μεσημέρι εξομολόγησε μια πνευματική του κόρη και περίμενε την επιστροφή από τη Λίμνη του υποτακτικού του Ιακώβου, που εκείνη την ημέρα χειροτόνησε σε διάκονο ο Μητροπολίτης Χαλκίδος. Μόλις ήλθαν οι πατέρες ο Γέροντας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ζαλίσθηκε. Η αναπνοή του βάρυνε,  ο  σφυ­γμος του εξασθένησε και από τα χείλη του βγήκε ένα μικρό φύσημα.  Ο Γέροντας πήρε το δρόμο, για να εισοδεύσει στη Βασιλεία των Ουρανών. Οι λαϊκοί που ειδοποιήθηκαν για την κηδεία του ήταν ελάχιστοι. Τα τηλέφωνα, όμως, πήραν φωτιά και ο ένας στον άλλο μετέδωσαν το θλιβερό γεγονός.
Την επόμενη ημέρα χιλιάδες κόσμου κατέκλυσαν το Μοναστήρι, κληρικοί όλων των βαθμίδων, πνευματικοπαίδια του Γέροντα από όλη την Ελλάδα, ήλθαν να δώσουν τον τελευταίο ασπασμό. Η αυλή του Μοναστηριού ήταν κατάμεστη. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στο ύπαιθρο και μετά από τους επικήδειους λόγους λιτανεύθηκε το ιερό σκήνωμα γύρω από το Καθολικό. Κατά τη διάρκεια της λιτανείας πολλοί πιστοί είδαν το Γέροντα  να σηκώνεται από το φέρετρο και να ευλογεί τα πλήθη. Μόλις το ιερό σκήνωμα  κατέβαινε στον τάφο με μια φωνή οι χιλιάδες των πιστών με αναστάσιμους ύμνους και κάτω από κωδωνοκρουσίες αναστάσιμης χαράς κραύγαζαν «Άγιος, Άγιος». Έκτοτε ο Γέροντας Ιάκωβος με τις δεκάδες μετά το θάνατό του θαυμάτων, έχει καταταγεί στις ψυχές των πιστών ως Άγιος, αυτών που σήμερα με ευλάβεια και συγκίνηση γιορτάζουν την επίσημη αγιοκατάταξή του από τη Μητέρα Εκκλησία.

Απολυτίκιο. Ήχος πλ. α .
Τον συνάναρχον Λογον.

Διοράσεως έκτυπον και σεμνότητος, μονής  Δαβίδ του οσίου θαυματουργέ προεστώς, ο αρότρω γεωργήσας της αγάπης σου κεχερσωμένας του λαού, θεοφόρητε, ψυχάς, Ιακωβε πάτερ, άρτι, μη ελλίπης Χριστώ πρεσβεύων υπέρ ημών των σε καλούντων πιστώς.

Έτερον. Ήχος α . Της ερήμου πολίτης.

Της Μονής του Οσίου  νυν  Δαβίδ  τον προΐστορα, θαυμαστόν Ιακωβον, πάντες οι πιστοί, ευφημήσωμεν, πατέρων νεαυγών ως καλλονήν και χάριτος της θείας ποταμόν, τον αρδεύοντα πλουσίως ψυχάς των εκβοώντων μετά πίστεως• Δοξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω σε ημίν εν συμφοραίς προστάτην δείξαντι.

Previous Article

Απειλάς δια την ζωήν του εδέχθη ο Σεβ. Ναυπάκτου!

Next Article

Θέλω να ζήσω

Διαβάστε ακόμα