Η αδικία

Λέγει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος «Εάν δε αμαρτήση εις σε ο αδελφός σου, ύπαγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου και αυτού μόνον· εάν σου ακούση, εκέρδησες τον αδελφόν σου» (Ματθ. ιη, 15).

Δηλαδή εάν σου πταίση εις κάτι ο αδελφός σου, πήγαινε και υπόδειξέ του το πταίσιμό του αυτό, ιδιαιτέρως μεταξύ σου και αυτού, χωρίς να είναι παρών κανένας άλλος. Εάν σε ακούση και αναγνωρίση το σφάλμα του, εκέρδησες τον αδελφό σου.

Πως το εξηγεί αυτό ο Μέγας Βασίλειος.

Αυτούς που αδικούν πρέπει να τους προειδοποιήσουμε για την αμαρτία της ιεροσυλίας, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου: «Εάν ο αδελφός σου αμαρτήσει, πήγαινε και έλεγξε αυτόν και λοιπά» (Ματθ. 18, 15). Να ζητάμε όμως το δίκιο μας μ᾽ αυτούς σε κοσμικά δικαστήρια απαγόρευσε ο λόγος της θεοσεβείας με το «εάν κάποιος θέλει να κριθή υπό του νόμου, (να κάμη δίκην μαζί σου) και να λάβη τον χιτώνα σου, δος εις αυτόν και το ιμάτιον» (Ματθ. 5, 40) και με το «τολμά κάποιος από σας, έχων κάτι εναντίον του άλλου, να κριθή ενώπιον των αδίκων και όχι ενώπιον των αγίων;» (Α´ Κορ. 6, 1). Και σ᾽ αυτές δε τις περιπτώσεις ας τους προσκαλέσουμε στην κρίση ενώπιον των αγίων, περισσότερο από ενδιαφέρον για τη σωτηρία του αδελφού παρά για την αφθονία του πλούτου. Γιατί και ο Κύριος, όταν είπε το «εάν σε ακούση», πρόσθετε το «κέρδησες», όχι τον πλούτο, αλλά «τον αδελφό σου» (Ματθ. 18, 15).

*  *  *

Όταν ο Όσιος Αμμούν βρισκόταν στο όρος της Νιτρίας, του έφεραν ένα παιδί που το είχε δαγκώσει ένας σκύλος λυσσασμένος και έτσι λύσσαξε και αυτό. Το είχαν δεμένο με αλυσίδες, διότι ξέσχιζε το σώμα του από αυτήν την αρρώστια.

Οι μεν γονείς του παιδιού παρακαλούσαν τον Όσιο να κάνη δέηση προς τον Κύριο για τον γυιό τους, ο δε Όσιος από ταπείνωση τους έλεγε: «Άνθρωποι, τι με πιέζετε να κάνω εκείνα που δεν μπορώ; Όμως η ιατρεία του παιδιού σας είναι στο χέρι σας. Δώστε το βόδι της χήρας, που πήρατε κρυφά και θα γιατρευτή ο γιος σας».

Εκείνοι όταν άκουσαν αυτά θαύμασαν για την διορατικότητα του Αγίου, και αφού πήραν την ευχή του, έδωσαν το βόδι στην χήρα και αμέσως θεραπεύθηκε ο γιος τους.

*  *  *

Επίσης στον Ευεργετινό διαβάζουμε για τον Άγιο Μαρκιανό το εξής συγκλονιστικό:

Ο Μέγας Μαρκιανός, κατά τα μεσάνυκτα, όταν ενόμιζε ότι δεν ήτο δυνατόν κανείς να τον δη, συνήθιζε να πηγαίνη σε κάποιο γνωστό του τραπεζίτη, δια να αλλάξη τα χρυσά νομίσματα με πολλά μικρά χάλκινα νομίσματα, δια να τα μοιράζη εις τους πτωχούς· αμέσως δε μετά εγύριζε. Ο τραπεζίτης λοιπόν, λάμβανε ως πρόφαση ότι η αλλαγή γινόταν την νύκτα και θα μπορούσε να κερδίζη περισσότερα, εζύγιζε τα χρυσά νομίσματα με όχι σωστή ζυγαριά. Ο Άγιος δεν πρόβαλλε καμμία αντίρρηση, και δεν εφρόντιζε καθόλου να τον ελέγχη· έτσι έδειχνε ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην συνείδηση αυτού, ο οποίος εζύγιζε.

Επειδή όμως αυτό έγινε πολλές φορές και ο Μακάριος υπεκρίνετο ότι δεν αντιλαμβάνεται τίποτα, ούτε κατηγορούσε τον τραπεζίτη, ο τραπεζίτης άρχισε να απορή· αφού λοιπόν πρόσεξε και πάλι την ώρα, ότι ήταν μεσάνυκτα, παρήγγειλε, σε κάποιο υπηρέτη του να παρακολουθήση τον Μαρκιανό, όταν φύγη από το εργαστήριο, δια να μάθη που πηγαίνουν τα χρήματα. Και ο μεν υπηρέτης τον παρακολουθούσε· όταν δε ο Άγιος άνθρωπος συνάντησε κάποιο ζητιάνο, που ήτο νεκρός επάνω σε ένα κρεβάτι, αμέσως επήρε από κάποιο οινοπωλείο κρασί, όπως συνήθιζε, και έπλυνε, με αυτό, τον νεκρό και τον εσαβάνωσε. Κατόπιν όμως ο νεκρός αναστήθηκε και αφού τον ασπάσθηκε, πάλιν έμεινε νεκρός, και ο Άγιος έφυγε.

Μόλις είδε αυτά τα πράγματα ο υπηρέτης έφριξε· και αφού έτρεξε όσον πιο γρήγορα μπορούσε σ᾽ αυτόν που τον έστειλε, τα ανέφερε λεπτομερώς όλα. Τότε ο τραπεζίτης μετενόησε δι᾽ όσα έγιναν και έκλαιε, διότι είχε αδικήσει πάρα πολύ τον Όσιο· και η συνείδησή του, με τις τύψεις, τον ετιμωρούσε. Δι᾽ αυτό, όταν ήλθε πάλιν ο Άγιος, δια να ανταλλάξη τα χρυσά νομίσματα, πέφτει ο τραπεζίτης στα πόδια του, εξομολογείται τα κακά που διέπραξε και του επέστρεψε όσα του επήρε παραπάνω.

Έτσι μία καλή πράξη, αποσιωπουμένη, μπορεί να ωφελήση περισσότερο από τα πολλά λόγια· και εκείνους που δεν ωφέλησαν έλεγχοι και συμβουλές, τους διώρθωσε ένα αξιέπαινο έργο που διεξάγεται ήσυχα και χωρίς να φαίνεται, διότι ήγγιξε την συνείδησή τους, τους διώρθωσε και τους έκαμε να μάθουν μόνοι τους το καλό.

Ο Μαρκιανός όμως είπε προς τον τραπεζίτη ότι δεν αδικήθηκε καθόλου και αμέσως εγκατέλειψε και το επιπλέον που του έδιδε και τον ίδιο, για να μη ζημιωθή ψυχικά από την ματαιοδοξία.

 

Παντοκράτορας