Τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Ἀλεξίου Π. Παναγοπούλου*
Μία δημοκρατία ἰσχυρὴ ὀφείλει νὰ θωρακίζη τὸν πολίτην, νὰ ἐλέγχη τὴν ἑκάστοτε ἐξουσίαν καὶ νὰ προασπίζη τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν ὡς ὑπερτάτην συνταγματικὴν ἀξίαν.
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ, μὲ κανονιστικό–ἑρμηνευτικό χαρακτήρα. Τὸ περιεχόμενο ἐντάσσεται ρητῶς στὸ πλαίσιο συνταγματικῆς γνωμοδότησης, μὲ εἰσαγωγικὴ καὶ καταληκτικὴ γνωμοδοτικὴ διατύπωση.
ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ, περὶ Θεσμικῆς ἀνασυγκρότησης τοῦ πολιτεύματος, ἐνίσχυσης τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ θωράκισης τῆς συνταγματικῆς τάξης, ἔναντι καθεστώτων ὑποχρεωτικότητας.
Ι. Ἀντικείμενον τῆς γνωμοδoτήσεως
Ἡ παροῦσα συνταγματικὴ γνωμοδότηση ἐξετάζει, ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος, δέσμη προτάσεων θεσμικῆς ἀνασυγκρότησης τοῦ πολιτεύματος, μὲ σκοπὸ τὴν ἀποκατάσταση τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τὴν ἐνίσχυση τῆς λογοδοσίας τῆς κρατικῆς ἐξουσίας καὶ τὴ ρητὴ θωράκιση τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, ἔναντι ἀντισυνταγματικῶν μορφῶν γενικευμένης ὑποχρεωτικότητας. Ἡ ἀνάλυση λαμβάνει χώρα χωρὶς ὁποιασδήποτε προσβολῆς τοῦ Προοιμίου τοῦ Συντάγματος ἢ τοῦ καθεστῶτος τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας.
ΙΙ. Συνταγματικὴ Ἀνασυγκρότησις
Ἡ λειτουργία τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτεύματος, ὅπως αὐτὴ ἐξελίχθηκε τὶς τελευταῖες δεκαετίες, ἀνέδειξε σοβαρὲς ἀποκλίσεις μεταξύ τῆς τυπικῆς συνταγματικῆς πρόβλεψης καὶ τῆς οὐσιαστικῆς δημοκρατικῆς πράξης. Ἡ ἀποδυνάμωση τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἡ περιορισμένη λογοδοσία τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἡ συρρίκνωση τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν μέσῳ κανονιστικῶν ἐπιβολῶν καθιστοῦν ἐπιτακτικὴ τὴν ἀνάγκη θεσμικῆς ἀνασύνταξης μὲ αὐστηρὰ συνταγματικοὺς ὅρους.
Πρῶτον, ἡ ἄμεση ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ἀπὸ τὸ ἐκλογικὸ σῶμα συνιστᾶ ἀναβάθμιση τῆς δημοκρατικῆς νομιμοποίησης τοῦ ἀνώτατου πολιτειακοῦ ὀργάνου. Ἡ ρύθμιση αὐτὴ δὲν ἀλλοιώνει τὸν κοινοβουλευτικὸ χαρακτήρα τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ ἐνισχύει τὸν ρυθμιστικὸ ρόλο τοῦ Προέδρου ὡς ἐγγυητῆ τῆς συνταγματικῆς τάξης, τῆς θεσμικῆς ἰσορροπίας καὶ τῆς ἐθνικῆς ἑνότητας.
Δεύτερον, ἡ κατάργηση τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας ὡς μὴ λειτουργικῆς προστασίας καὶ ἰδίως τοῦ Ἄρθρου 86 τοῦ Συντάγματος περὶ ποινικῆς εὐθύνης ὑπουργῶν συναποτελεῖ ἀναγκαία ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητας ἐνώπιον τοῦ νόμου (ἄρθρο 4 Σύντ.). Ἡ διατήρηση εἰδικῶν ποινικῶν προνομίων γιὰ μέλη τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀντιστρατεύεται τὸ κράτος δικαίου καὶ ὑπονομεύει τὴ λαϊκὴ ἐμπιστοσύνη. Ἡ ὑπαγωγὴ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν πολιτικῶν προσώπων στὴν τακτικὴ Δικαιοσύνη συναποτελεῖ θεμελιώδη συνταγματικὴ ἀπαίτηση.
Τρίτον, ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ὑπουργείων (σὲ 15) καὶ ὑφυπουργῶν, ἡ ὁριστικὴ κατάργηση τοῦ φαινομένου τῶν μαζικῶν μετακλητῶν ὑπαλλήλων καὶ γενικῶν γραμματέων, συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς χρηστῆς διοίκησης καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀναλογικότητας.
Τὸ κράτος ὀφείλει νὰ λειτουργεῖ μὲ θεσμικὴ λιτότητα, διοικητικὴ σαφήνεια καὶ ἀξιοκρατία, χωρὶς πελατειακὲς δομὲς ποὺ ἀλλοιώνουν τὴ διάκριση τῶν ἐξουσιῶν.
Τέταρτον, ἡ θεσμοθέτηση διθάλαμου Κοινοβουλίου (Βουλὴ τῶν 150 Βουλευτῶν καὶ Γερουσία τῶν 50) ἐνισχύει τὸν κοινοβουλευτικὸ ἔλεγχο καὶ τὴν ποιότητα τῆς νομοθετικῆς διαδικασίας. Ἡ Γερουσία, μὲ ρόλο ἀναθεωρητικό, ἐγγυητικὸ καὶ ἐλεγκτικό, λειτουργεῖ ὡς θεσμικὸ ἀντίβαρο, ἀποτρέποντας τὴ νομοθετικὴ αὐθαιρεσία καὶ τὴν κανονιστικὴ ὑπερπαραγωγὴ εἰς βάρος τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων.
Ἡ ἀμοιβὴ τῶν βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν δὲν μπορεῖ νὰ ξεπερνᾶ κάθε φορά τὴν ἀμοιβὴ τοῦ ἑκάστοτε Πρύτανη τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Ὁμοίως, καὶ ἡ ἀμοιβὴ τῶν ὑπουργῶν καὶ ὑφυπουργῶν, τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Οἱ πρόεδροι πρώην ΔΕΚΟ καὶ ἀνεξάρτητων ἀρχῶν ὁμοίως δὲν μποροῦν νὰ ξεπεράσουν τὴν ἀμοιβὴ τοῦ ἑκάστοτε Πρύτανη τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
Πέμπτον, ἡ κατοχύρωση τῶν οὐσιαστικῶν μηχανισμῶν τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἄμεσης δημοκρατίας, ὅπως δεσμευτικὰ δημοψηφίσματα καὶ θεσμοθετημένες λαϊκὲς συνελεύσεις, ἀποκαθιστᾶ τὴ λαϊκὴ κυριαρχία ὡς θεμέλιο τοῦ Συντάγματος. Ὁ πολίτης ἀνακτᾶ ἐνεργὸ ρόλο στὴ λήψη κρίσιμων ἀποφάσεων, ἐντὸς πάντοτε τοῦ συνταγματικοῦ πλαισίου. Ἡ ἐπιτροπὴ δεοντολογίας νὰ λειτουργήσει θεσμικὰ καὶ γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῶν καθηγητῶν τῶν ΑΕΙ.
Ἕκτον, καὶ καίριας σημασίας, εἶναι ἡ ρητὴ συνταγματικὴ θωράκιση τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνθρώπινης ἀξίας (ἄρθρο 2 παρ. 1 Συντ.) ἔναντι κάθε μορφῆς γενικευμένης ἢ ἔμμεσης ὑποχρεωτικότητας, ἰδίως σὲ ζητήματα:
ὑποχρεωτικῶν ἰατρικῶν πράξεων, σὲ ἐπιδημίες ἢ πανδημίες, συμπεριλαμβανομένων τῶν ὑποχρεωτικῶν ἐμβολιασμῶν, τῆς ἐπιβολῆς καθολικῶν συστημάτων ταυτοποίησης, ὅπως ὁ προσωπικὸς ἀριθμός, ψηφιακῶν ἢ διοικητικῶν ἀποκλεισμῶν ὡς μέσων ἐξαναγκασμοῦ.
Ὁποιαδήποτε κρατικὴ παρέμβαση ὀφείλει νὰ σέβεται τὴν ἀρχὴ τῆς ἀναλογικότητας, τῆς συναίνεσης καὶ τῆς ἐλεύθερης ἀνάπτυξης τῆς προσωπικότητας (ἄρθρο 5 Συντ.), ἀποκλείοντας ρητῶς κάθε καθεστὼς ἠλεκτρονικῆς σκλαβιᾶς, βιοπολιτικοῦ ἢ διοικητικοῦ ἐξαναγκασμοῦ.
Ὅλες οἱ ἀνωτέρω συνταγματικὲς κατευθύνσεις δύνανται νὰ ὑλοποιηθοῦν χωρὶς καμία προσβολὴ τοῦ ἱστορικοῦ Προοιμίου τοῦ Συντάγματος καὶ χωρὶς μεταβολὴ τοῦ ἱστορικὰ παγιωμένου καθεστῶτος σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας καὶ Ἁγίου Ὄρους, τὰ ὁποῖα συναποτελοῦν συστατικὰ στοιχεῖα τῆς συνταγματικῆς ταυτότητας τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους.
Ἡ συνταγματικὴ ἀναθεώρηση δὲν συνιστᾶ πράξη ρήξης, ἀλλὰ πράξη εὐθύνης. Μία δημοκρατία ἰσχυρὴ ὀφείλει νὰ θωρακίζει τὸν πολίτη, νὰ ἐλέγχει τὴν ἑκάστοτε ἐξουσία καὶ νὰ προασπίζει τὴν ἀτομικὴ ἐλευθερία ὡς ὑπέρτατη συνταγματικὴ ἀξία.
ΙΙΙ. Γνωμοδοτικὸν Συμπέρασμα
Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, γνωμοδοτεῖται ὅτι τὸ σύνολο τῶν προτεινόμενων ρυθμίσεων εἶναι κατ’ ἀρχὴν συνταγματικῶς ἐπιτρεπτό, θεμελιώνεται στὶς ἀρχὲς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τῆς ἰσονομίας, τῆς ἀναλογικότητας καὶ τοῦ κράτους δικαίου καὶ δύναται νὰ ἐνταχθεῖ σὲ ἀναθεωρητικὴ διαδικασία σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρο 110 τοῦ Συντάγματος, χωρὶς πρόσθετου συνταγματικοῦ πυρήνα, τοῦ Προοιμίου καὶ τῶν ἱστορικῶν συστατικῶν θεμελίων σεβόμενοι τὶς θυσίες καὶ τὸ αἷμα τῶν προγόνων μας γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους.
* (Phd Ν/Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν, Phd Βιοηθικῆς, Phd Θεολογίας. PostDoc’s τῶν Νομικῶν, τῆς Βιοηθικῆς, τῆς Θεολογίας. Dr. Habil., τοῦ Δικαίου, – Διπλωματούχου Ὑφηγητῆ…




