Καταστροφὴ τοῦ Αὐτοκεφάλου: Ἐσθονία, Οὐκρανία, Ἑλλάδα καὶ ἡ θεμελίωσις τῆς νέας Εὐρωπαϊκῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

Share:

Γράφουν ὁ Γέρων Παΐσιος Καρεώτης καί ὁ Μοναχὸς Ἐπιφάνιος Καψαλιώτης

Εἰσαγωγή

Σὲ παλαιότερο φύλλο τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου (ἀρ. φυλ. 2259), φιλοξενήθηκε εἰσήγησή μας ποὺ παρουσιάστηκε στὸ ἐπιστημονικὸ συνέδριο τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Ἁγίου Τύχωνος τῆς Μόσχας, ἐκπαιδευτικοῦ ἱδρύματος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας (ΠΜ), στὶς 25-26 Φεβρουαρίου 2019, μὲ θέμα τὴν Οὐκρανικὴ ἐκκλησιαστικὴ κρίση καὶ τὶς ἐπιπτώσεις της στὸν Ὀρθόδοξο Κόσμο. Ὅμως, ἐν σχέσει πρὸς τὰ σημερινὰ δεδομένα ποὺ παρουσιάζει τὸ σύμπλοκο πρόβλημα τοῦ Οὐκρανικοῦ, ἤδη ὁ Φεβρουάριος μοιάζει πολὺ μακρινός.

Ἡ νέα δίνη στὴν ὁποία εἰσῆλθε ἡ Ἐκκλησία μετὰ τὴν λεγομένη Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύν­οδο (ΑκΜΣ), ἀπὸ τὴν ὁποία εἶναι ἱκανοποιημένοι μόνον οἱ ἐκδηλωμένοι οἰκουμενιστές, προωθώντας μὲ κάθε τρόπο τὶς ἀποφάσεις της –οἱ μόνοι ἄλλωστε ποὺ τὴν ὑποστηρίζουν καὶ ἀναγνωρίζουν τὸν “πανορθόδοξο” χαρακτῆρα της– ἐπιτέλους ἔδειξε καὶ τοὺς πρώτους καρπούς, ἀναφορικὰ ὡς πρὸς τὴν διορθόδοξο ἑνότητα: τὴν Οὐκρανικὴ Κρίση καὶ τὸ σχεδὸν ὁλοκληρωμένο σχίσμα Κωνσταντινουπόλεως-Μόσχας, τὸ ὁποῖο τείνει νὰ ἐξελιχθεῖ σὲ ἕνα εὐρύτερο σχίσμα Ἐκκλησιῶν, φίλα προσκείμενων στὴν μία ἢ τὴν ἄλλη. Παρ’ ὅλες ὅμως τὶς πυκνὲς ἀναφορές, ἡ οὐσία τοῦ παρόντος ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος μεταξὺ Κων/λης-Μόσχας δὲν ἔγκειται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον στὴν θρυλούμενη διαμάχη δύο πρωτείων: αὐτῶν τῆς νέας ἢ δεύτερης καὶ τῆς “τρίτης” Ρώμης, ὅσο στὸν ἀνομολόγητο καὶ ἀκήρυκτο τρόπον τινὰ πόλεμο μεταξὺ ἑνὸς ὑπὸ διαμόρφωσιν διεθνι(στι)κοῦ κέντρου, καὶ τῆς ἰδίας τῆς ἔννοιας τῆς ἐθνικῆς ἐκκλησίας (καὶ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται).

Αὐτὸ ποὺ πρέπει δηλαδὴ νὰ καταστεῖ σαφὲς εἶναι ὅτι τὸ σημερινὸ ἐκκλησιαστικὸ πρόβλημα οὔτε αὐτονομημένο εἶναι “καθ’ αὐτό”, μὰ οὔτε συνιστᾶ ἁπλῶς παρεπόμενο τῆς ΑκΜΣ (μὲ τὴν σημασία ἐδῶ τῆς διαπάλης ἐκκλησιαστικῶν κέντρων ἐξουσίας, ἑπομένως κατανοούμενο ὡς ζήτημα ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς). Συνδέεται σαφῶς μὲ τὶς εὐρύτερες ἀνακατατάξεις στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο, ἐν πολλοῖς ἀποτέλεσμα τῶν ἀντιστοίχων τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς καὶ τῶν νέων σχέσεων ποὺ ἔχουν διαμορφωθεῖ μεταψυχροπολεμικά, τμῆμα (δυστυχῶς) τῶν ὁποίων εἶναι.

Ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τῶν εὐρὼ-ἀτλαντικὰ ἐπιβεβλημένων Μνημονίων, μετὰ τὴν σταδιακὴ ἀπορρόφηση τοῦ οἰκονομικοῦ σόκ, ἡ ἐλεγχόμενη περαιτέρω πορεία “δυτικοποιήσεως” τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἀποφασίστηκε ὅτι πρέπει νὰ περάσει μέσα ἀπὸ ἕνα ἀκόμη σόκ, αὐτὸ ποὺ προκαλεῖ τὸ de facto ὑπάρχον ἐκκλησιαστικὸ σχίσμα μὲ ἀφορμὴ τὸ Οὐκρανικό. Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ ἕνα διπλὸ πλῆγμα.

Κατὰ πρῶτον, ἡ οἰκονομικὴ κρίση κατάφερε, μέσῳ τῆς πλήρους ἀπορρύθμισης (deregulation) τοῦ Κράτους, τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν σχέσεων, νὰ διαρρήξει τὸν κοινωνικὸ ἱστό, ἐπιβάλλοντας ταυτοχρόνως καὶ στὴν παραμικρὴ λεπτομέρεια, τὸ εὐρωενωσιακὸ Δίκαιο, ποὺ μὲ τὴν σειρά του, βασίζεται καὶ προωθεῖ περαιτέρω τὴν ἀπορρύθμιση. Ὡς ἀποτέλεσμα ἡ βαθειὰ οἰκονομικὴ κρίση, μετεβλήθη σὲ κρίση θεσμῶν καὶ ἀξιῶν.

Κατὰ δεύτερον, καθὼς αὐτὸ ποὺ χαρακτηρίζει τὸν ἐσωτερικὸ πυρῆνα τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητας εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία, μὲ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ μία ἰδιότυπη συναλληλία καὶ ὑποστήριξη μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν (κάτι ποὺ ἐμφατικὰ φάνηκε κατὰ τὴν κρίσιμη δεκαετία 1990-2000, μὲ τὸν Πόλεμο στὴν Γιουγκοσλαβία, καὶ τὴν ἀμέριστη ὑποστήριξη σύνολου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ στὴν Σερβικὴ Ὑπόθεση), μέσῳ τῆς Οὐκρανικῆς Κρίσης, ἐπιχειρεῖται ἡ διάρρηξις καὶ τῶν τελευταίων ἐναπομεινάντων στοιχείων τῆς “ἀνατολικῆς” φυσιογνωμίας τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ὁλοφάνερα, ἡ στόχευση τῶν (ἐκκλησιαστικῶν καὶ μὴ) κύκλων ποὺ ὁδήγησαν στὴν οὐκρανικὴ “αὐτοκεφαλία”, ἔχουν ὡς στόχο τὴν διαμόρφωση “ἀποκλειστικῶν ζωνῶν”, ἐντὸς τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ μία, ἀφ’ ἑνός, (δυτικόφιλη) “νατοϊκὴ-εὐρωενωσιακή”, τῆς ὁποίας θὰ ἡγεῖται ἡ “Ἑλληνικὴ” Ὀρθοδοξία καὶ μιᾶς “ἀντιδυτικῆς-ἀντιευρωενωσιακῆς”, τῆς ὁποίας θὰ ἡγεῖται ἡ “Ρωσική”.

Ἡ κρίσιμη “στιγμὴ” τῆς γενικότερης πορείας τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, βάσει τῆς ἀνάγνωσης τῶν ἀντιστοίχων γεγονότων, εἶναι ἡ δεκαετία τοῦ ’90, κατὰ τὴν ὁποία τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως (ΠΚ) ἐκκινεῖ τὴν ἐπίθεση (γιὰ διαφορετικοὺς λόγους) ἐναντίον δύο Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν: τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Ρωσικῆς. Ἡ κυρίως ἐπίθεση συνέβη ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ ΄90, καθὼς ἡ ἀπόφαση τῶν ταγῶν τοῦ Φαναρίου γιὰ βαθύτερη δέσμευση πρὸς τὸν Εὐρω-ατλαντικὸ παράγοντα, ὁδήγησαν τὸ Πατριαρχεῖο στὴν πορεία σύγκρουσης μὲ τὶς ἐν λόγῳ Ἐκκλησίες (στὴν ὁποία θὰ ἀναφερθοῦμε κατωτέρω), ἔχοντας τρεῖς στόχους:

α) ἀρχικά, τὴν ἐξασθένιση τοῦ Αὐτοκεφάλου καθεστῶτος τῶν δύο αὐτῶν Ἐκκλησιῶν, μέσῳ τῆς ἔμμεσης (Ἑλληνικὴ περίπτωση: Νέες Χῶρες) ἢ τῆς ἄμεσης (Ρωσικὴ περίπτωση: Ἐσθονία, Οὐκρανία) παρέμβασης στὰ ἐσωτερικὰ τῶν Ἐκκλησιῶν,

β) τὴν ἐπανανοηματοδότηση τοῦ ὅρου “Αὐτοκέφαλο”, καὶ τὴν παράλληλη προσπάθεια ὑφαρπαγῆς τῶν Ἐθνικῶν Διασπορῶν (εἶναι ἡ παροῦσα φάση, μὲ ὁδηγὸ τὴν περίπτωση τῆς Οὐκρανίας), καὶ

γ) τὴν τελικὴ κατάργηση τοῦ Αὐτοκεφάλου καθεστῶτος τῶν Ἐθνικῶν Ἐκκλησιῶν (ἑπομένως καὶ τῶν ἰδίων ὡς “ἐθνικῶν”), σὲ ἀπόλυτη σύμπλευση μὲ τὴν ἐπιδιωκόμενη κατάργηση τῶν Ἐθνικῶν Κρατῶν καὶ τῶν Συνόρων, στὰ πλαίσια τῆς λεγόμενης “Εὐρωπαϊκῆς Ὁλοκλήρωσης”, δηλαδὴ τῆς ὁμοσπονδοποίησης τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης (ΕΕ) σὲ ἕνα ἑνιαῖο Κράτος (τὸ ὁποῖο οἱ ἰθύνοντες τῆς ΕΕ τοποθετοῦν τὸ 2025).

Ὡς ἁγιορεῖτες μοναχοί, θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀναλύσουμε τὴν ἐκκλησιαστικὴ κρίση, ἀναδεικνύοντας τὶς πολλαπλὲς πτυχὲς τοῦ προβλήματος, τόσο ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο, ὅσο κι ὡς πρὸς τὴν μορφή του. Πεποίθησή μας εἶναι, ὅτι ἡ μεγάλη ἐνδορθόδοξη κρίση ποὺ προκάλεσε τὸ Οὐκρανικὸ Ζήτημα, καθὼς καὶ ἡ σχετικὴ συζήτηση ποὺ ἔχει ἀνοίξει, πρόκειται νὰ ἐπαναπροσδιορίσει καθοριστικὰ τὴν πορεία τῆς Ὀρθοδοξίας, εἰδικὰ ἐνόψει τῶν μεγάλων ἐξελίξεων ποὺ ἤδη προαναγγέλλονται. Ἀναφερόμαστε φυσικὰ στὴν σχεδιαζόμενη, ἀπὸ κοινοῦ ἀπὸ τὸ Φανάρι καὶ τὸ Βατικανό, Μεγάλη Ἑνωτικὴ Σύνοδο τοῦ 2025 (γιὰ τὴν ὁποία θὰ γίνει ἐκτεταμένη ἀναφορὰ στὸ δεύτερο μέρος τοῦ παρόντος ἄρθρου), στὴν κατεύθυνση τῆς ὁποίας, ἀπὸ “ὀρθοδόξου” πλευρᾶς, τόσο τὸ Κολυμπάρι ὅσο καὶ τὸ Οὐκρανικὸ ἀποτελοῦν ἐπεισόδια ἢ καλύτερα ἀναβαθμούς, καὶ θὰ συνεισφέρει καταλυτικὰ στὴν σχεδιαζόμενη ὑπέρβαση τῶν ἐθνικὸ-θρησκευτικῶν διαχωρισμῶν, ποὺ ἀποτελοῦν σοβαρὸ ἀνάχωμα στὴν ἐπιδιωκόμενη Εὐρωπαϊκὴ Ὁλοκλήρωση.

Ἡ μελέτη θὰ χωρισθεῖ σὲ δύο μέρη. Τὸ πρῶτο θὰ παρουσιάσει τὰ ἱστορικὰ δεδομένα τῆς διαπάλης Φαναρίου-Ἀθηνῶν-Μόσχας, ἐνῷ τὸ δεύτερο θὰ προσπαθήσει νὰ ἀναλύσει τοὺς λόγους ποὺ τὸ Φανάρι στοχοποίησε τὶς δύο αὐτὲς Ἐκκλησίες (σήμερα στὸ ἐπίκεντρο παραμένει μόνον ἡ Μόσχα), καὶ τὴν εὐρύτερη σημασία τῶν ἐξελίξεων αὐτῶν στὴ διαμόρφωση τοῦ νέου μετὰ-ψυχροπολεμικοῦ διεθνοῦς περιβάλλοντος.

Πληροφοριακὸς Πόλεμος

Προκαταρκτικά, μία πρώτη ἀναφορὰ πρέπει νὰ γίνει ὡς πρὸς τὴν μορφὴ τοῦ προβλήματος, ποὺ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν τρόπο ποὺ διεξάγεται ἡ συζήτηση τῶν ἐμπλεκομένων μερῶν. Πλήν, ἐκ προοιμίου, νὰ λεχθεῖ ὅτι συζήτηση γιὰ τὸ Οὐκρανικό, δὲν ἔγινε. Αὐτὸ ποὺ ἔγινε –καὶ συνεχίζει νὰ γίνεται– εἶναι ἀνέντιμη πολεμική. Ἀκριβῶς ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Κολυμπαρίου. Ὅπως καὶ τότε, οἱ κύκλοι τοῦ Φαναρίου υἱοθετοῦν ἐπιθετικὸ λόγο πρὸς κάθε διαφωνοῦντα, αὐτὴ τὴ φορά, ἐπιχειρώντας κυνήγι “Ρώσων πρακτόρων” ἢ ἔστω “ρωσόφιλων”, ποὺ τὸ μόνο τους μέλημα δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν διασπορὰ τῶν Ρωσικῶν θέσεων. Ἔτσι ἡ μὴ υἱοθέτηση τοῦ κυρίαρχου “ἀφηγήματος” αὐτοστιγμεὶ κατατάσσει τὸν σχολιαστὴ στοὺς “ρωσικοὺς πρακτορικοὺς κύκλους”, ἢ τὸ λιγότερο στὴν φιλορωσικὴ προπαγάνδα. Ἡ παράξενη ἐμμονή τους στὴν τακτικὴ αὐτή, πρόδηλα, φέρει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἐπικοινωνιακοῦ πολέμου καὶ διεξάγεται –ὄντως– μὲ ὅρους προπαγάνδας.

Ἡ προπαγάνδα, ὡς γνωστόν, ἀπευθύνεται στὸ θυμικό, καὶ ἔχει ὡς στόχο τὴν καθυπόταξη συνειδήσεων σὲ μία –ἄνωθεν– ἐπιβεβλημένη καθοδηγητικὴ γραμμή. Συνίσταται δὲ στὴν χρήση τεχνικῶν, ποὺ γιὰ νὰ λειτουργήσουν, ὅμως, ἀπαιτοῦνται δύο πράγματα. Πρῶτον, τὸ ὑπὸ στόχευση κοινωνικὸ σύνολο (πχ στὴν περίπτωσή μας ὁ Ὀρθόδοξος λαός), νὰ διατηρεῖται μαζοποιημένος κι ἐξαρτημένος ψυχολογικὰ (ἀπὸ τὸν χειριστή του). Δεύτερον, νὰ ἀπομονώνεται καὶ νὰ στιγματίζεται ὅποιος ἐλέγχει, καταγγέλλει καὶ ἐν τέλει ἀπειθαρχεῖ, στὶς κακόβουλες ἀποφάσεις τοῦ κέντρου ἐκ τοῦ ὁποίου ἐκπορεύονται. Θὰ μποροῦσαν βεβαίως νὰ προστεθοῦν, ἡ ποδηγέτηση τῆς πληροφορίας, μέσῳ τῆς ἐκλεκτικῆς παρουσίασης μέρους τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, ἡ διαστρέβλωση τῶν γεγονότων, πηγῶν κλπ, πλὴν φρονοῦμε, ὅτι ὅλα τὰ σχετικὰ ὑπάγονται στὴν πρώτη τεχνική.

Τὸ ΠΚ κατάφερε νὰ κινητοποιήσει ἕνα τεράστιο μηχανισμὸ παραπληροφόρησης, ποὺ κινήθηκε σὲ ἕνα σύμπλοκο σύνολο θεματικῶν: θεολογικῶν, πολιτικῶν, ἱστορικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν. Ἡ ἐπίθεση βασίστηκε στὴν μονόπλευρη παρουσίαση τῶν πολλαπλῶν πτυχῶν τοῦ οὐκρανικοῦ ζητήματος, καὶ ἔγινε ἀπὸ ἕνα πλῆθος σχολιαστῶν, κληρικῶν καὶ μή, Φαναριωτῶν καὶ μή. Πανεπιστημιακοί, ἔχοντας χρόνια στὴν, μὲ κάθε μορφὴ καὶ τρόπο, ὑπηρέτηση τῶν θέσεων τοῦ Φαναρίου, ἔδωσαν ἔτσι τὸ ἀπαραίτητο κῦρος στὶς προειλημμένες ἀποφάσεις.

Βεβαίως τῆς σπιλωτικῆς παραπληροφόρησης τῶν φαναριωτικῶν φιλοδυτικῶν κύκλων, διαφεύγει τὸ γεγονός, ποὺ –μόνο του– ἀκυρώνει τὸ ὅλο τους ἐγχείρημα: ἐνῷ οἱ ὑποτακτικοί τοῦ Φαναρίου οὐδέποτε κρίνουν τὶς πράξεις του (τὸ ὅλως ἀντίθετο, μάλιστα, συμβαίνει: μονίμως τὶς ἐπικροτοῦν) , οἱ –δῆθεν– “ρωσόφιλοι”, στὸ συντριπτικὸ σύνολό τους, ἐπικρίνουν –ὅταν καὶ ὅπου παρίσταται ἀνάγκη– τὴν Μόσχα καὶ μάλιστα στὸ οὐσιωδέστερο: στὸ ζήτημα τῆς πίστεως καὶ στὴν –ἄνευ ὅρων– συμμετοχή της στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση!

Ἕως καὶ ὁ –παρηγκωνισμένος ἀπὸ τὸ Φανάρι, βετεράνος Οἰκουμενιστής– Ἀλβανίας Ἀναστάσιος, στὴν τελευταία του παρέμβαση (20-11-2019), ἀναγνώρισε ὅτι πλέον στὸν τρόπο ποὺ κινεῖται ἐπικοινωνιακὰ τὸ Φανάρι καὶ οἱ κύκλοι του, ἀποκαλύπτεται ἕνας συγκεκριμένος ἐπιχειρησιακὸς σχεδιασμός. Ὁρισμένοι χρησιμοποιοῦν τὴν κοινωνικὴ δικτύωση. […] (ὑπάρχει) συγκεκριμένη «παρέα κρούσεως» (ποὺ) ἀνέλαβαν τὸν ρόλο νὰ εἰρωνεύονται μὲ κακεντρέχεια, νὰ ἐκφοβίζουν καὶ κατὰ τὴν φαντασία τους, νὰ τιμωροῦν μὲ ὕβρεις, ἀπειλές, μικρονοϊκὰ σοφίσματα, ἀκόμα καὶ ἄθλιες βωμολοχίες ὅσους ἔχουν διαφορετικὲς προτάσεις γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῆς κρίσεως. […] Ὅσοι μετέχουν σὲ αὐτὸν τὸν σχεδιασμό, ἀπερίφραστα ἢ μὲ ὑπονοούμενα ἐπιχειροῦν ἀνενδοίαστα νὰ κολλήσουν ἐτικέτες ἐθνοφυλετικῆς ἐμπνεύσεως, μὲ ἐπιγραφὲς ὅπως «σλαβόφιλοι», «ρωσόφιλοι» καὶ ἄλλα παρόμοια.

Ἔτσι, τὰ φιλικὰ προσκείμενα πρὸς τὸ Φανάρι ΜΜΕ, εἰδικὰ τοῦ ἠλεκτρονικοῦ τύπου, ὅπου κυρίως διεξάγεται ὁ πληροφοριακὸς πόλεμος, ἐνσωματώνονται –ἀπροκάλυπτα πλέον– στὸν ἑνιαῖο ἱστὸ τῶν ἀντιρωσικῶν μέσων, διεθνῶν καὶ ἐγχωρίων. Ἡ ἐνσωμάτωση τῶν ἐλεγχόμενων ἐκκλησιαστικῶν πηγῶν ἐνημέρωσης ἔχει φτάσει μάλιστα σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε βλέπουμε τὴν ἴδια λογικὴ νὰ διατρέχει ὅλα τὰ κείμενα (πχ ρωσικὴ ἐπεκτατικότητα, ρωσικὴ ἐπιθετικότητα): τὴν σύνδεση τοῦ Οὐκρανικοῦ μὲ τὶς εὐρύτερες γεωπολιτικὲς ἐξελίξεις, ἰδωμένες ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς δυτικῆς (ἀμερικανονατοϊκῆς) ἑρμηνευτικῆς. Ἐπὶ παραδείγματι:

Ὁ «Ρωσικὸς Κόσμος» ἐκτείνεται πέραν τῶν ἄλλοτε συνόρων τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης. Ἡ Ρωσία ἔχει χρησιμοποιήσει ἐκτενῶς τακτικὲς «ἤπιας ἰσχύος» προκειμένου νὰ οἰκοδομήσει κλῖμα ρωσοφιλίας στὶς ὀρθόδοξες χῶρες ποὺ ἔχουν ἐνταχθεῖ στὴν ΕΕ καὶ τὸ ΝΑΤΟ. Ὀργανώσεις προσκείμενες στὸ Κρεμλίνο καὶ τὴν ρωσικὴ Ἐκκλησία ἔχουν ἐπιδοθεῖ σὲ συντονισμένες προσπάθειες οἰκοδόμησης ἑνὸς ἀντι-δυτικοῦ καὶ ἀντι-φιλελεύθερου κοινωνικοῦ ρεύματος στὶς ἐν λόγῳ χῶρες, βασισμένου σὲ ἕνα κοινωνικὸ συντηρητισμό. Τὸν τελευταῖο ἀπαρτίζουν ὑποτιθέμενες «ὀρθόδοξες» ἀξίες, τὶς ὁποῖες προωθοῦν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ ρωσικοῦ κράτους καὶ Ἐκκλησίας καὶ οἱ συνδεδεμένες μὲ αὐτοὺς ὀργανώσεις. Ἡ συστηματικὴ προσπάθεια ἅλωσης τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ διάδοση ψευδῶν εἰδήσεων καὶ ἀκραίων φιλορωσικῶν θέσεων στὸ ἑλληνικὸ διαδίκτυο ἀποτελοῦν χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῆς ρωσικῆς αὐτῆς τακτικῆς.[1]

Ἐν κατακλεῖδι, εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ σαφὴς ἡ προσπάθεια τοῦ Φαναρίου νὰ ἀντιμετωπίσει τοὺς ἐπικριτὲς τῶν ἀποφάσεών του, ἐπιχειρώντας νὰ μεταθέσει στὸ πολιτικὸ ἐπίπεδο τὴν διαμάχη, ἐπιρρίπτοντας ταυτόχρονα αὐτή του τὴν μεθόδευση, στοὺς “ἀντιπάλους του”. Γνωστὴ ἄλλωστε τυγχάνει ἡ εὐρεῖα χρήση, ἐκ μέρους καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, τοῦ ὅρου fake news (ψευδεῖς εἰδήσεις). Ἐπανειλημμένα ἀναφέρθηκε στὴν “διασπορὰ ψευδῶν εἰδήσεων” ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐμπλοκὴ τοῦ ἀμερικανικοῦ παράγοντα στὸ Οὐκρανικό, ἑπομένως καὶ στὸν τρόπο (ἀλλὰ καὶ στὸν λόγο) ποὺ κινήθηκε τὸ Φανάρι. Οἱ παρεμβάσεις ὅμως τοῦ δραστήριου Ἀμερικανοῦ Πρέσβη στὴν Ἀθήνα (γιατί ὄχι τοῦ ἀντιστοίχου στὴν Οὐκρανία;), φανερώνουν τὴν ὠμὴ ἀλήθεια:

Ὁ Ἀμερικανὸς Πρέσβης ἐξέφρασε τὴν χαρά του καὶ τὴν ὑποστήριξη τῶν ΗΠΑ πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο.”Εἶμαι πάντα εὐγνώμων νὰ συναντῶ (24-5-2019) τὸν Παναγιώτατο καὶ νὰ ἐκφράζω τὴν ἰσχυρὴ ὑποστήριξη τῶν ΗΠΑ στὶς προσπάθειές του γιὰ τὴν θρησκευτικὴ ἐλευθερία, τὴν Οὐκρανικὴ Αὐτοκεφαλία καὶ τὸν νέο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς Ἐλπιδοφόρο”, τόνισε χαρακτηριστικὰ ὁ κ. Πάιατ.[2]

Ὁ δὲ Ἀρχιεπ. Ἱερώνυμος δέχθηκε τὸν Ἀμερικανὸ Πρέσβη Πάιατ στὶς 22-11-2019, προκειμένου νὰ δε-χθεῖ τὶς εὐχαριστίες τῶν ΗΠΑ, ἐπὶ τῇ ἀναγνωρίσει τῆς Οὐκρανικῆς “Αὐτοκεφαλίας”…

Ἐπάνοδος παλαιῶν προβλημάτων: ἡ περίπτωσις τῆς Ἐσθονίας

Ἡ ἀντιδικία τῶν δύο Πατριαρχείων, Μόσχας καὶ Κωνσταντινουπόλεως, ἐκκινεῖ λόγω τῆς ἀκαταστασίας, ποὺ γιὰ διαφορετικοὺς λόγους, βρέθηκαν στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα καὶ οἱ δύο Ἐκκλησίες. Στὴν ρωσικὴ περίπτωση, αἰτία αὐτῆς τῆς ἀκαταστασίας ἦταν τὰ γεγονότα ποὺ ἀκολούθησαν τὸν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως ὅμως ἡ Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση καὶ ἡ συνακόλουθη πολιτικὴ ἀλλαγή. Ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία διασπάστηκε, μὲ ἕνα τμῆμα της νὰ φεύγει (γιὰ πολιτικοὺς λόγους) ἐκτὸς Ρωσίας, ἐνῷ ταυτόχρονα διαμορφώθηκαν οἱ ὅροι γιὰ τὴν ἐμφάνιση “ἐθνικῶν” δικαιοδοσιῶν στὰ πάλαι ποτὲ ἐδάφη τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀποσπασμένων πιὰ ἀπὸ τὴν ἀπομονωμένη καὶ ἀδυνατισμένη –ἕνεκα τῆς νέας πολιτικῆς συγκυρίας– Ἐκκλησία, στὴν ὁποία ἕως τότε ἀνῆκαν.

Παράδειγμα, ποὺ συνιστᾶ ταυτόχρονα καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ –ἀρκετὰ– ἐπεισόδια ποὺ διαμόρφωσαν τὴν “δύσ­κολη” σχέση Μόσχας-Κωνσταντινούπολης, ὑπῆρξε καὶ τὸ Ἐσθονικὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖο μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἔχει μεγάλη ἀναλογία πρὸς τὸ Οὐκρανικό. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἐσθονίας ἀνῆκε στὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας ἕως καὶ τὸν Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ὁπότε καὶ τῆς παραχώρησε τὴν αὐτονομία ὁ Πατριάρχης (ἅγιος) Τύχων, κατόπιν τῆς ἀπωλείας τῶν ἕως τότε ρωσικῶν ἐδαφῶν τῆς Ἐσθονίας. Ὅμως ἡ Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση καὶ ἡ συνακόλουθη ἀναταραχή, ὁδήγησε τοὺς Ἐσθονοὺς στὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὸ αἴτημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑπαγωγῆς, κάτι ποὺ συνέβη τελικά, μὲ τὴν ἔκδοση καὶ σχετικοῦ πατριαρχικοῦ Τόμου τὸ 1923. Ἡ ἀνάκτηση ὅμως τῆς Ἐσθονίας κατὰ τὴν τελευταία φάση τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ἀπὸ τὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση (1944), ὁδήγησε τὴν αὐτόνομη Ἐσθονικὴ Ἐκκλησία (ἡ ὁποία εἶχε στὸ μεταξὺ ἱστορικὸ συν­εργασίας μὲ τὶς γερμανικὲς κατοχικὲς δυνάμεις), σὲ αὐτοεξορία στὴ Σουηδία, ἐνῷ ὁ τοπικὸς ὀρθόδοξος πληθυσμὸς ἐπανῆλθε στὴ δικαιοδοσία τῆς Μόσχας. Τὸ 1978, μάλιστα, ἡ Κωνσταντινούπολη ἀναγνώρισε οὐσιαστικὰ τὴ δικαιοδοσία τῆς Μόσχας ἀνακηρύσσοντας ὡς ἀνενεργὸ τὸν πατριαρχικὸ Τόμο τοῦ 1923. Τὸ πρόβλημα ὅμως κάνει τὴν ἐπανεμφάνισή του μὲ τὴν ἀνακήρυξη τῆς Ἐσθονίας ὡς ἀνεξαρτήτου κράτους τὸ 1991, καθώς, τὸ νέο κράτος, ἔχοντας ξεκάθαρα ἀντιρωσικὴ πολιτικὴ στάση, ἔθεσε ὡς ἄξονα τῆς θρησκευτικῆς του πολιτικῆς τὴ χειραφέτηση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴ Μόσχα.[3]

Τελικῶς, ἐπανῆλθε ἡ ἐξόριστη Ἐσθονικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀναγνωρίστηκε ἀπὸ τὸ κράτος ὡς ἡ ἐπίσημη ἐκπρόσωπος τοῦ Ὀρθόδοξου δόγματος καὶ τῆς παραχωρήθηκε σχεδὸν τὸ σύνολο τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας· φυσικὰ σὲ βάρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὁμάδας ποὺ μέχρι τότε βρισκόταν ὑπὸ τὴ Μόσχα. Τὸ πρόβλημα, ὅμως, ἦταν ὅτι ἡ νέα ἐσθονικὴ Ἐκκλησία δὲν ἔχαιρε τῆς ἀπαραίτητης ἀναγνώρισης ἀπὸ τὶς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Στὰ 1996, ὡστόσο, τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως νομιμοποίησε ἐκκλησιαστικὰ τὴν λειτουργία της, ἐπαναφέροντας σὲ ἰσχὺ τὸν Τόμο τοῦ 1923. Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ ἐξόργισε τὴ Μόσχα, ἡ ὁποία κατηγόρησε τὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ ἀντικανονικὴ δράση καὶ ἀνάμιξη στὶς ὑποθέσεις μιᾶς ἐπαρχίας ἐκτὸς τῆς δικαιοδοσίας της. Ἡ ρήξη ἔφτασε, μάλιστα, στὸ σημεῖο νὰ ἀφαιρεθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου ἀπὸ τὰ Δίπτυχα τῆς ρωσικῆς Ἐκκλησίας.[4]

Ἡ λύση ποὺ προκρίθηκε τότε, ἦταν αὐτὴ τῆς ἀναγνωρίσεως δύο(!) δικαιοδοσιῶν (Μόσχας καὶ Κωνσταντινουπόλεως), στὴν αὐτὴ χώρα, πρὸς κατάλυσιν πάσης ἔννοιας κανονικοῦ δικαίου (12ος κανὼν τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς συνόδου).

Ἡ νέα Οὐκρανικὴ πραγματικότης καὶ τὰ ἐπακόλουθα

Ὅπως ἤδη εἰπώθηκε, ἡ Ἐσθονικὴ καὶ ἡ Οὐκρανικὴ περίπτωση παρουσιάζουν ὁμοιότητες, ποὺ ἐνισχύονται ἀπὸ τὴν σημασία ποὺ ἔχουν οἱ δύο αὐτὲς χῶρες στὸ νέο εὐρωπαϊκὸ μεταψυχροπολεμικὸ πολιτικὸ σύστημα ποὺ δομεῖται. Ἡ ἀνάπτυξη τοῦ ΝΑΤΟ (ὅσον ἀφορᾶ τὰ κράτη μέλη τῆς πρώην Σοβιετικῆς Ἕνωσης), συνέπεσε μὲ τὴν μεγάλη ἀλλαγὴ τῆς Ρωσικῆς πολιτικῆς ὡς πρὸς τὶς σχέσεις της μὲ τὴν Δύση καὶ τὴν προσπάθειά της, γιὰ νὰ θέσει τέλος στὸν ρόλο κομπάρσου ποὺ εἶχε ἐπὶ Γιέλτσιν. Ἡ συνέπειες τῆς νέας πολιτικῆς πραγματικότητας, κατόπιν μάλιστα τοῦ ἀνεπιθύμητου γιὰ τὴν Δύση ἀποτελέσματος τῶν ρωσικῶν ἐκλογῶν τοῦ Μαρτίου τοῦ 2004 (ἐπανεκλογὴ Πούτιν), ξετυλίχτηκαν μὲ ταχύτητα: οἱ τρεῖς Βαλτικὲς Δημοκρατίες (Ἐσθονία, Λιθουανία, Λετονία) εἰσῆλθαν τὸ 2004 στὸ ΝΑΤΟ καὶ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση (ἀντίθετα πρὸς τὶς Δυτικὲς ἐγγυήσεις πρὸς τὸν Γκορμπατσώφ, ὅτι κάτι τέτοιο δὲν πρόκειται νὰ συμβεῖ), ἐνῷ τὸ ἴδιο ἔτος στὴν Οὐκρανία συνέβη ἡ “Πορτοκαλὴ Ἐπανάσταση” ποὺ ἔφερε στὴν ἐξουσία τὸν πρῶτο ἀνοικτὰ δυτικόφιλο Πρόεδρο (Γιουσένκο 2005-10), τοῦ ὁποίου ἡ βίαια ἀντιρωσικὴ πολιτικὴ προκάλεσε τὸ λαϊκὸ αἴσθημα καὶ ὁδήγησε, στὶς ἑπόμενες ἐκλογές, στὴν ἄνοδο τοῦ ἀνοικτὰ φιλορώσου Γιανούκοβιτς (2010-14), μὲ συνέπεια τὴν δεύτερη “ἐπανάσταση”, τοῦ Εὐρωμαϊντὰν (2014) –γερμανοαμερικανικῆς ἔμπνευσης καὶ ὑλοποίησης–, ποὺ ἀνέτρεψε τελικὰ τὸν Γιανούκοβιτς καὶ τοποθέτησε τὴν Οὐκρανία, σὲ μία ἀνοικτὰ φιλοδυτικὴ καὶ ἐξ ὁρισμοῦ ἀντιρωσικὴ πολιτικὴ πορεία, μὲ κύριο ζητούμενο τὴν εἴσοδο στὸ ΝΑΤΟ καὶ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση.

Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Φαναρίου, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἐπέλεξαν νὰ κινηθοῦν, στὸ πεδίο ποὺ ὅριζε ἡ νέα οὐκρανικὴ κατάσταση, συνέπεσε βεβαίως μὲ τὶς γεωπολιτικὲς ἀναγκαιότητες τοῦ ὑπερατλαντικοῦ Κέντρου ὡς πρὸς τὴν Οὐκρανία, κάτι ποὺ ἐξηγεῖ ἄλλωστε καὶ τὸν χρόνο ἐκδήλωσης τῆς “ἐπίθεσης”, παράλληλα ὅμως, τὸ Οὐκρανικὸ Ζήτημα ἀποτέλεσε τὸ πεδίο ἐφαρμογῆς τῶν θεολογικῶν ἐπιλογῶν τοῦ ΠΚ (νέα θεολογία περὶ Πρωτείου, βασισμένη στὴν –ἐπίσης νέα– Εὐχαριστιακὴ Ἐκκλησιολογία).

Ἐν τῷ μεταξύ, στὴν ἴδια τὴν Οὐκρανία, ἡ καταγραφὴ τῶν τελευταίων ἐκκλησιαστικῶν ἐξελίξεων ἀκολουθεῖ πιστὰ αὐτὴν τῶν πολιτικῶν, ποὺ ἔχοντας ἀπαρχὴ τὸ αἱματηρὸ πραξικόπημα τοῦ 2014, συνεχίζουν νὰ ρίχνουν βαριὰ τὴ σκιά τους καὶ στὰ ἐγχώρια ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα: τὸ νέο πολιτικὸ σκηνικὸ ποὺ διαμορφώνεται, μετὰ τὴν (συντριπτικὴ) ἐκλογικὴ ἐπικράτηση τοῦ Ζελένσκυ ἐπὶ τοῦ Ποροσένκο (τοῦ πρώτου –σκληροπυρηνικοῦ ἀντιρώσου καὶ φανατικὰ δυτικόφιλου– μεταπραξικοπηματικοῦ προέδρου), θέτει ξανὰ στὸ προσκήνιο τῆς ἄλυτες ἀντιφάσεις τῆς νέας (ἀντιρωσικῆς-δυτικόφιλης) πορείας τῆς Οὐκρανίας καὶ προκαλεῖ ἐκ νέου τριγμοὺς στὸ ἀρτιγέννητο “ἐκκλησιαστικὸ” μόρφωμα τῆς Οὐκρανικῆς “Ἐκκλησίας”, ποὺ πρὶν προλάβει νὰ ἀναπτυχθεῖ, ἤδη σπαράσσεται ἀπὸ ἐνδοδυναστικοὺς ἀγῶνες. Ἡ συνέντευξη τοῦ σχισματικοῦ “Πατριάρχη Κιέβου” Φιλαρέτου στὶς 14-5-2019, προκάλεσε στὴν ἤδη σοβοῦσα κρίση, νέους τριγμούς, ὁδηγώντας σὲ περαιτέρω διαλυτικὲς τάσεις τὴ νέα σχισματικὴ ὀντότητα. Ἡ νέα πραγματικότητα, μετὰ τὴν ἀναγνώριση τοῦ αὐτοκεφάλου, παραμένει ἡ ἴδια μ΄ αὐτὴν ποὺ –ὑποτίθεται– θεράπευσε: τρεῖς ἦταν πρίν, τρεῖς εἶναι καὶ τώρα οἱ ἐκκλησιαστικὲς ὀντότητες στὴ Οὐκρανία…

Αὐτὸ ποὺ ἐντυπωσιάζει, εἶναι –τώρα ποὺ ὁ στόχος ἐπετεύχθη–, ἡ κυνικὴ ἀντιμετώπιση ἀπὸ πλευρᾶς Φαναρίου τῆς διατήρησης τῆς κατετμημένης ἐκκλησιαστικῆς κατάστασης στὴν Οὐκρανία, πρᾶγμα ποὺ φανερώνει καὶ τὸν ἀπώτερο σχεδιασμό: τὴν μὲ κάθε τρόπο καὶ μέσο μονομερῆ ἀναγνώριση ἑνὸς βίαια ἀντιρωσικοῦ, ἄμετρα φιλοδυτικοῦ, ταυτόχρονα δὲ ἄμεσα ὑποταγμένου στὸ Φανάρι, ὑβριδικοῦ “αὐτοκεφάλου” μορφώματος.

Ἡ νέας μορφῆς “αὐτοκεφαλία” παρέχεται πλέον ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸ Φανάρι, καὶ συνίσταται σὲ μία διευρυμένης μορφῆς αὐτονομία. Αὐτὴ ἄλλωστε ἦταν καὶ ἡ κριτικὴ τοῦ ψευδὸ-πατριάρχη Κιέβου Φιλαρέτου, ὁ ὁποῖος, ἀποκάλυψε σὲ σειρὰ συνεντεύξεων, τὸ ἐκκλησιαστικὸ ὅσο καὶ τὸ πολιτικὸ παρασκήνιο τῆς “αὐτοκεφαλίας”.

Σ’ αὐτὲς λοιπόν,ὑπενθύμισε ὁ Φιλάρετος, ὅτι τὸ κεντρικὸ ἐπιχείρημα τῶν “αὐτοκεφαλιστῶν” (Οὐκρανῶν καὶ ΠΚ), ὡς πρὸς τὸ αἰτιολογικὸ τῆς χορήγησης τῆς Αὐτοκεφαλίας, ἦταν –ἀποτελώντας τὸ μοναδικὸ σημεῖο συμφωνίας ὅλων τῶν “ἑνωτικῶν” πλευρῶν– ἡ ἑξῆς παραδοχή:

Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης αἰτιολόγησε τὴν ἀπόφαση αὐτὴ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ 1686 ἡ Μητρόπολη Κιέβου προσαρτήθηκε παράνομα στὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας. […] Ὅταν ὁ Κύριος δημιούργησε τὶς κατάλληλες συνθῆκες, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Μόσχα ἦταν κατηγορηματικὰ ἀντίθετη, μᾶς ἔδωσε τὴν Αὐτοκεφαλία. Ἂν καὶ ἀρχικὰ δήλωσε ὅτι εἴμαστε μέρος τῆς Πατριαρχίας του.[5]

Παρ’ ὅλα ταῦτα ὅμως, ὁ ἴδιος στὴν συνέντευξή του τῆς 10-6-2019, ὁμολόγησε ὅτι,

Ὅταν τὸ 1991 πραγματοποιήσαμε τὴν Τοπικὴ Σύν­οδο, ὑποβάλαμε αἴτηση στὸν Πατριάρχη Μόσχας, ἐπειδὴ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἤμασταν ἕνα μέρος τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ μᾶς ἀρνήθηκαν.[6]

Τελικῶς, διαπιστώνει ὅτι ἡ “Οὐκρανικὴ Ἐκκλησία”, εἶναι αὐτοκέφαλη μόνο στὸ ὄνομα, ἄλλωστε, στὴν πραγματικότητα, ἡ Οὐκρανικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἔχει τὰ δικαιώματα μιᾶς ἀνεξάρτητης Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας. […] Θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω τὶς διαπραγματεύσεις μὲ τὸν ἴδιο τὸν Μητροπολίτη [Γαλλίας] κ. Ἐμμανουὴλ κατὰ τὴν περίοδο τῆς προεδρίας τοῦ Βίκτορ Γιούστσενκο [2005-2010]. Μᾶς πρότειναν τότε μία συμφωνία. Τὸ περιεχόμενό της ἦταν τὸ ἑξῆς: ἐμεῖς γινόμαστε ἕνα μέρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅπως ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης. Τότε εἶπα ὅτι κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες δὲν θὰ ὑπαχθοῦμε. Καὶ ἀπορρίψαμε αὐτὴν τὴν πρόταση. Καὶ τώρα αὐτοὶ ἔκρυψαν ἀπὸ ἐμᾶς ὅτι στὸν Τόμο θὰ εἶναι σχεδὸν τὸ ἴδιο.[7]

Καὶ ἀπαντώντας σὲ σχετικὴ ἐρώτηση ὡς πρὸς τὸ ἐὰν “ἐξαπατήθηκαν“, διαπιστώνει:

Ναί, μᾶς ἐξαπάτησαν·[8] προχωρώντας στὴν ἐπισήμανση ὅτι: (ἡ “ἑνωτικὴ συνοδος” τῆς) 15 Δεκεμβρίου 2018, δὲν ἦταν Σύνοδος τῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας. Ἦταν ἡ Σύνοδος τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Κιέβου τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως […] ἦταν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι τοῦ Πατριαρχείου Κιέβου, διότι προήδρευσε σὲ αὐτὴν τὴν Σύνοδο Ἕλληνας Μητροπολίτης.[9]

Ὁ Φιλάρετος τελικῶς ἀποκήρυξε τὸν Τόμο (20-6-2019) καὶ ἀκύρωσε τὶς ἀποφάσεις ποὺ βασίζονταν σ΄ αὐτόν, βάσει τοῦ αἰτιολογικοῦ ὅτι,

Ὁ Τόμος ποὺ ἐκχώρησε στὴν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ἡ Κωνσταντινούπολη δὲν συμμορφώνεται μὲ τὸ Καταστατικὸ τῶν ἄλλων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καὶ καθιστᾶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ἐξαρτώμενη ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινούπολης[10].

Ἔδωσε δὲ τὸ τελικὸ κτύπημα στὴν “ἑνωτικὴ” ρητορικὴ τοῦ Φαναρίου, καθὼς στὶς 25-6-2019 ἀνακοίνωσε τὴν δημιουργία δικῆς του “συνόδου”, πλήρως ἀνεξ­άρτητης αὐτῆς τοῦ Ἐπιφανίου, τῆς ὁποίας ὅπως δήλωσε, “οἱ ἀποφάσεις δὲν ἰσχύουν γιὰ ἐμᾶς”…[11]

Συμπερασματικά, ὁ Φιλάρετος τοποθετήθηκε ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ προβλήματος: στὸ ἀλλοιωμένο “αὐτοκέφαλο”, καὶ στὴν ὑπαγωγὴ τῆς Οὐκρανικῆς διασπορᾶς στὸ ΠΚ. Ἔτσι, ἀπὸ προνομιοῦχος συνομιλητὴς μὲ τὶς ΗΠΑ, ὅπως ἤλπιζε νὰ ἀναβαθμιστεῖ, –στὸ νέο πολιτικὸ σκηνικὸ τῆς Οὐκρανίας– μὲ ἀπ’ εὐθείας πρόσβαση στὴν Ἀμερικανικὴ Οὐκρανικὴ κοινότητα (μὲ τὴν ἰδιαίτερη οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ σημασία ποὺ αὐτὴ ἔχει γιὰ τὴν Ἀμερικανικὴ ἐξωτερικὴ πολιτική), κατέληξε ἁπλὰ “φτωχὸς συγγενής”… Ὁ ἴδιος μέσα σὲ λίγες γραμμές, διαπίστωσε μὲ πίκρα:

Τί κρύβεται πίσω; Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἐκτὸς Οὐκρανίας Ὀρθόδοξοι Οὐκρανοὶ δὲν ἀνήκουν στὴν Οὐκρανικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Καὶ ὁ Τόμος περιλαμβάνει τὴ σχετικὴ ἀναφορά. Ἀναστατώθηκαν ὅμως μὲ αὐτὰ οἱ ἐκτὸς Οὐκρανίας Ὀρθόδοξοι Οὐκρανοί. Θέλουν νὰ ἀνήκουν στὴν οἰκεία αὐτῶν Ἐκκλησία.

Ὅλες οἱ Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἔχουν ὅλη τὴ Διασπορά τους, ἐκτὸς τῶν Ἑλληνικῶν Ἐκκλησιῶν. Ὅλη ἡ Ἑλληνικὴ Διασπορὰ ὑπάγεται κανονικῶς στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη.

Γι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ὀνομαζόμαστε Οὐκρανικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ ὄχι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, προκειμένου οἱ Οὐκρανοί μας ἐμιγκρέδες νὰ ἔχουν δικαίωμα νὰ ἀνήκουν στὴν οἰκεία αὐτῶν Ἐκκλησία.[12]

Αὐτὸ ποὺ διαφεύγει καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ Φιλαρέτου εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ ἔδωσε τὸ ΠΚ στὸ Οὐκρανικὸ “Αὐτοκέφαλο” δὲν ἀποτελοῦν τὴν ἐξαίρεση, ἀλλὰ τὴν ἀπαρχὴ τοῦ νέου τύπου Αὐτοκεφάλου, ὅπως τὸ ὁρίζει πλέον τὸ Φανάρι· ἑνὸς σταδιακὰ καταργούμενου Αὐτοκεφάλου…

Τὸ δεδομένο ἑπομένως ποὺ θὰ πρέπει νὰ προσε-χθεῖ στὸ δοθὲν νέο “αὐτοκέφαλο”, ποὺ ταυτόχρονα σχετίζεται μὲ τὴν –ἀνύπαρκτη– ἐπὶ τῆς οὐσίας οἰκουμενικότητα τοῦ ΠΚ, εἶναι ὁ ἔλεγχος τῆς Ὀρθοδόξου “Διασπορᾶς”. Οἱ ἐθνικὲς “Διασπορές” (μὲ μόνη ἐξαίρεση τὴν Ἑλληνική), ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὶς ἐθνικὲς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Ὅπως θὰ καταδειχθεῖ κατωτέρω, ἡ ἔννοια τῆς οἰκουμενικότητας τοῦ ΠΚ, οὐσιαστικὰ κατέρρευσε μετὰ τὸ κῦμα τῶν ἀποσχίσεων (καὶ τῶν κατ’ ἀνάγκην παραχωρηθέντων αὐτοκεφαλιῶν), κατὰ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 19ου αἰώνα. Ἡ προσπάθεια, ἑπομένως, γιὰ τὴν ὑπαγωγὴ συνόλου τῆς Διασπορᾶς στὸ ΠΚ, συνιστᾶ ἀπόλυτη προτεραιότητα, κρίσιμης σημασίας γιὰ τὴν ἀναβάθμιση τῆς ὑπόστασης καὶ τῆς θέσης τοῦ Πατριαρχείου ἐντὸς τῆς Διεθνοῦς Κοινότητας, εἰδικὰ ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς σχεδιαζόμενης ἕνωσης Παλαιᾶς καὶ Νέας Ρώμης τὸ 2025.

Ἡ ὑλοποίηση τοῦ σχεδιασμοῦ ξεκινᾶ ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς εἶχε ὁρισθεῖ ὁ Σπυρίδων (1996-1999), ἀμέσως μετὰ τὴν παραίτηση Ἰακώβου. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἐτέθη ὠμὰ τὸ ζήτημα:

Ὁ Σπυρίδων ἔδωσε ὁμιλία στὸ 32ο Κληρικὸ-Λαϊκὸ Συνέδριο τῆς Ἑλληνικῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, ὅπου δήλωσε ξεκάθαρα ὅτι τόσο αὐτὸς ὅσο καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἤθελαν νὰ θέσουν τέλος στὰ “ἐθνικὰ γκέτο”, τὰ ὁποῖα διαιροῦν τὴν Ὀρθοδοξία στὴν Ἀμερική. Κατεδίκασε τὸν ἐθνικὸ ἀπομονωτισμό, ποὺ λειτουργεῖ εἰς βάρος “τῆς πνευματικῆς μας ταυτότητας”, (προσθέτοντας) ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ κοπεῖ πιὰ “ὁ γόρδιος δεσμὸς τοῦ ἐθνικισμοῦ”.[13]

Τὸ πρόβλημα ἑπομένως τοῦ “ἐθνικισμοῦ” καὶ τῶν “ἐθνικῶν γκέτο”, στὸ ὁποῖο ἐπιμόνως ἀναφέρονται οἱ πατριαρχικοί, εἰδικὰ δὲ ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ξεκάθαρα σημαίνουν τὴν ἐλεγχόμενη ἀπὸ τὶς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, Διασπορά. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Φαναρίου στὸν “ἐθνικισμό”, δὲν εἶναι λοιπὸν ἄλλη, ἀπὸ τὴν ὑπαγωγὴ συνόλου τῆς Διασπορᾶς στὸ “Οἰκουμενικὸ” Κέντρο. Ἐδῶ νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἡ κοινὴ πορεία τῶν “τομιστῶν” Φαναρίου καὶ Οὐκρανίας, στηρίχθηκε στὸ ἀποδεδειγμένα –σὲ σωρεία κειμένων– μύθευμα περὶ “ἐπιτροπικῆς” παραχώρησης τῆς Μητροπόλεως Κιέβου ἀπὸ τὸ ΠΚ στὸ ΠΜ. Τὸ “ἐπιτροπικῶς” εἶναι ἡ ἔννοια κλειδί: ὅπως ξεκάθαρα φάνηκε στὸ Ἐσθονικὸ καὶ τὸ Οὐκρανικὸ Ζήτημα, τὸ Φανάρι προχωρᾶ πλέον στὴν κατὰ βούλησιν ἀνάκληση Τόμων καὶ συνοδικῶν ἀποφάσεων, ἀψηφώντας ἔμπρακτα τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τί σημαίνει ὅμως “ἀνακληση”, τί συνεπάγεται; Ἡ ἀπάντηση εἶναι, ὄχι μόνον τὰ ὅσα ἔχουν ἤδη ἀναφερθεῖ, ἀλλὰ ἐπιπλέον, τὴν ἐκκίνηση τῶν διαδικασιῶν γιὰ τὴν οὐσιαστικὴ κατάργηση τῶν ἰδίων τῶν Αὐτοκεφαλιῶν!

Ἡ Ἑλληνικὴ περίπτωσις

Τὸ “ἐπιτροπικῶς” τὸ βρίσκουμε ξανὰ σὲ μία πολὺ οἰκεία περίπτωση: αὐτὴν τοῦ καθεστῶτος τῶν λεγομένων “Νέων Χωρῶν” τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (ΕτΕ). Τὸ τί σημαίνει τὸ ἐπιτροπικῶς, τὸ ἴδιο τὸ Πατριαρχεῖο τὸ ἐξηγεῖ στὴν Β’ Ἐπιστολή του πρὸς τὴν ΕτΕ (30 Σεπτεμβρίου 1999), ὅπου τὸ ξεκαθαρίζει δίχως νὰ ἀφήνει καμία ἀμφιβολία, ὅτι:

διὰ τὰς ἐπιτροπικῶς ἀνατεθείσας αὐτῇ (σημ. ἡμ. στὴν ΕτΕ) Ἱερᾶς Μητροπόλεις τοῦ καθ’ ἡμᾶς Πατριαρχικοῦ Θρόνου, οἱ Ἱεράρχαι τῶν ὁποίων καὶ τύποις καὶ οὐσίᾳ κατὰ τὰ θεσπίσματα τῆς Πράξεως τοῦ ἔτους 1928 πνευματικῶς Πρῶτον ἔχουν μόνον τὸν τῆς Κωνσταντινουπόλεως Ἀρχιεπίσκοπον.[14]

Αὐτὴ εἶναι μία δήλωση ποὺ ἀναπόφευκτα ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα μιᾶς μειωμένης, μὴ-πλήρους αὐτοκεφαλίας (ὅπως ὅμοια διαπιστώνει γιὰ τὴν Οὐκρανικὴ περίπτωση ὁ Φιλάρετος). Ὁπότε, ἡ Γνωμοδότηση τοῦ καθ. Π. Μπούμη «περὶ τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ πρώτου στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», ποὺ κατατέθηκε στὸν Ἀρχιγραμματέα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ΕτΕ (25 Σεπτεμβρίου 1999), ἀπολύτως λογικά, κινεῖται στὴν διατύπωση τοῦ αὐτονόητου:

Ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία (σημ. ἡμ. ἐννοεῖται ἡ ΕτΕ) ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ζητήσει ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νὰ ἐφαρμοσθεῖ καὶ σ’ αὐτὴν τὸ αὐτοκέφαλο, ὅπως καὶ στὶς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἢ ἔστω νὰ ζητήσει νὰ ἐφαρμοσθεῖ ὅ,τι ἀπαιτοῦν οἱ κανόνες, χάριν τῆς τάξης, ὁμοιομορφίας καὶ ἑνότητας τοῦ εὐρύτερου χώρου τῆς Ὀρθοδοξίας.[15]

Ἐποχὴ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ: ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κρίσεως

Τὸ ζήτημα τοῦ ἐλλειμματικοῦ ἑλλαδικοῦ αὐτοκεφάλου εἰσῆλθε στὴν τελικὴ (ὅπως ἐκ τῶν πραγμάτων φαίνεται) φάση του, μὲ τὴν ἄνοδο στὸν Πατριαρχικὸ Θρόνο τοῦ νῦν Πατριάρχου Βαρθολομαίου (1992). Στὸν Ἐνθρονιστήριο Λόγο του, ἐπαγγέλθηκε, μεταξὺ ἄλλων καὶ τὴ διακονία τοῦ πληρώματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὶς ἐπαρχίες του ἐκτὸς Τουρκίας καὶ ξεκίνησε ἀμέσως, στὸ πλαίσιο αὐτῆς τῆς στρατηγικῆς, περιοδεῖες σὲ ὅλο τὸν κόσμο καὶ στὴν Ἑλλάδα.[16]

Ἡ κρίση μὲ τὴν ΕτΕ ξεκινᾶ σχεδὸν ἄμεσα μὲ τὴν ἀπόφασή του νὰ συγκαλέσει σύνοδο τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ ΠΚ, ἀπ’ ὅλα τὰ κλίματα τοῦ Πατριαρχείου. Ὡς τέτοιοι θεωρήθηκαν καὶ οἱ Μητροπολίτες τῶν λεγομένων Νέων Χωρῶν, ὁπότε καὶ ἐνημερώθηκε σχετικὰ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς ΕτΕ πρὸς ἀποστολὴν τριῶν Μητροπολιτῶν ἐξ αὐτῶν. Παρ’ ὅ,τι ὅμως ἔγινε δεκτὴ ἡ πρόσ­κληση, δὲν ἐστάλησαν τελικὰ οἱ τρεῖς Μητροπολίτες ὡς κανονικὰ μέλη τῆς συνόδου, ἀλλὰ ὡς παρατηρητές. Τὸ μήνυμα τῆς Ἀθήνας, ἦταν σαφές:

Ἡ κίνηση αὐτὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ ἐκτιμήθηκε τότε, ὅτι ἀφενὸς στόχευε νὰ δώσει μήνυμα στὸ νέο Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη ὅτι δὲν ἔχει δικαιώματα στὶς Νέες Χῶρες, θεωρώντας μακρινὸ παρελθὸν τὴ ρύθμιση τοῦ 1928 καὶ ἀφετέρου νὰ κόψει μιὰ καὶ καλὴ τὶς ἀνοιχτὲς γέφυρες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ τὶς Νέες Χῶρες στὴν Ἑλλάδα[17]

Τὸ “μετέωρο” ζήτημα τῶν Νέων Χωρῶν, ἀποτέλεσε ἀντικείμενο τῆς ὁμιλίας ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν Ἑλλαδικῶν Μητροπολιτῶν στὴν σύνοδο, τοῦ Ἀλεξανδρουπόλεως Ἀνθίμου, ποὺ ἔχοντας λάβει τὸν λόγο μετὰ τὴν ὁμιλία τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, εἶπε:

Ὁ ὅρος «Νέες Χῶρες» εἶναι πολιτικὸς καὶ δάνειο τῆς τότε ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως ἀπὸ τὴν κρατική μας διοίκηση. Ὁ ὅρος «Μητροπόλεις τῶν Νέων Χωρῶν» στερεῖται τελείως, οἱουδήποτε ἐκκλησιαστικοῦ περιεχομένου. Πῶς εἶναι δυνατὸ μετὰ ἀπὸ παρέλευση 70 καὶ 80 χρόνων, νὰ μιλᾶμε γιὰ Νέες Χῶρες στὴν πατρίδα μας; Οὔτε ποτὲ σκέφθηκε ἡ Γαλλία νὰ ὀνομάσει τὸ Στρασβοῦργο ποὺ τὸ ἀπέκτησε στὸ τέλος τοῦ Β ΄ Παγκοσμίου Πολέμου, νέα χώρα τῆς γαλλικῆς ἐπικρατείας. Ἡ δική μας χώρα ἡ Ἑλλάδα εἶναι πλέον μία, Ἑνιαία καὶ παλαιά. Ἑπομένως μόνον ἡ χρησιμοποίηση τοῦ ὅρου «Ἱερὲς Μητροπόλεις τοῦ Κλίματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» εἶναι ἐκκλησιαστικὰ ὀρθή. Ἄλλωστε στὸ ἴδιο τὸ κείμενο τῆς Πατριαρχικῆς Πράξεως τοῦ 1928 δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ ὁ ὅρος «Νέες Χῶρες».[18]

Μάλιστα, ὁ αὐτὸς Ἄνθιμος ἀπαντώντας σὲ φιλοπατριαρχικὸ δημοσίευμα μεγάλης ἐφημερίδας (Βῆμα 13 Δεκεμβρίου 1992), ποὺ ἐπιχειροῦσε νὰ ἀποδώσει εὐθύνες στὴν ΕτΕ γιὰ τὴν κρίση, ὅπως ἐξελισσόταν, μεταξὺ Φαναρίου καὶ Ἀθήνας, σημείωσε ὅτι στὴν Πατριαρχικὴ Πράξη τοῦ 1928, γιὰ τὴν παραχώρηση τῶν Μητροπόλεων στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δὲν ὑπάρχει ἡ φράση «ἄχρι καιροῦ»[19]

Ὁ δὲ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, κατανοώντας τὴν σπουδὴ τοῦ νέου Πατριάρχου στὴν διαμόρφωση “τετελεσμένων”, ἀνέθεσε στὸν τότε Ἀντιπρόεδρο τῆς ΔΙΣ Πατρῶν Νικόδημο, νὰ παρουσιάσει ἐνώπιόν της εἰσήγηση, ὡς πρὸς τὸ ἐκκλησιαστικὸ καθεστὼς τῶν Νέων Χωρῶν. Στὶς ἀρχὲς Ὀκτωβρίου, κατὰ τὴν παρουσίαση τῆς εἰσηγήσεως ὁ Πατρῶν, «ὑποστήριξε ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο δὲν ἔχει κανένα δικαίωμα στὶς Νέες Χῶρες.»[20]

Ἡ ἐποχὴ Σεραφεὶμ ὁλοκληρώθηκε μὲ ἐλάσσονος σημασίας γεγονότα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν Νέων Χωρῶν (πχ Πατριαρχικὴ ἐπίσκεψη στὴν Χίο, 1997), ἀποτελώντας οὐσιαστικὰ μεσοδιάστημα μεταξὺ τοῦ φθίνοντος Ἀρχιεπισκόπου καὶ τοῦ νέου ποὺ ἐρχόταν. Οὐσιαστικὰ ὅμως, ὅλοι καταλάβαιναν ὅτι ἕνας νέος κύκλος στὶς σχέσεις Ἀθήνας-Φαναρίου εἶχε ἤδη ἐγκαινιασθεῖ, ὅπου ἔθετε ὡς πρωτεῦον τὸ μελλοντικὸ καθεστὼς τῶν Νέων Χωρῶν.

Ἡ κορύφωσις τῆς κρίσεως: Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος

Ἡ ἐκλογὴ Χριστοδούλου στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο (28 Ἀπριλίου 1998), ὄντως σηματοδότησε τὴν ἀπαρχὴ τῶν ἐξελίξεων καὶ τὴν ἐπανεκκίνηση τῆς συζήτησης γιὰ τὸ φλέγον ζήτημα τῶν Νέων Χωρῶν. Νὰ σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι, ὁ Χριστόδουλος ὡς Δημητριάδος διατηροῦσε ἄριστες σχέσεις τόσο μὲ τὸν Πατριάρχη ὅσο καὶ μὲ σημαίνοντες Μητροπολίτες τοῦ Φαναρίου. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ὡς νέα ἡγεσία στὴν ΕτΕ ὁ Χριστόδουλος δὲν μποροῦσε νὰ παραβλέψει τὶς ἀρνητικὲς ἐξελίξεις στὸ ζήτημα τῶν Νέων Χωρῶν, ποὺ ἀπειλοῦσαν τὴν ἑνότητα τῆς ΕτΕ, καὶ κατὰ συνέπεια τὴν ἰδιαίτερη σημασία καὶ θέση ποὺ εἶχε αὐτὴ στὸν Ὀρθόδοξο Κόσμο.

Ἡ ἀρχὴ ἔγινε τὸ 1999, ὁπότε καὶ ὁ Χριστόδουλος ἀνέθεσε σὲ ἐπιτροπὴ μὲ πρόεδρο τὸν Μεσσηνίας Χρυσόστομο τὴν διερεύνηση τοῦ Μνημοσύνου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν στὸ κλῖμα τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ δὲ εἰσήγηση τῆς ἐπιτροπῆς, ἔκρινε ἀναγκαία τὴν ἔνταξη τῆς μνημόνευσης τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν στὸ Μνημόσυνο τῶν Μητροπόλεων τῶν Παλαιῶν Χωρῶν τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὅσο καὶ τῶν Νέων Χωρῶν, τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.[21]

Καταλυτικὴ δὲ ἦταν ἡ (προαναφερθεῖσα) Γνωμοδότηση τοῦ Π. Μπούμη, ποὺ προκάλεσε τὴν ἄμεση ἀπάντηση τοῦ καθ. Β. Φειδᾶ (3 Ὀκτωβρίου 1999). Ὡς γνωστὸν ὁ κ. Φειδᾶς δὲν εἶναι ὁ τυχὸν καθηγητής, ἀναγνωρίζεται ὡς σημαντικὸς ἐκκλησιαστικὸς ἱστορικὸς καὶ κανονολόγος, ἐνῷ κατέχει τὴν ἐπιπλέον ἰδιότητα τοῦ πλέον αὐθεντικοῦ ἐκφραστῆ –σχεδὸν ἡμιεπίσημου– τῶν Πατριαρχικῶν θέσεων, ἐπὶ τῶν κανονικῶν ζητημάτων. Στὸ ἐν λόγῳ δὲ ἄρθρο ἐξέφρασε αὐτὰ ποὺ οἱ ἐπίσημες ἐπιστολὲς τοῦ Φαναρίου δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ποῦν, ἀναφορικῶς ὡς πρὸς τὶς διεργασίες ἐντὸς τῆς ΕτΕ:

«τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν πρέπει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τεθεῖ μονομερῶς ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Δὲν μπορεῖ νὰ τεθεῖ, γιατί εἶναι μιὰ πρόδηλη ἀντικανονικὴ πράξη σὲ ξένη ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία, ἡ ὁποία ὁρίζεται ἀπὸ τὴν Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξη τοῦ 1928 καὶ ἔχει κατοχυρωθεῖ συνταγματικὰ στὸ ἄρθρο 3 παρ. τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος (1975). Δὲν πρέπει νὰ τεθεῖ, γιατί προκαλεῖ ἀναπόφευκτες καὶ ἀπρόβλεπτες συνέπειες τόσο στὶς σχέσεις τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴ Μητέρα Ἐκκλησία, ὅσο καὶ γενικότερα στὶς διορθόδοξες σχέσεις, ἂν δὲν προληφθοῦν οἱ ὁποιεσδήποτε μονομερεῖς ἀποφάσεις εἰδικότερα γιὰ τὶς Μητροπόλεις τῶν Νέων Χωρῶν».[22]

Στὸ μεταξὺ ὅμως ἐστάλησαν δύο ἐπιστολὲς τοῦ ΠΚ (3 καὶ 30 Σεπτεμβρίου 1999), πρὸς τὴν ΕτΕ, ποὺ ὁδήγησαν τὴν ἤδη σοβοῦσα κρίση σὲ ἀνοικτὴ σύγκρουση. Ἡ ἐξέταση τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν, καθὼς καὶ τῶν δύο (καθυστερημένων) ἀπαντήσεων τῆς ΕτΕ (ἡμερομηνία “ἀποστολῆς” φέρουν καὶ οἱ δύο τὴν 27η Αὐγούστου 2001, ὅπως καταγράφεται στὴν ἔκδοσή τους στὸ ἐπίσημο περιοδικὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ΕτΕ Ἐκκλησία τ.8, 2001), παρουσιάζουν ἀνάγλυφα, καὶ στὸ πλέον ἐπίσημο ἐπίπεδο, τὴν μάχη θέσεων τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Ἡ καθυστέρηση δὲ τῶν ἀπαντήσεων ὀφειλόταν στὴν ἀναβολὴ τῆς σχεδιαζομένης συζητήσεως τοῦ ζητήματος τοῦ Μνημοσύνου (Ἱεραρχία Ὀκτωβρίου 1999), τὴν περαιτέρω μελέτη τοῦ θέματος, κυρίως ὅμως, ἐκτεταμένα ἀποσπάσματα, ὥστε νὰ ἀφεθοῦν οἱ ἴδιοι οἱ πρωταγωνιστὲς νὰ “μιλήσουν” μέσα ἀπὸ τὰ κείμενά τους, περιορίζοντας τὸν δικό μας ρόλο στὸν ἀπαραίτητο σχολιασμό, ἵνα μὴ ἐπιβαρύνωμεν τὸ κλῖμα ἐν ταῖς μεταξὺ τῶν Ἁγιωτάτων Ἐκκλησιῶν ἡμῶν σχέσεσιν κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας καὶ ἵνα μὴ ἐπιτείνωμεν τὴν ταραχὴν ἐκ τῶν δημοσιευμάτων τοῦ Τύπου καὶ δυσχεράνωμεν οὕτω τὴν ἀμοιβαίαν κοινωνίαν τῶν ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν.[23] Ἐνῷ ταυτόχρονα βρισκόταν ἐν μέσῳ τῆς δίνης τοῦ ἀνακύψαντος θέματος ἀπὸ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας περὶ τῆς μὴ ἀναγραφῆς τοῦ θρησκεύματος εἰς τὰς ταυτότητας τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, τοῦθ’ ὅπερ περιήγαγε τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν εἰς κατάστασιν μείζονος ἐγρηγόρσεως[24] ποὺ ὅπως σημειώνεται στὸ συνοδικὸ κείμενο-ἐπισκόπηση ἐπὶ τῶν διμερῶν “συζητήσεων” (Αἱ Ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Διμερῶν Συνομιλιῶν (5-6 Ἀπριλίου 2001) μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου), τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον δὲν ἐστήριξεν Αὐτὴν ἐπαρκῶς εἰς τὰς ληφθείσας ὑπ’ Αὐτῆς ἀποφάσεις διὰ τὸ θέμα τῆς ἀπαλείψεως τοῦ Θρησκεύματος ἐκ τῶν νέου τύπου ἐκδοθησομένων Ἀστυνομικῶν Ταυτοτήτων.[25]

Ἐκ προοιμίου νὰ σημειωθεῖ ὅτι, ἀπὸ τὴν Α΄ἐπιστολὴ τοῦ ΠΚ, ξεκαθαρίζεται –ἤδη ἀπὸ τότε– ἡ ἰδιαίτερη σημασία τοῦ ὅρου Οἰκουμενικὸς (σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὸν τίτλο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἢ τοῦ Πατριάρχου), ποὺ παρεισάγει –πέραν τοῦ Πρωτείου τιμῆς– καὶ κάτι ἄλλο· κάτι, ποὺ ἀπὸ τὰ πλέον ἐπίσημα πατριαρχικὰ χείλη, σήμερα πλέον φανερώνεται ἀνοικτά: τὸ “οἰκουμενικὸ” ἔκκλητο καὶ τὸ ἰδιάζον Πρωτεῖο. Ὁ τρόπος ποὺ τότε καλυπτόταν αὐτὴ ἡ πραγματικότητα, ἦταν ὁ ἀκόλουθος:

διὰ τοῦ ὅρου «Οἰκουμενικοῦ» ἐκφράζεται ἄλλη τις διάστασις, ἧς μετέχει ὁ Προκαθήμενος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης Ἐκκλησίας, ὡς Πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας.[26]

Ὡς πρὸς δὲ τὸ περιεχόμενο τῆς Α΄ ἐπιστολῆς τοῦ ΠΚ, αὐτὸ ἐπικεντρωνόταν στὸ ζήτημα τοῦ ἀκολουθητέου τύπου τοῦ πατριαρχικοῦ μνημοσύνου στὶς Νέες Χῶρες (ποὺ τὸ ἴδιο προέκρινε τὸν τύπο «τοῦ Ἀρχιεπισκόπου (καὶ Πατριάρχου) ἡμῶν (δεῖνος)»), ἐξ ἀφορμῆς τῆς τήρησης τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου της, ἀπὸ πλευρᾶς ΕτΕ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐγκριθεῖ ἤδη ἀπὸ τὸ 1978 (καὶ προέβλεπε τὸν τύπο «Ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἡμῶν (δεῖνος)»), καὶ ἐνῷ εἶχε ἁρμοδίως καὶ ἐγκαίρως ἐνημερωθεῖ τότε τὸ ΠΚ, δίχως μάλιστα νὰ ἐπιφέρει τὸ παραμικρὸ σχόλιο ἢ διόρθωση· πρᾶγμα ποὺ τὸ ἴδιο, ἄλλωστε, τὸ παραδέχεται:

Καὶ βεβαίως ἡ ὑφ’ Ὑμᾶς Ἁγιωτάτη Ἐκκλησία διὰ τοῦ ἐν μακαριστοῖς προκατόχου Ὑμῶν Ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ ἀπέστειλεν ἐγκαίρως τὸ σχέδιον Καταστατικοῦ Χάρτου ἐνταῦθα. Ἀπὸ ἡμετέρας πλευρᾶς τὸ θέμα τῆς μνημονεύσεως ἡμῶν διῆλθεν ἀπαρατήρητον, διότι δὲν ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ φαντασθῆ τις, ὅτι μία Ἐπιτροπὴ καταρτίσεως νομικοῦ κειμένου θὰ προέβαινεν εἰς τελετουργικὰς ἀλλαγάς, καὶ δὴ ἐπὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ θέματος τοιαύτας προεκτάσεις ἔχοντος, οἵας νέος τύπος μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου[27], στὸ ὁποῖο εὔλογα ἀπαντᾶ ἡ ΕτΕ:

Διατὶ ὅτε ὑπῆρχε καιρὸς καὶ δυνατότης διορθώσεως δὲν ἐπενέβητε καθ’ ὃ «φύλακες τῆς τάξεως καὶ τῆς παραδόσεως»; Ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν εἰκοσαετίας καὶ πλέον διατυποῦτε παρατηρήσεις ἐπὶ κειμένου σχόντος τὴν ἔγκρισιν καὶ συναίνεσιν Ὑμῶν, ἰσχύοντος καὶ ἐφαρμοζομένου ἔκτοτε εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς ἄνευ τινὸς ἀντιρρήσεως καὶ διακηρύσσετε ἀξιωματικῷ τῷ τρόπῳ «τὸ ἐφ’ ἡμῖν ἄλλην μνημόνευσιν οὔτε θὰ ἐγκρίνωμεν, οὔτε θὰ δεχθῶμεν, ὡς καθ’ ἃ ἐλέ­χθη, τῇ παραδοθείσῃ καὶ παραληφθείσῃ τάξει πολυειδῶς ἀντικειμένην».[28] καταλήγοντας στὴν ἀκόλουθη ἐπισήμανση:

Θεωροῦμεν, ὅτι ἡ διακήρυξις Ὑμῶν αὕτη (σημ. ἡμ. ὅτι δὲν θὰ γίνει ἐπ’ οὐδενὶ δεκτὴ ἀλλαγὴ στὸν τύπο τῆς μνημόνευσης) εἶναι ἄδικος καὶ ἀνεπίτρεπτος, δὲ ὅν λόγον Ὑμεῖς ἐγκαλεῖτε τὴν Ἱερὰ Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Πειρᾶσθε, δηλονότι, ἵνα ρυθμίσητε μονομερῶς καὶ ἄνευ τῆς ἡμετέρας συναινέσεως θέμα ἀφορῶν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος.[29]

Ἡ βάση ὅμως τοῦ προβλήματος, ποὺ τὸ ΠΚ τὴν γνώριζε πολὺ καλά, ἦταν ἡ ἔξω ἀπὸ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων παρουσία δύο Πρώτων σὲ κάθε μία ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες τῶν Νέων Χωρῶν (νὰ σημειωθεῖ δὲ ὅτι, γιὰ πρώτη φορὰ σὲ ἐπίσημο συνοδικό της κείμενο ἡ ΕτΕ υἱοθετοῦσε τὸν τύπο λεγομένων ἐπὶ τῶν Νέων Χωρῶν). Ἄφευκτο συμπέρασμα: ἡ προβληματικὴ ἀλλὰ καὶ μειωμένη ἔννοια τῆς αὐτοκεφαλίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ἑπόμενο ἦταν ἡ ΕτΕ νὰ ἀναρωτηθεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ διαπιστώσει, τὴν ἐπιλεκτικὴ αἴσθηση τοῦ Φαναρίου, ὅταν δήλωνε ὅτι “εἴμεθα πιστοὶ τηρηταὶ καὶ φρουροὶ τῆς παραληφθείσης παραδόσεως, μηδόλως ἐπιτρέποντες εἰς ἑαυτοὺς νὰ ἐπινοῶμεν ἀλλαγὰς καὶ ἀλλοιώσεις εἰς τὸ ὅ,τιοῦν, ἐπειδὴ παρελάβομεν”[30] διατὶ δὲν ἐνοχλεῖ τό […] γεγονός, ὅτι οἱ ἐν λόγῳ Σεβασμιώτατοι Μητροπολῖται τῶν λεγομένων «Νέων Χωρῶν» ὀφείλουσι νὰ μνημονεύωσι δύο Ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχῶν, τοῦ τε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Συνόδου, ὅπερ καὶ ἀλλοιοῖ ἀσφαλῶς τὴν λειτουργικὴν παράδοσιν καὶ τάξιν;[31]

Ὁπότε, βάσει τῶν ἀνωτέρω, τὸ ἐρώτημα ποὺ τελικῶς διατυπώνεται στὴν Πατριαρχικὴ ἐπιστολὴ κρίνεται ἀπὸ ἄστοχο ἕως ὑποκριτικό, δεδομένου τοῦ γνωστοῦ καὶ στὸ Φανάρι προβλήματος τῆς παρουσίας δύο Ἐκκλησιῶν στὶς αὐτὲς ἐπαρχίες:

εὐλόγως διηπορήσαμεν, ἐπὶ τινι τάχα λογισμῷ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἤχθη εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν εἰκοσαετίαν ἤδη ὅλην μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἑαυτῆς Καταστατικοῦ Χάρτου![32]

Στὴν δευτέρα του ἐπιστολὴ τὸ ΠΚ, ἀνοίγοντας πλέον τὰ χαρτιά του, ἀναγκάζεται νὰ ἀναγνωρίσει (καὶ νὰ ἐπιχειρηματολογήσει), ὑπὲρ αὐτοῦ ποὺ ἀποτελεῖ τὴν οὐσία τῆς διαμάχης: τὸ ἀποδεδειγμένα ἐλλειμματικὸ-μὴ πλῆρες αὐτοκέφαλο τῆς ΕτΕ. Νὰ σημειωθεῖ δέ, ὅτι τὸ περιεχόμενο τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Φαναρίου περιέργως “διέρρευσε” στὸν Ἀθηναϊκὸ Τύπο τῆς ἐποχῆς, πρὶν ἀκόμη τὸ λάβει ἡ ΕτΕ (τὸ ὁποῖο ἐντασσόταν στὴν στρατηγικὴ προκλήσεως θορύβου ἀπὸ πλευρᾶς Φαναρίου), κάτι ποὺ τὸ σημείωσε ἐμφατικὰ στὴν ἀπάντησή της ἡ Ἀθήνα 2 χρόνια μετὰ (27 Αὐγούστου 2001), χαρακτηρίζοντάς το (ὀρθά), “ἀντιδεοντολογικό”.[33]

Ἀπότομα καὶ ἀπὸ τὴν ἀρχή, στὴν μικρῆς ἐκτάσεως ἐπιστολὴ τοῦ Φαναρίου, ἀποσαφηνίζεται πέραν πάσης ἀμφιβολίας ὅτι ἡ Κανονικὴ βάση κάθε αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας (δηλαδὴ ὁ ΛΔ΄ Ἀποστολικὸς Κανόνας), ἁπλῶς δὲν ὑφίσταται γιὰ τὴν ΕτΕ! Τὸ παράδοξο δὲ εἶναι ὅτι, τὸ Φανάρι αἴφνης ξεχνᾶ τὸ πάγια διεθνικὸ-ὑπερεθνικὸ πρόσωπο ποὺ καλλιεργεῖ –εἰδικὰ στὴν Δύση– καὶ προσχωρεῖ σὲ φρασεολογία καὶ θέσεις ποὺ θυμίζουν αὐτὰ ποὺ συνήθως κατηγορεῖ τοὺς ἄλλους: σὲ ἄρθρωση, δηλαδή, ἐθνοφυλετικοῦ λόγου! Ἁπλῶς γιὰ τὴν ἀντίστιξη, ὑπενθυμίζουμε τὰ ὅσα –τὴν ἴδια ἀκριβῶς περίοδο– ἔλεγε ὁ τότε ἐκλεκτὸς τοῦ Φαναρίου στὶς ΗΠΑ, Σπυρίδων, περὶ ἐθνικῶν γκέτο καὶ γόρδιους δεσμοὺς τοῦ ἐθνικισμοῦ…

Ἐσφαλμένως γίνεται ἐπίκλησις τοῦ ἱεροῦ ΛΔ’ Ἀποστολικοῦ Κανόνος, τοῦ διακελευομένου, ὅτι «τοὺς ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους εἰδέναι χρῆ τὸν ἐν αὐταῖς πρῶτον καὶ ἡγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν», διότι ὁ κανὼν οὗτος οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχη ἐφαρμογὴν εἰς τὸ πρὸς συζήτησιν Θέμα, ἅτε τῶν κατοικούντων τὴν περιοχὴν τῆς δικαιοδοσίας τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὴ συνιστώντων «ἔθνος» ἕτερον, ἤτοι διάφορον ἐκείνου τὸ ὁποῖον συνιστοῦν οἱ ἀποτελοῦντες τὸν λαὸν τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἧς ὁ Προκαθήμενος οὐδέποτε ἔπαυσε νὰ εἶναι ὁ Πρῶτος τῶν Ἐπισκόπων τοῦ συνόλου Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, εἰ καὶ διὰ λόγους ἱστορικῶν συνθηκῶν τμήματα τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ διὰ Πατριαρχικῶν καὶ Συνοδικῶν Τόμων κατεστάθησαν Ἐκκλησίαι, εἴτε αὐτοκέφαλοι, εἴτε αὐτόνομοι, εἴτε καὶ πατριαρχικαί, δι’ ἀποφάσεων πάντοτε συνοδικῶν καὶ ἐπὶ ὅροις, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἰσχὺν ἱερῶν κανόνων, καὶ συνεπῶς δέον νὰ ὦσιν ἀπαράβατοι.[34]

Ἡ ὄντως πρωτάκουστη καὶ ἀπολύτως πρωτοφανὴς αὐτὴ θέση (δὲν εἶχε τολμήσει οὐδέποτε τὸ Φανάρι πρὶν τὴν ἐποχὴ Βαρθολομαίου νὰ διατυπώσει τέτοιες ἀξιώσεις), συνεπαγόταν ἑπομένως ὅτι, ὁ τῆς περικλύτου πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἀρχιερατεύων ἱεράρχης ἁπλῶς προεδρεύει, μὴ ὤν ἐν τῇ Αὐτοκεφάλῳ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος Πρῶτος καὶ μὴ κεκτημένος οὔτε τὰ ὑπὸ τοῦ ΛΔ’ Κανόνος τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τῷ Πρώτῳ τῆς ἐν ἑκάστῳ ἔθνει Ἐκκλησίας ἀπονεμόμενα προνόμια, οὔτε πολλῷ μᾶλλον τὰ τῶν Προκαθημένων τῶν Ἁγίων Πατριαρχικῶν Ἐκκλησιῶν.[35]

Κατέληξε δέ, ὅτι τὸ “ἐπιτροπικῶς” κατ’ οὐσίαν εἶναι γυμνὸ περιεχομένου, καὶ ἀποτελεῖ ἁπλῶς τύπο, καθὼς διὰ τὰς ἐπιτροπικῶς ἀνατεθείσας αὐτῇ (σημ. ἡμ. δηλαδὴ στὴν ΕτΕ) Ἱερᾶς Μητροπόλεις τοῦ καθ’ ἡμᾶς Πατριαρχικοῦ Θρόνου, οἱ Ἱεράρχαι τῶν ὁποίων καὶ τύποις καὶ οὐσίᾳ κατὰ τὰ θεσπίσματα τῆς Πράξεως τοῦ ἔτους 1928 πνευματικῶς Πρῶτον ἔχουν μόνον τὸν τῆς Κωνσταντινουπόλεως Ἀρχιεπίσκοπον.[36]

Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ἰδιοτύπου ἐπιθέσεως ἐκ μέρους τοῦ ΠΚ, ἔθετε “ἐπὶ τῶν τύπων τῶν ἥλων” τὸ πρόβλημα γιὰ τὴν ΕτΕ, ἡ ὁποία μὲ τὴν σειρά της ἀπάντησε (Β΄ἐπιστολὴ πρὸς τὸ ΠΚ), ἀντιπαρερχόμενη τὸ ἐπιθετικὸ ὕφος τοῦ Φαναρίου, πλὴν θυμίζοντάς του ὅτι διαλέγεται μετά, «ἀδελφῆς», καὶ οὐχὶ βεβαίως «θυγατρός», Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, «ἀδελφῆς», ὡς ἀκριβῶς ὀνομάζεται εἰς τὸ τέλος τοῦ Πατριαρχικοῦ καὶ Συνοδικοῦ Τόμου τοῦ 1850 περὶ τοῦ Αὐτοκεφάλου Αὐτῆς.[37]

Σὲ ὑστερότερο δὲ σημεῖο τοῦ κειμένου, ἐπαναλαμβάνεται κατὰ τὸ ἔτι σαφέστερον ἡ σχέση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν:

τῆς πάλαι Μητρὸς πρὸς τὴν ἤδη Ἀδελφὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος[38]

Ἡ ΕτΕ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἔθνους

Αὐτὸ ποὺ ἐντυπωσιάζει, στὴν πορεία ἀνάλυσης ἀπὸ πλευρᾶς τῆς ΕτΕ, τοῦ γιατί ὀφείλει νὰ ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ΕτΕ ὁ ΛΔ΄ Ἀποστολικὸς Κανόνας, εἶναι ὅτι προσ­εγγίζει τὶς πάγιες θέσεις τοῦ παλαιοῦ Φαναρίου τοῦ 19ου αἰώνα, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἔννοια τοῦ ἔθνους. Ἐν προκειμένῳ, ἐνῷ τὸ τότε ΠΚ ἀναγνώριζε ἑαυτὸ (ἀλλὰ καὶ ἀναγνωριζόταν ὡς τέτοιο ἀπὸ τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία) ὡς ρωμαίικο καὶ ὑπερεθνικό, ὁρίζοντας τὴν ρωμαίικη “ἐθνικὴ” ταυτότητα ὄχι σὲ ἀναφορὰ πρὸς κάποια συγκεκριμένη ἐθνοφυλετικὴ κοινότητα, ἀλλὰ ὡς τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ θρησκευτικὴ κοινότητα ἐντὸς τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας (παρ’ ὅτι οἱ ἐπίσκοποί του –ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς– ἦσαν ἅπαντες ἑλληνομαθεῖς), ἐξ ἀντιθέτου, οἱ ἐθνικιστικὰ κινούμενες Βαλκανικὲς ἐλὶτ αὐτοπροσδιόριζαν τὰ νέα Βαλκανικὰ κράτη, ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει ἐθνοφυλετικῶν χαρακτηριστικῶν, ὁδηγώντας ἔτσι στὴν συγκρότηση ἐθνικογλωσσικὰ προσδιοριζόμενων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν (ἐπὶ τὸ πλεῖστον βίαια ἀποσπασμένων ἀπὸ τὸ ΠΚ).[39] Ἐν κατακλεῖδι, στὴν τότε συζήτηση περὶ τῆς ἔννοιας τοῦ ἔθνους, αὐτὸ ποὺ ξεκάθαρα φαινόταν ἦταν ἡ διαφορετικὴ σημαντικὴ ποὺ ἔδινε ἕκαστος ( βαλκάνιοι αὐτοκεφαλιστὲς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸ ΠΚ ἀφ’ ἑτέρου) σ’ αὐτήν. Στὸ δὲ κείμενο-ἐπισκόπηση ἐπὶ τῶν διμερῶν συνομιλιῶν, ἡ ΕτΕ ἐπανέφερε τὴν “ξεχασμένη” ἀλήθεια, ποὺ ἀποτελοῦσε τὸν πυρῆνα τῶν θέσεων τοῦ παλαιοῦ ΠΚ σχετικὰ μὲ τὸ τί σημαίνει ἔθνος, λέγοντας ρητὰ ὅτι οἱ Ἕλληνες (ὅπως καὶ ἅπαντες οἱ λοιποὶ Ὀρθόδοξοι):

ἀνήκομεν εἰς τὸ ἓν γένος τῶν Ὀρθοδόξων[40]

Ἑπομένως, ἡ ΕτΕ ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν της τὴν μονομέρεια ποὺ ἐπεδείκνυε τὸ νέο ΠΚ στὴν χρήση τῆς ἔννοιας περὶ ἔθνους, παρατηροῦσε:

Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ περὶ «ἔθνους» εἶναι, ἐξ ἐπόψεως Κανονικοῦ Δικαίου τουλάχιστον, αὐθαίρετος καὶ ὁπωσδήποτε ἀντιφατική. Ἂν τυχὸν δὲ ἀρχικῶς ἐγίνετο ἀποδεκτὴ ἡ ἑρμηνεία αὕτη, τότε τὰ πρεσβυγενῆ Ὀρθόδοξα Ἑλληνικὰ Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συσταθοῦν καὶ νὰ διατελοῦν ὑπὸ Ἕλληνας Πατριάρχας.[41]

Καταλήγοντας, ὅτι ἡ οἱαδήποτε παρέκκλιση ἀπὸ τὸ ὀρθό, συνιστᾶ ἐθνοφυλετισμό. Δηλαδή, ἡ ΕτΕ “ἐπέστρεψε” στὸ Φανάρι αὐτὸ ποὺ τὸ ἴδιο συνεχῶς χρησιμοποιεῖ κατὰ τῶν ἄλλων!

Κατὰ τὰ ἀνωτέρω, δὲν εἶναι κανονικὸν νὰ θεωρῆται ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὅτι, οἱ ὅπου γῆς Ἕλληνες ἀνήκουν εἰς τὴν «δικαιοδοσίαν» αὐτοῦ, τόσον οἱ Ἐπίσκοποι, ὅσον καὶ τὰ Χριστεπώνυμα Πληρώματα, διότι τοιαύτη ἀξίωσις θὰ εἰσῆγαγεν ἐπικίνδυνον ἐθνοφυλετικὴν παρέκκλισιν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατακριθεῖσαν ἤδη αὐστηρῶς ὑπὸ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης Συνόδου (1872). Ἡ ἀντικανονικὴ λοιπὸν ἑρμηνεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου φαίνεται καταργοῦσα, θεωρητικῶς, τὴν διαποίμανσιν τῶν Ἑλλήνων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Ἑλληνικῶν Πατριαρχείων, ἀκόμη δὲ καὶ τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου καὶ τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἀλβανίας.[42]

Ἐκτὸς αὐτῶν, καὶ θέλοντας νὰ τονίσει τὴν πολυσημία τοῦ ὅρου “ἔθνος”, ὑπενθύμιζε τὰ γραφέντα ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Σάρδεων Μαξίμου («Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 232), ὅτι ὁ ὅρος “ἔθνος” κατὰ τὴν γνώμην πάντων σχεδὸν τῶν κανονολόγων καὶ ἱστορικῶν, σημαίνει ἐκκλησιαστικὴν περιφέρειαν, ἐπαρχίαν (provincia), ἔχει δηλαδὴ τοπογραφικὴν ἔννοιαν καὶ σημασίαν».[43]

1833 καὶ ἡ ΔΙΣ ὡς “συλλογικός” Πρῶτος

Ἀκολούθως, ἀπαντώντας στὶς αἰτιάσεις τοῦ Φαναρίου,[44] ὅτι ἡ ἴδια ἡ ΕτΕ –ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της τὸ 1833– δὲν δέχεται τὸν Πρόεδρο τῆς Συνόδου της ὡς Πρῶτο, ἀλλὰ θεσμοθετεῖ τὴν ἴδια ὡς συλλογικὸ “Πρῶτο”, ὁπότε καὶ δὲν συντρέχει λόγος ἐφαρμογῆς τοῦ ΛΔ΄ Ἀποστολικοῦ Κανόνα, ἡ ΕτΕ βρίσκει τὴν εὐκαιρία νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια περὶ τῶν γεγονότων τοῦ 1833, καὶ ὁμολογεῖ –ἐμμέσως, πλὴν οὐσιαστικῶς– τὸ παράνομον τοῦ τρόπου ἵδρυσης τῆς ΕτΕ, καθὼς ἡ ἀρχικὴ ἀνακήρυξη τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ΕτΕ (1833) ἔγινε ὑπὸ Ἀρχιερέων, ποὺ ἦταν ὅμως “ἄθεσμος, παράσημος, αὐτοκατάκριτος Συνέλευσις”.[45] Παρ’ ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύει ὅτι ἡ, ἔστω παράνομη ἐπισκοπικὴ “συνέλευση“, ἔγινε μὲ “βίαιους τρόπους” ποὺ χρησιμοποίησαν οἱ Μάουερ καὶ Φαρμακίδης, ποὺ τοὺς παρέδωσαν τὶς προκαθορισμένες ἀποφάσεις, ἁπλῶς πρὸς ὑπογραφήν. Ἑπομένως, πέραν τῶν λοιπῶν ἀντικανονικῶν ποὺ ἔγιναν τότε, ἐπεβλήθη καὶ τὸ σύστημα νὰ ὑπάρχει ἕνας συλλογικὸς “Πρῶτος” (ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύν­οδος) καὶ ὄχι πρόσωπο (ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου). Τοῦτο μάλιστα υἱοθετήθηκε ὑπὸ τῶν Βαυαρῶν, ὥστε νὰ εἶναι ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος ὡς Ὑπερτάτη Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχή, κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς (σημ. ἡμ. τότε) Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας.[46]

Ἐπὶ λέξει ἀναφέρει στὴν ἀπάντησή της ἡ ΕτΕ:

Συγκεκριμένως, ὁ καθορισμὸς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐν τῇ ἀναγεννηθείσῃ Ἑλλάδι ὡς «ὑπερτάτης Ἀρχῆς» δὲν ὑπεδείχθη ὑπὸ τῶν τότε ἐν Ἑλλάδι Ἀρχιερέων […] (ἀλλὰ) ἐγένοντο κατὰ πιεστικὸν τρόπον ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως […][47]

Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι, αὐτὸ ποὺ παραδόξως “ξεχνᾶ” στὴν 2α ἐπιστολὴ ἡ ΕτΕ, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι τόσο τὸ 1866 μὲ τὴν ἐνσωμάτωση τῶν Ἑπτανήσων, ὅσο καὶ τὸ 1882 μὲ τὴν Πατριαρχικὴ Πράξη παραχώρησης ἐκκλησιαστικῶν περιοχῶν τῆς Ἠπείρου (Ἄρτα) καὶ τῆς Θεσσαλίας, τὸ ΠΚ δὲν προχώρησε σὲ ρύθμιση τύπου Νέων Χωρῶν, ὅπως –ἀντιθέτως– ἔκανε τὸ 1928 γιὰ τὶς περιοχὲς τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θρᾴκης…

Ἡ ἀνάλογος περίπτωσις

τῆς Ἐκκλησίας Τσεχίας-Σλοβακίας

Ὁλοκληρώνοντας τὴν ἀναφορά της ἡ ΕτΕ στὴν ἀναγκαιότητα ἐφαρμογῆς τοῦ ΛΔ΄ Ἀποστολικοῦ Κανόνα, φέρει εἰς μέσον τὴν (τότε) πρόσφατη ἀνακήρυξη Αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Τσεχίας-Σλοβακίας, ὅπου παρατηρεῖ:

Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον μόλις πρὸ τριετίας, ἤτοι κατὰ τὸ ἔτος 1998, εἰς τὸν Πατριαρχικὸν καὶ Συνοδικὸν Τόμον ἐπὶ τῇ «εὐλογίᾳ» ἤτοι ἀνακηρύξει «Αὐτοκεφάλου τῆς ἐν Τσεχίᾳ καὶ Σλοβακίᾳ Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ ΛΔ’ Ἀποστολικοῦ Κανόνος καὶ μάλιστα συνεδύασε τὸν Κανόνα αὐτὸν μετὰ τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν «ἓν τε Κύπρῳ καὶ Ἑλλάδι καὶ Ἀλβανίᾳ», ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὸν ἐν αὐταῖς «Πρῶτον». Γράφεται, συγκεκριμένως, εἰς τὸν ὡς ἄνω Πατριαρχικὸν καὶ Συνοδικὸν Τόμον, ὅτι ὁ ἐν ταύτῃ Πρόεδρος «Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Πράγας καὶ Πάσης Τσεχίας καὶ Σλοβακίας ἔχει τὰ προνόμια τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸν ἐν ἑκάστῳ Ἔθνει Πρῶτον κατὰ τὸν ΛΔ’ Ἀποστολικὸν Κανόνα»”. Καὶ ἐνῷ ἀναφέρεται ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μεταξὺ τῶν ἐχουσῶν «Πρῶτον» Ἐκκλησιῶν τῆς Κύπρου καὶ τῆς Ἀλβανίας, δὲν ἔχει «Πρῶτον» κατὰ τὸ Πατριαρχικὸν Γράμμα τῆς 30ῆς Σεπτεμβρίου 1999[48]

Ἀναρωτιέται λοιπὸν ἡ ΕτΕ: πῶς ὁ Ἀθηνῶν, ἐνῷ φέρει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Πρώτου (καὶ ἀπαριθμοῦνται: στὰ Δίπτυχα ὁ Ἀθηνῶν μνημονεύεται ὡς Πρῶτος, προσκαλεῖται καὶ παρακάθεται ὡς Πρῶτος στὶς Συνάξεις τῶν Προκαθημένων, δέχεται ἢ ἀποστέλλει ἐπιστολὲς καὶ Γράμματα ἀπὸ τοὺς Πρώτους τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν βλ. σελ. 669), παρ’ ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι Πρῶτος; Ἑπόμενο εἶναι νὰ κρίνει ὅτι,

Κατὰ ταῦτα, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον χρησιμοποιεῖ «δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ» εἰς δύο ὁμοίας περιπτώσεις ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Τσεχίας καὶ Σλοβακίας. Ἐκτὸς δὲ τῆς προσφάτου ἐν ἔτει 1998 περιπτώσεως, ὑπάρχουν καὶ προγενέστεραι ὅμοιαι περιπτώσεις «εὐλογίας» Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.[49]

Καταληκτικά, δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ παρατηρήσουμε τὴν πλήρη ἀποδόμηση τῶν θέσεων τοῦ Φαναρίου ἀπὸ πλευρᾶς τῆς Ἀθήνας. Ἡ ΕτΕ τοποθετήθηκε ἔχοντας ἐξ ἀρχῆς ὑπ’ ὄψιν της τὸ ζήτημα τοῦ ἐλλειμματικοῦ της “αὐτοκεφάλου” (ποὺ δικαίως πρέπει πλέον νὰ μπαίνει σὲ εἰσαγωγικά, καθότι δὲν εἶναι πλῆρες), καὶ ἐπιχειρηματολόγησε στὸ πλαίσιο τῆς Ἀρχῆς ποὺ καθιέρωσε ὁ Μέγας Φώτιος:

«τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ μάλιστα τὰ τῶν ἐνοριῶν δίκαια ταῖς πολιτικαῖς ἐπικρατείαις τε καὶ διοικήσεσι συμμεταβάλλεσθαι οἴωθεν», τὸ χρησιμοποιούμενον ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἰς Πατριαρχικοὺς καὶ Συνοδικοὺς Τόμους αὐτοκεφαλίας Ἐκκλησιῶν, πλὴν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀποτελούσης μοναδικὴν καὶ ἀντικανονικὴν ἐξαίρεσιν ἐν τῷ Συντα­γματίῳ τῶν ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην Ὀρθοδόξων Πατριαρχικῶν καὶ Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.[50]

Ἡ ἐπιχειρηματολογία ἑπομένως, περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ΛΔ΄ Ἀποστολικοῦ Κανόνα καὶ στὴν περίπτωση τῆς ΕτΕ εἶναι ἰσχυρή, καθότι ὁ διαχωρισμός, στὸν ὁποῖο ἐπιμένει στὶς ἐπιστολές του τὸ Φανάρι, μεταξὺ μιᾶς (τύποις) διοικητικῆς ὑπαγωγῆς τῶν Νέων Χωρῶν στὴν ΕτΕ, καὶ μιᾶς (οὐσιαστικῆς) πνευματικῆς στὴν Κωνσταντινούπολη, εἶναι παντελῶς ἀνυπόστατη ἐκκλησιαστικά:

Ὅμως, εἰς οὐδένα Ἱερὸν Κανόνα Οἰκουμενικῆς ἢ Τοπικῆς Συνόδου εὑρίσκεται τοιοῦτος διχασμὸς καὶ τοιαύτη διαίρεσις, ὥστε οἱ Ἀρχιερεῖς, ὁ Κλῆρος, αἱ Μοναχικαὶ Ἀδελφότητες καὶ τὰ Χριστεπώνυμα Πληρώματα νὰ διαιροῦνται εἰς δύο ὑποστατικὰς ἁρμοδιότητας, δηλαδὴ τὴν πνευματικὴν καὶ τὴν διοικητικήν. Ἐν τοῖς Ἐκκλησιαστικοῖς πράγμασι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δὲν διασπᾶται ἡ πνευματικὴ καὶ διοικητικὴ ἁρμοδιότης.[51]

Τελικὴ κατάληξις

Κατὰ τὶς 5-6 Ἀπριλίου 2001 ἐν τέλει, μετέβη ἀντιπροσωπία τῆς ΕτΕ στὸ Φανάρι πρὸς πραγματοποίηση Διμερῶν Συνομιλιῶν μετὰ τοῦ ΠΚ, ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν χρονιζόντων προβλημάτων τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, πλὴν διάλογος δὲν ἔγινε… Στὸ δὲ κείμενο-ἀπάντηση πρὸς τὸ Φανάρι τῆς 22ας Αὐγούστου (Αἱ Ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Διμερῶν Συνομιλιῶν μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου), σημειώνεται ὅτι “ἐν ἀπορίᾳ” οἱ Ἀντιπρόσωποι τῆς ΕτΕ ἄκουσαν τόν,

Σεβασμιώτατον Γέροντα Μητροπολίτην Ἐφέσου κ. Χρυσόστομον ἐξαίροντα μὲν τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῶν Διμερῶν Συνομιλιῶν, ἔστω καὶ ἀτύπων, ἐν ταυτῷ δὲ δηλοῦντα ἀπεριφράστως, ὅτι ἀποκλείεται Πᾶσα συζήτησις ἐπὶ θεμάτων θιγόντων τὰ ὅσα προβλέπουσιν ὁ Πατριαρχικὸς καὶ Συνοδικὸς Τόμος τοῦ 1850, δι’ οὗ ἐδόθη τὸ Αὐτοκέφαλον εἰς τὴν καθ’ Ἑλλάδα Ἐκκλησίαν, καὶ ἡ Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πρᾶξις τοῦ 1928[52] ὁπότε καὶ διαπίστωνε:

Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐπὶ χρονιζόντων ζητημάτων ἀπασχολούντων τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀπορρίπτει ἐκ τῶν προτέρων πᾶσαν μετ’ αὐτοῦ συζήτησιν, συνεργασίαν καὶ ἐνασχόλησιν. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐπανελήφθη καὶ κατὰ τὰς προσφάτους διμερεῖς συνομιλίας.

Τὸ δὲ ἐρώτημα ποὺ ἔθετε πλέον ἡ ΕτΕ πρὸς τὸ Φανάρι ἦταν σαφὲς καὶ οὐσιαστικό: “τί ἐφοβεῖτο καὶ τί φοβεῖται ἄρα τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐκ τῶν Συνομιλιῶν;”[53] Καὶ συνέχιζε:

Μήπως εἰς τὸ πρόσωπον τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν διεῖδεν ἀντίπαλον καὶ ἀνταγωνιστήν, τὴν μείωσιν ἐπιζητοῦντα τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, καὶ τὰ σπλάγχνα συστείλασα προέκρινεν ἀντὶ τοῦ διαλόγου τὴν φίμωσιν καὶ τὴν ἄρνησιν; Δὲν εὑρίσκομεν εὔλογον ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἐν ταυτῷ καὶ ἀποκρούομεν τὴν δυσοίωνον σκέψιν, ὅτι ἐνδεχομένως ὁ διάλογος ἐπρόκειτο νὰ ἀποκαλύψη «ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμούς».[54]

Γιὰ νὰ καταλήξει, ὁλοκληρώνοντας τὸ σκεπτικό, στὴν ἀκόλουθη κρίσιμη ἐρώτηση:

Ὁποία δέσμευσις ὑφίσταται; Ἐκτὸς καὶ ἐὰν Ὑμεῖς γνωρίζητε τί περισσότερον, ὅπερ ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν, καὶ ἐννοοῦμεν τὴν θέλησιν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας.[55]

Τὰ ἀνωτέρω ἐρωτήματα, στὴν ἐκκλησιαστική τους διάσταση, μόνον σήμερα στὴν μετὰ-Κολυμπάρεια Νέα Θεολογία τοῦ Πρωτείου καὶ τοῦ Ἐκκλήτου, δύνανται νὰ βροῦν ἀπάντηση. Παράλληλα, εἶναι ἐρωτήματα ποὺ φανερώνουν τινὰ γνώση στὴν τότε Ἱεραρχία τῆς ΕτΕ, εἰδικὰ δὲ στὸν Προκαθήμενό της, περὶ τῶν νέων δεδομένων καὶ τῶν νέων δρόμων, ποὺ ἤδη ἀνοίγονταν στὴ νέα Χιλιετία. Δρόμων ποὺ –ὅπως ἤδη βιώνεται ἀπὸ τὴν κοινωνία– ὁδήγησαν στὴν ἀπομείωση τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ ὅσων θεσμῶν συνδέονταν μ’ αὐτήν, πρὸς ὄφελος μιᾶς διεθνοποιημένης Εὐρώπης καὶ ὅσων θεσμῶν διευκολύνουν τὴν διαδικασία Εὐρωπαϊκῆς Ὁλοκλήρωσης (Συμφωνία τοῦ Μάαστριχτ 1992), μέσῳ τῆς διαμόρφωσης μιᾶς νέας διεθνικῆς φιλοδυτικῆς “εὐρωπαϊκῆς” ταυτότητας. Ὡς Ἀρχιεπίσκοπος ὁ Χριστόδουλος (1998) καλεῖτο νὰ διαχειρισθεῖ μία κατάσταση ὅπου τὸ νέο διεθνὲς περιβάλλον ὁριζόταν πλέον ἀπὸ τὴν ὀδυνηρὴ ἐπίγνωση ποὺ ἔφερνε ἡ Σύνοδος τῶν Καννῶν (1995), τῶν ἡγετῶν τῆς νεαρῆς εἰσέτι ΕΕ, ὅπου πρωτακούστηκε ὁ ὅρος “Διευθυντήριο τῶν Βρυξελλῶν”. Στὸ νέο πλαίσιο λειτουργίας τῆς ΕΕ οἱ “ἐθνικές” Ἐκκλησίες (στὴν περίπτωσή μας ἡ ΕτΕ), ἀποτελοῦν πλέον ἐμπόδιο, καθὼς διατηροῦν, ἀκμαῖα εἰσέτι, ἐκεῖνα τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ ἐμποδίζουν τὴν πρόσληψη τῆς νέας ταυτότητας στοὺς –ἂς μὴ λησμονεῖται– ἔχοντας ἰσχυρὰ ἀντιδυτικὰ αἰσθήματα Ὀρθοδόξους λαούς.

Οἱ Ἑλληνικὲς Κυβερνήσεις, εἰδικὰ ἀπὸ τὸ 1996 καὶ μετὰ (Κυβέρνηση Σημίτη), προχωρώντας στὴν ταχεῖα ἐνσωμάτωση τοῦ εὐρωενωσιακοῦ Δικαίου, εἰς βάρος τοῦ ἐθνικοῦ, ὁδήγησαν στὸν ἐκσυγχρονισμὸ (κυρίαρχος πολιτικὸς ὅρος τῆς δεκαετίας τοῦ ’90) δομῶν καὶ θεσμῶν, διαμορφώνοντας τοὺς ὅρους μετασχηματισμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἐνσωμάτωσής της στὴν ἐν ἐξελίξει Εὐρωπαϊκὴ Ὁλοκλήρωση.

Ἑπομένως ἡ ΕτΕ ἀπὸ τὴν μία, καὶ τὸ (διεθνικὸ ) Φανάρι καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνηση, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀποτελοῦσαν στὴν κρίσιμη ἐκείνη περίοδο τοὺς ἀντίποδες ποὺ ἀντιπαρατάσσονταν τὸ ἐθνικὸ κεκτημένο ἔναντι τοῦ διεθνικοῦ ποὺ σχηματιζόταν. Αὐτὴ ἦταν ἡ “θέλησις” τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ποὺ γνώριζε –καὶ γιὰ τὴν ὁποία ἐργαζόταν– τὸ Φανάρι, καὶ κατεδίκαζε ἐκ προοιμίου τὶς προσπάθειες Χριστόδουλου, γιὰ ἐνίσχυση τοῦ Ἑλληνικοῦ (ἐθνικοῦ) Αὐτοκεφάλου.

Ἐπιπλέον, τὰ σημεῖα ποὺ ἔθιξε στὴν νέα της Ἐπιστολὴ ἡ ΕτΕ, προδιαγράφουν ὅλα ἐκεῖνα ποὺ –σήμερα δυστυχῶς– ἀναγνωρίζονται ὡς τὰ πρωτόφαντα νέα “προνόμια” τοῦ Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως: τὸ νὰ ὀνομάζεται Προκαθήμενος τῆς Ὀρθοδοξίας, Πρῶτος ἄνευ ἴσων, καὶ νὰ τοῦ ἀναγνωρίζεται ἕνα πλῆρες παπικὸ Ἔκκλητο. Εἰδικὰ δὲ ὡς πρὸς τὸ τελευταῖο, παρ’ ὅτι δὲν ὑπῆρχε Εὐθεῖα ἀναφορὰ (τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν τολμοῦσε νὰ ἀνακινήσει τέτοιο ζήτημα, οὔτε τὸ ἴδιο τὸ Φανάρι μὰ οὔτε καὶ οἱ κύκλοι ποὺ συνδέονταν μ΄ αὐτό), παρ’ ὅλα ταῦτα, ἤδη ἡ Πατριαρχία Βαρθολομαίου εἶχε ἐγκαινιάσει μία πιὸ ἐπιθετικὴ ρητορικὴ ὡς πρὸς τὸν διορθόδοξο ρόλο τοῦ ΠΚ, ὁπότε καὶ προωθοῦσε, πέραν τοῦ δεδομένου –πλὴν ἀόριστου ὡς πρὸς τὰ ὅρια του – “συντονιστικοῦ” ρόλου, ἕνα νέο διαμεσολαβητικὸ ρόλο, ποὺ τὸ καθιστοῦσε ἕνα εἶδος “ὑπερ­εκκλησίας” μὲ ὑπερδικαιοδοσιακὲς ἁρμοδιότητες. Οὐσιαστικὰ τὸ Φανάρι εἶχε κάνει ἕνα βῆμα μπροστά, προετοιμάζοντας τὸ ἑπόμενο, αὐτὸ τοῦ ἐκκλήτου. Συγκεκριμένα, καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ ζητήματος τῶν Ἀστυνομικῶν Ταυτοτήτων, τὸ Φανάρι ἀπαιτοῦσε, ὅπως ἀναφερθῶμεν ἡμεῖς (σημ. ἡμ. ἡ ΕτΕ) εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ Ἐκεῖνο διαπέμψη τὸ αἴτημα ἡμῶν (γιὰ ἐνημέρωση) εἰς τὰς λοιπὰς Ἀδελφὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας.[56]

Ἑπομένως, τὸ Φανάρι διαμόρφωνε μία νέα σχέση μὲ τὶς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, καθιστώντας τὸ ἴδιο ὡς σημεῖο ἀναφορᾶς, σὲ πανορθόδοξη κλίμακα. Τὸ βῆμα γιὰ τὴν ὑλοποίηση ἑνὸς πλήρους ἐκκλήτου (τοῦ δικαιώματος δηλαδὴ νὰ ἐπεμβαίνει, ἀνεξαρτήτως δικαιοδοσίας), δὲν εἶναι πλέον παρὰ πολὺ μικρό… Εὔλογα ἡ ΕτΕ ἐρωτοῦσε τὸ Φανάρι:

Ἐγκαινιάζεται νέος τρόπος διορθοδόξου ἐπικοινωνίας; Ὅτι ἡμεῖς (ἡ ΕτΕ) δὲν ἔχομεν τοιοῦτον δικαίωμα ἀλληλογραφεῖν μετὰ τῶν Ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν; Εὐλόγως διερωτώμεθα. Ποῦ καὶ πότε ἀπεφασίσθη πανορθοδόξως ὁ κανὼν οὗτος, ὅτι δηλαδὴ αἱ Τοπικαὶ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ἐπικοινωνοῦσι μετ’ ἀλλήλων μέσῳ Ὑμῶν; Ἢ ἡμεῖς δὲν ἀναγνωριζόμεθα ὡς Αὐτοκέφαλος Τοπικὴ Ἐκκλησία, ἀλλ’ Ἐπαρχία τις ἄλλης δικαιοδοσίας; Θεωροῦμεν ὅτι τὰ καινοφανῆ καὶ σκολιὰ ταῦτα θεωρήματα ἐκθέτουσι καὶ τὸν θεσμὸν καὶ τὰ πρόσωπα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.[57]

Τελικῶς, ἡ ὅλη προσπάθεια τοῦ Ἀρχιεπ. Χριστοδούλου νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἑνότητα τῆς ΕτΕ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Ἱερῶν Κανόνων, συνάντησε τὴν παγερὴ ἀδιαφορία –οὐσιαστικὰ ἐχθρότητα– τῆς τότε Ἑλληνικῆς Κυβέρνησης, μὲ τὴν ὁποία ἄλλωστε βρισκόταν σὲ ρήξη, ὅπως καὶ τὴν ὀργανωμένη ἀντίδραση ὄχι μόνον τοῦ Φαναρίου, ἀλλὰ καὶ μέρους τῆς Ἱεραρχίας. Αὐτὸς ποὺ ἡγεῖτο τῆς “ἀνταρσίας” ἦταν κυρίως ὁ (τότε) Θηβῶν Ἱερώνυμος, ὁ ὁποῖος ἔχοντας χάσει τὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο ἀπὸ τὸν Χριστόδουλο (1998), ἔκτοτε ἀποτελοῦσε –καὶ ἐξακολουθεῖ ν’ ἀποτελεῖ– τὸν ἄνθρωπο τοῦ Φαναρίου μέσα στὴν Ἱεραρχία (στοὺς ἀντιτιθέμενους πρὸς τὸν Χριστόδουλο, ἀξίζει ν΄ ἀναφέρουμε καὶ τὸν Ναυπάκτου Ἱερόθεο, ὁ ὁποῖος ὅποτε παρίσταται ἀνάγκη συντάσσεται πάντα καὶ ἀνοικτὰ μὲ τὸ Φανάρι, ὅπως ἔκανε ἐσχάτως μὲ τὸ Οὐκρανικό). Ἡ (παρασκηνιακὴ) κινητοποίηση ἐκ μέρους τοῦ Φαναρίου ὁδήγησε τελικὰ στὴν συγκέντρωση 35 μητροπολιτικῶν ὑπογραφῶν ποὺ ζητοῦσαν “ἄρση τοῦ ἀδιεξόδου”, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας τῆς ΕτΕ στὶς 10 Ὀκτωβρίου 2001, ὅπου ὁ Χριστόδουλος –ὑπὸ τὴν πίεση τῶν γεγονότων– ἀνήγγειλε τὴν ἀναστολὴ κάθε συζήτησης ἐπὶ τῶν προβλημάτων μὲ τὸ ΠΚ, χρησιμοποιώντας τὸν διεθνῆ ὅρο moratorium (μορατόριουμ).

Ἔτσι ἔκλεισε ὁ κύκλος μιᾶς ἱστορικῆς σημασίας πρωτοβουλίας τοῦ Χριστοδούλου, ποὺ παρ’ ὅλα ταῦτα βαρύνεται μὲ λάθη (ἔλευση Πάπα στὴν Ἑλλάδα) καὶ ἀδυναμίες, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ὄντως ἱστορικῶν διαστάσεων ἧττα του, καὶ ἐν ταυτῷ τὴν παγίωση τοῦ ἐλλειμματικοῦ ἑλλαδικοῦ αὐτοκεφάλου. Συνάμα, ἡ ΕτΕ ἔβγαινε ἐπίσης “πληγωμένη” ἀπὸ τὴν σύγκρουσή της μὲ τὸ Ἑλληνικὸ Κράτος, ἀνοικτὰ πλέον ἐχθρικὸ πρὸς κάθε τι τὸ “παλαιό”, διατηρώντας ὅμως τὸ ρόλο τοῦ φύλακα τῆς ἰσορροπίας μεταξὺ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ποὺ ὅπως ἀποδείχθηκε, ὅταν χρειαζόταν πάντα ἔπαιρνε τὴν θέση ὑπὲρ τῆς μιᾶς…

Ἐπίλογος

Τὸ ζήτημα τῆς Αὐτοκεφαλίας εἶναι γεγονὸς ὅτι σχετίζεται πάντοτε μὲ πολιτικὲς ἀνακατατάξεις καὶ ἀποφάσεις –συνήθως– ἐξωεκκλησιαστικές, μὲ συνέπεια ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀναγκάζεται, ἐκ τῶν ὑστέρων, νὰ ἐπιλύει τὰ προβλήματα ποὺ ἀναφύονται. Παράδειγμα εἶναι οἱ Βαλκανικὲς αὐτοκεφαλίες τοῦ 19ου αἰώνα (μὲ τὴν Βουλγαρικὴ περίπτωση νὰ διευθετεῖται μόλις τὸ 1945), καθὼς καὶ ἡ περίπτωση Τσεχίας-Σλοβακίας τὸ 1998. Ἡ τελευταία πάντως περίπτωση πρέπει νὰ προσεχθεῖ, διότι ἀποτελεῖ τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ τρόπου ποὺ χειρίζεται τὸ Φανάρι τὸ ζήτημα τῆς χορήγησης (ἢ μὴ) αὐτοκεφαλίας στὸ νέο διεθνὲς πολιτικὸ περιβάλλον, ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν κατάρρευση τοῦ Ὑπαρκτοῦ Σοσιαλισμοῦ στὴν Ἀνατολικὴ Εὐρώπη καὶ συνακόλουθα τὸ τέλος τοῦ Ψυχροῦ Πολέμου.

Συγκεκριμένα, εἴδαμε στὶς αἰτιάσεις τῆς ΕτΕ πρὸς τὸ ΠΚ σχετικὰ μὲ τὸ δικό της αὐτοκέφαλο νὰ προβάλλεται ἡ ὑπόθεση τῆς Τσεχίας-Σλοβακίας ὡς παραδείγματος χορήγησης πλήρους Αὐτοκεφαλίας (παρ’ ὅτι ἀποτελεῖ κι αὐτὴ περίπτωση πρώην σοσιαλιστικῆς χώρας), ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ δικό της χρονίζον καὶ ἐλλειμματικό. Τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς ἑπομένως τοῦ διπλοῦ μέτρου ποὺ (ἄνευ κανονικοῦ ἐρείσματος) χρησιμοποιεῖ τὸ Φανάρι, ὑποδεικνύει ὅτι στόχος τοῦ τελευταίου δὲν εἶναι συλλήβδην ὅλες οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, παρὰ μόνον οἱ δύο αὐτὲς ποὺ συνιστοῦν ἐμπόδιο στοὺς νέους σχεδιασμούς του γιὰ περαιτέρω διεθνοποίησή του, στὰ πλαίσια ἀνάδυσης καὶ ἐνίσχυσης νέων διεθνικῶν ὑπερκρατικῶν μορφωμάτων: ἀναφερόμαστε στὴν Ρωσία καὶ (μέχρι τὴν ἐποχὴ Χριστοδούλου) στὴν Ἑλλάδα (ἐνδεικτικά, ἡ πανορθόδοξη ἐμβέλεια ποὺ διαθέτει ἡ ΕτΕ, ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς προσέλευσης πλήθους φοιτητῶν τῆς Θεολογίας, ἀπὸ ὅλες τὶς Ὀρθόδοξες Χῶρες, στὶς Θεολογικὲς Σχολὲς τῆς Ἑλλάδος). Πρωτεῖο καὶ (μετὰ τὸ Οὐκρανικό), Ἔκκλητο ἀποτελοῦν τὰ νέα προνόμια–ὅπλα ποὺ χρησιμοποιεῖ τὸ Φανάρι πρὸς ἐνίσχυση τοῦ διεθνοῦς ρόλου του, εἰδικὰ σήμερα, ποὺ ἡ διεθνὴς διπλωματία ἐπαναπροσεγγίζει τὴν Θρησκεία ὡς παράγοντα διαμόρφωσης κοινωνικῆς συνείδησης καὶ πολιτικῆς (χρησιμοποιώντας την δηλαδὴ ὡς soft power). Ἑλληνικὴ καὶ Ρωσικὴ Ὀρθοδοξία ἀποτελοῦσαν πάντοτε ἄλυτο γρῖφο στοὺς σχεδιασμοὺς τῶν ἑκάστοτε Δυτικῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ὁ προσ­εταιρισμὸς θεσμῶν της ἀποτελοῦσε ἀνέκαθεν ποθητὸ στόχο. Τὸ Φανάρι ὁδηγούμενο σὲ ἀποδυνάμωση ἀπὸ αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς Δυνάμεις (19ος αἰώνας), παραμένει ἐξαρτώμενο ἀπ’ αὐτές, καὶ κάτι παραπάνω: γιὰ τὴν διατήρησή του ἔχει πλέον τὴν ἀνάγκη νὰ παραμένει ἐξαρτώμενο, ὁπότε καὶ ἡ ἀνάδειξή του σὲ στρατηγικὸ ἑταῖρο ΗΠΑ καὶ ΕΕ. Σ’ αὐτὴν τὴν σχέση, Χριστόδουλος καὶ Ρωσία ἀποτελοῦν τὴν διατήρηση τοῦ “παρωχημένου” προ-μετανεωτερικοῦ μοντέλου, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ “νέο”, ποὺ γεννιέται (ἀσχέτως ἂν οἱ πόνοι τοῦ τοκετοῦ, ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἐκλαμβάνονται ὡς δυστοκία).

Ἡ ἐξουδετέρωση τοῦ Ἑλληνικοῦ “κινδύνου”, ἐξασφάλισε στὸ Φανάρι τὰ νῶτα του καὶ τὴν ἀδιαφιλονίκητη ἡγεσία ἐπὶ τῆς “Ἑλληνικῆς” Ὀρθοδοξίας, μὲ τὴν πρόσ­θεση στὸν κύκλο τῶν ὑποτακτικῶν του, τῶν νέων “νατοϊκῶν” Ἐκκλησιῶν (Ρουμανία, Βουλγαρία, Πολωνία, Τσεχία-Σλοβακία). Ἀπὸ τὸ μακρινὸ 1947 (Ἀθηναγόρας) μόλις τώρα βλέπει τὸ Φανάρι μία πρωτόφαντη διεύρυνση, ὄχι ἁπλῶς τοῦ ρόλου του, ἀλλὰ καὶ τῶν σχέσεων ἐξάρτησης ποὺ ἔχει καταφέρει νὰ διαμορφώσει, μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν ἄλλων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Ἐπὶ πλέον, μετὰ τὴν ἐκλογὴ Ἱερωνύμου στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ Θρόνο τῶν Ἀθηνῶν, πέραν τῆς πλήρους ἀποκαταστάσεως σχέσεων μὲ τὸ Φανάρι (κάτι ποὺ εἶχε ἤδη συμβεῖ στὰ τελευταῖα χρόνια τοῦ Χριστοδούλου), ἡ ἐνεργὸς ὑποστήριξη ποὺ παρεῖχε πρὸς κάθε πρωτοβουλία τοῦ ΠΚ, κορυφώθηκε ἀφ’ ἑνὸς μὲ τὴν ἀπορρόφηση τῶν (πολλῶν) κραδασμῶν ποὺ προῆλθαν ἀπὸ τὸ Κολυμπάρι (ὅπου ἡ Ἑλλάδα ἔγινε –σχεδὸν ἀποκλειστικὰ– τὸ ἐπίκεντρο τῆς συγκρούσεως μεταξὺ παραδοσιακῶν καὶ ὀπαδῶν τῆς νέας οἰκουμενιστικῆς “θεολογίας” τοῦ Κολυμπαρίου), ἀφ’ ἑτέρου δέ, τοποθετήθηκε μὲ τὸν πλέον ἐπίσημο τρόπο κατὰ τὴν εἰσήγησή του ἐνώπιον τῆς Ἱεραρχίας τῆς ΕτΕ, ὑπὲρ τοῦ Πρωτείου καὶ τοῦ Ἐκκλήτου τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, κατὰ τὴν ἀντικανονικὴ καὶ πραξικοπηματικὴ ἀναγνώριση τοῦ Οὐκρανικοῦ “Αὐτοκεφάλου”. Δὲν πρέπει νὰ διαφεύγει ἄλλωστε τὸ γεγονός, ἐνδεικτικὸ τῆς νέας τάξης πραγμάτων ὅπου ἔχει εἰσέλθει ἡ ΕτΕ, ὅτι μετὰ τὴν λήψη τῆς κατάπτυστης ἀπόφασης ὑπὲρ τῶν Οὐκρανῶν σχισματικῶν, ἐξερχόμενοι Μητροπολίτες τῶν Νέων Χωρῶν δήλωναν ὅτι “καθῆκον” τους εἶναι ἡ ὑπακοὴ στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Πρῶτος τους, ἐνῷ ὁ Ἀθηνῶν δὲν εἶναι παρὰ ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου τῆς ΕτΕ. Μὲ ἄλλα λόγια, ἐπαναλάμβαναν τὶς θέσεις τῶν Ἐπιστολῶν τοῦ Φαναρίου τοῦ 1999, ὄντας ἐπίσκοποι Ἑλλαδικοί!

Στὸ ἑπόμενο ἄρθρο, ὅπως ἤδη ἐλέχθη στὴν εἰσαγωγή, θὰ ἐπιχειρηθεῖ ἡ ἀνάλυση τῶν λόγων καὶ τῶν συνεπειῶν τῆς νέας φάσης στὴν ὁποία ἔχει εἰσέλθει ἡ Ὀρθοδοξία καὶ τῶν προκλήσεων ποὺ καλεῖται νὰ ἀντιμετωπίσει, ὅπου ἀνάμεσα στὰ ἄλλα θὰ καταδειχθεῖ τὸ πῶς, ἀπὸ τὴν ἀλλοίωση τῆς Ἐκκλησιολογίας καὶ τῆς Κανονικῆς Τάξης (Κολυμπάρι, Οὐκρανικό), θὰ περάσουμε στὴν σταδιακὴ ἀποδυνάμωση τῶν Αὐτοκεφαλιῶν τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, μὲ τελικὸ ὁρίζοντα τὴν ἐπαναπορρόφησή τους ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, μετὰ τὴν σχεδιαζόμενη Μεγάλη Ἑνωτικὴ Σύνοδο τοῦ 2025…

Τέλος τοῦ Α΄ Μέρους

Βιβλιογραφία

Michalopulos, G. C., and H. Ham. 2003. The American Orthodox Church: Α History of Its Beginnings. Regina Orthodox Press. Α΄ Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.” 2001. Ἐκκλησία, no. 8: σσ 655–57. “Αἱ Ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Διμερῶν Συνομιλιῶν (5-6 Ἀπριλίου 2001) μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.” 2001. Ἐκκλησία, no. 8: σσ 666–82. “Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Α΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου.” 2001. Ἐκκλησία, no. 8: σσ 658–61. “Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Β΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου.” 2001. Ἐκκλησία, no. 8: σσ 666–82. “Β΄ Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.” 2001. Ἐκκλησία, no. 8: σσ 662–65. Βαλάκου-Θεοδωρούδη, Μαλαμάτη. 2003. Πολιτικὲς καὶ Συνταγματικὲς πτυχὲς τοῦ καθεστῶτος τῶν Νέων Χωρῶν. Ἐπέκταση. Παπαστάθης, Κ. 2014. “Πολιτική, Ἐκκλησία καὶ Διορθόδοξες Σχέσεις.” In Ἡ Διπλωματία στὸν 21ο αἰῶνα, edited by Θ. Καραβουρνάκης, 101–15. University of Macedonia Press.

Σημειώσεις:

Σημειώσεις:

[1] insidestory.gr, ἀναδημοσίευση εἰς: panorthodoxcemes.blogspot.com [2] romfea.gr [3] Παπαστάθης (2014) σελ. 107 [4] Παπαστάθης (2014), σελ. 107 [5] Βλ. μετάφραση τῆς πρώτης συνεντεύξεως τοῦ Φιλαρέτου ἀμέσως μετὰ τὴν παράδοση τοῦ “Τόμου Αὐτοκεφαλίας”. [6] romfea.gr [7] ὅ.π. [8] ὅ.π. [9] romfea.gr [10] ὅ.π. [11] ὅ.π. [12] ὅ.π. [13] μτφ. ἡμ., Michalopulos and Ham (2003) σσ. 180-181 [14] (“Β΄ Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος” 2001) σελ. 664 [15] Βαλάκου-Θεοδωρούδη (2003) σελ. 255 [16] Βαλάκου-Θεοδωρούδη (2003) σελ.238 [17] Βαλάκου-Θεοδωρούδη (2003) σελ. 239 [18] Βαλάκου-Θεοδωρούδη (2003) σελ. 240 [19] Βαλάκου-Θεοδωρούδη (2003) σελ.244 [20] Βαλάκου-Θεοδωρούδη (2003) σελ. 242 [21] Βαλάκου-Θεοδωρούδη (2003) σελ.248 [22] Βαλάκου-Θεοδωρούδη (2003) σελ. 249-50 [23] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Α΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.658 [24] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Β΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.666 [25] (“Αἱ Ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Διμερῶν Συν­ομιλιῶν (5-6 Ἀπριλίου 2001) μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου” 2001) σελ.653 [26] (“Α΄ Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος” 2001) σελ.655 [27] (“Α΄ Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος” 2001) σελ.656 [28] (“Α΄ Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος” 2001) σελ.657 [29] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Α΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.660 [30] (“Α΄ Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος” 2001) σελ.656 [31] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Α΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.660 [32] (“Α΄ Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος” 2001) σελ.655 [33] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Β΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.666 [34] (“Β΄ Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος” 2001) σελ.662 [35] (“Β΄ Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος” 2001) σελ. 662 [36] (“Β΄ Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος” 2001) σελ. 664 [37] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Β΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.667 [38] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Β΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.681 [39] Σύντομα θὰ παρουσιασθεῖ ἐμπεριστατωμένο ἄρθρο, ποὺ θὰ περιγράφει τὴν τιτάνια μάχη τοῦ παλαιοῦ ΠΚ τοῦ 19ου αἰώνα, ἔναντι τόσο τῶν ἐξωτερικῶν ὅσο καὶ τῶν ἐσωτερικῶν “ἐχθρῶν” του. [40] (“Αἱ Ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Διμερῶν Συνομιλιῶν (5-6 Ἀπριλίου 2001) μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου” 2001) σελ.651 [41] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Β΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.668 [42] ὅ.π. [43] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Β΄ Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.669 [44] (“Β΄ Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος” 2001) σελ.663 [45] (“Αἱ Ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Διμερῶν Συνομιλιῶν (5-6 Ἀπριλίου 2001) μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου” 2001) σελ.671 [46] (“Αἱ Ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Διμερῶν Συνομιλιῶν (5-6 Ἀπριλίου 2001) μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου” 2001) σελ.670 [47] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Β΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.670 [48] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Β΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.672 [49] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Β΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.669 [50] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Β΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.668 [51] (“Ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ Β΄Γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου” 2001) σελ.676 [52] (“Αἱ Ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Διμερῶν Συνομιλιῶν (5-6 Ἀπριλίου 2001) μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου” 2001) σελ.648 [53] (“Αἱ Ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Διμερῶν Συνομιλιῶν (5-6 Ἀπριλίου 2001) μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου” 2001) σελ.648 [54] (“Αἱ Ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Διμερῶν Συνομιλιῶν (5-6 Ἀπριλίου 2001) μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου” 2001) σελ.649 [55] (“Αἱ Ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Διμερῶν Συνομιλιῶν (5-6 Ἀπριλίου 2001) μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου” 2001) σελ.653 [56] (“Αἱ Ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Διμερῶν Συνομιλιῶν (5-6 Ἀπριλίου 2001) μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου” 2001) σελ.653 [57] ὅ.π.

Previous Article

H Δ.Ι.Σ. συνεχίζει να επιβραβεύει την αρνητή της Θ.Ευχαριστίας κ.Κεραμέως!

Next Article

Ἔχουν ἠθικὸν κριτήριον αἱ ἐκκλησιαστικαὶ ἀποφάσεις;

Διαβάστε ακόμα