ΤΟ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ

Λέγει ο Κύριος: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιω. ε  24). Δηλαδή λέγει ότι αυτός που με ακούει και πράττει και πιστεύει στον Πατέρα μου που με έστειλε στον κόσμον, έχει ζωή αιώνια και δεν θα υποβληθή σε δίκη και σε κρίση, αλλά ήδη έχει μεταβή από τον πνευματικό της αμαρτίας θάνατο στην αθάνατο και αιώνια ζωή.

Τι είναι ψυχή; Λέγει ο Μέγας Βασίλειος: «ψυχή είναι αντίγραφο τ’ ουρανού, γιατί σε αυτήν κατοικεί ο Κύριος. Η σάρκα προέρχεται από την γη, σε αυτήν κατοικούν θνητοί άνθρωποι και άλογα ζώα». Ο δε άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει: «Ας κάνουμε την ψυχή ουρανό. Είναι λαμπρός ο ουρανός εκ φύσεως».

Η ψυχή μας είναι αθάνατη. Γι’ αυτό θέσπισαν οι πατέρες μας το Σάββατο να μνημονεύουμε τις ψυχές. Γιατί Σάββατο; Διότι Σάββατο σημαίνει στα Εβραϊκά κατάπαυση και επειδή και οι αποθαμένοι έπαυσαν τα βιοτικά και από τις άλλες φροντίδες, γι’ αυτό κάθε Σάββατο κάνουμε δεήσεις, μνημόσυνα και δεόμενοι στον Θεό για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Στον βίο του Οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου αναφέρεται ότι όταν ρώτησε το ξηρό κρανίο ενός ειδωλολάτρου, αν λαμβάνουν κάποια ωφέλεια οι κεκοιμημένοι, το κρανίο απάντησε: «Ναι, τίμιε πάτερ, πολλήν άνεσιν λαμβάνομεν, όταν υπέρ των κεκοιμημένων παρακαλής τον Θεόν».

Γιατί ονομάζεται ψυχοσάββατο. Λέγει ο μακαριστός π. Αυγουστίνος Καντιώτης: «Διότι η Αγία μας Εκκλησία ώρισε το Σάββατο προ της Απόκρεω, να τελούμε γενικό μνημόσυνο των νεκρών και αυτό για τρεις λόγους:

Πρώτος λόγος. Όλοι οι άνθρωποι δεν πεθαί­­νουν υπό ομαλές συνθήκες· δεν εκπνέουν στο σπίτι, έχοντας δίπλα τους τα προσ­φιλή πρόσω­πα· δεν συνοδεύονται όλοι στην τε­λευταία κα­τοικία από συγγενείς και φίλους· δεν ψάλλεται σε όλους η νεκρώσιμος ακολουθία· δεν γεμίζει το φτυάρι ο ιερεύς με χώμα και να πη «Γη ει και εις γην απελεύση» (Γεν. 3,19 και Εξόδ. ακολ.).

Πολλοί άνθρωποι «εξεμέτρησαν το ζην» υπό συνθήκες δραματικές. Όλους λοι­πον αυτούς μνημονεύει σήμερα η Εκκλησία.

Υπάρχουν ακόμη και τα λεγόμενα φτωχαδάκια· άνθρωποι που κηδεύονται χωρίς να τους συνοδεύη καν­εις, η που οι συγγενείς τους δεν είνε εις θέσιν να τους κάνουν μνημόσυνα.

Ο δεύτερος λόγος που τελούμε γενικό μνη­μόσυ­νο είνε, ότι αύριο ξημερώνει Κυριακή της Απόκρεω, μια ημέρα που αστράφτει και βρον­τα. Διαβάζεται το φοβερώτερο Ευαγγέλιο, το Ευ­αγγέλιο της Κρίσεως· α­νατριχιάζει ο αν­θρω­­πος όταν τ᾽ ακούει. Κατ᾽ εμέ η Κυριακή αυτή από γαστρονομικής απόψεως λέγεται «της Α­­πόκρεω», από πνευματικής όμως απόψεως πρέπει να λέγεται Κυριακή «της Κρίσεως».

Όπως λοιπόν ο υπό­δικος περιμένει την ημέρα της δίκης, έτσι κ᾽ ε­μεις και ο­λα τα δισεκατομμύρια των ζώντων και των νε­κρων, θα παρουσιαστούμε υπόδικοι ενώπι­ον του Κυρίου. Κριτής μας θα είνε ο εσταυρω­μένος Λυτρωτής. Θα μας κρίνη με νόμο όχι αν­θρώπινο αλλά με το Ευαγγέλιο, που ει­νε ζυ­γαριά φαρμακείου, ζυγίζει και το τελευταίο γραμ­μάριο, και τον τελευταίο δηλαδή λο­γισμό· οι σκε­ψεις, τα λόγια, τα έργα μας θα παρελάσουν ενώπιον του Κυρίου σαν κινηματογραφι­κη ταινία. Θα δικαστούμε. Και πρέπει ν᾽ ανησυ­χούμε για τον εαυτό μας, τι απολογία θα δώσουμε.

Και τρίτος λόγος είνε, ότι πρέπει να θυμώμα­στε διαρκώς το θάνατο, που είνε μία πραγμα­τικότης. Όπως έλεγαν και οι αρ­χαι­οι πρόγονοί μας, «όρος φιλοσοφίας μνήμη θανάτου»· αν θέλης να βρης την αλήθεια και να ζης σαν άγγελος, να θυμάσαι το θάνατο· σε παίρνει και σε ανεβάζει σε άλλη σφαίρα.

Είμαστε Χριστιανοί, αλλ᾽ ας διδαχθούμε α­πο ένα πρόγονό μας προ Χριστού. Είνε ο Μακεδών Φίλιππος, ο πατέρας του Μεγάλου Αλε­ξάνδρου. Αυτός είχε ορίσει, κάθε πρωί, μόλις ανατέλλει ο ήλιος, ένας στρατιώτης να παρου­σιάζεται ενώπιόν του και να του λέη· «Φίλιππε, μέμνησο ότι θνητός ει»· αν και είσαι βασιλιάς κ᾽ εξουσιάζεις λαούς, πρόσεξε γιατί θα πεθά­νης. Μνημονεύ­ετε του θανάτου! είνε ο καλύτερος δάσκαλος, χαρίζει τα μεγαλύτερα διδάγματα.

  • Αδελφοί, «πάντα ματαιότητος τα ανθρώπινα όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον» Ο σοφός Μέγας Αλέξανδρος μας το αποδεικνύει:

«Ευρισκόμενος στα πρόθυρα του θανάτου του συνεκάλεσε τους στρατηγούς του και τους κοινοποίησε τις τρεις τελευταίες επιθυμίες του. Αυτές ήταν:

  1. Να μεταφερθή το φέρετρό του στους ώμους από τους καλύτερους γιατρούς της εποχής. 2. Τους θησαυρούς που είχε αποκτήσει (ασήμι, χρυσάφι, πολύτιμους λίθους) να τους σκορπίσουν σε όλη τη διαδρομή μέχρι τον τάφο του. 3. Τα χέρια του να μείνουν να λικνίζονται στον αέρα, έξω από το φέρετρο, εις κοινήν θέαν.

Ένας από τους στρατηγούς, έκπληκτος από τις ασυνήθιστες επιθυμίες, ρώτησε τον Αλέξανδρο ποιοί ήταν οι λόγοι.

Ο Αλέξανδρος του εξήγησε:

  1. Θέλω οι πιο διαπρεπείς γιατροί να σηκώσουν το φέρετρό μου, για να φανή ότι και εκείνοι είναι αδύναμοι, μπροστά στον θάνατο. 2. Θέλω το έδαφος να καλυφθή από τους θησαυρούς μου, για να μπορούν όλοι να βλέπουν ότι τα αγαθά, που αποκτάμε εδώ, εδώ παραμένουν! 3. Θέλω τα χέρια μου να αιωρούνται στον αέρα, για να μπορούν οι άνθρωποι να βλέπουν ότι ερχόμαστε με άδεια χέρια και με άδεια χέρια φεύγουμε.

Είχε άδικο;

  • Λέγει ο προφήτης Ησαΐας: «κάθε άνθρωπος είναι χόρτο και κάθε δόξα του ανθρώπου είναι σαν το άνθος του φυτού» (Ησ. 40, 46).

Αδελφοί, «ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος (κατάλληλος), ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β  Κορ. 6, 2). Καιρός της μετανοίας.

 

 

 

Παντοκράτορας