Κατάργησις Σχολῶν Κληρικῶν – Συγχώνευσις Θεολογικῶν Σχολῶν!
ΑΙ ΣΧΟΛΑΙ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΥΠΟΝΟΜΕΥΟΥΝ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙΝ!
Σοβαρά στελέχωσις καί πνευματική ἐργασία δύναται νά γίνη μόνον μέ κατηρτισμένους καί μορφωμένους Ἱερεῖς.
Ἡ Ἱεραρχία δέν τό κατανοεῖ; Ἡ Ὑπουργός, ἡ ὁποία καυχᾶται διά τόν θεολόγον πατέρα της, δέν θά ἀναλάβη πρωτοβουλίας;
Γράφει ὁ κ. Παῦλος Τρακάδας, θεολόγος
Μετὰ τὴν πρόσφατον συνεδρίασιν τῆς ΔΙΣ (10/09/2026) ἐπραγματοποιήθη τελετὴ ἀπονομῆς διπλωμάτων τῶν ἀποφοίτων τῶν ΣΜΥΚ. Μὲ τὴν σύμπραξιν τῆς Ἱεραρχίας καὶ τὴν βούλησιν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας λειτουργοῦν πλέον «Σχολὲς Μαθητείας Ὑποψηφίων Κληρικῶν» (ΣΜΥΚ). Τὸ αἴτημα ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι συνυφασμένον μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀπὸ ἱδρύσεώς του προκειμένου νὰ στελεχώνεται ἡ Ἐκκλησία, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος θεωρεῖ διαχρονικῶς ὡς θεραπαινίδα τῶν ἐπιδιώξεων αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ δὲν εἶναι τυχαῖον ὅτι εἰς τὸν σκοπὸν τῆς δημιουργίας τῶν Σχολῶν ἀναφέρεται ἡ «προσήλωση [τῶν σπουδαστῶν] στὶς δημοκρατικὲς ἀξίες, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν στὴν Ἑλλάδα ἢ στὶς κοινότητες τοῦ ἀπόδημου ἑλληνισμοῦ». Εἶναι αὐτονόητον ὅτι πρέπει νὰ ἐμφοροῦνται ἀπὸ δημοκρατικάς ἀξίας, ἀλλὰ τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης εἶναι ὑπεράνω κάθε ἀξίας, κάθε πολιτεύματος καὶ κάθε ἐθνικότητος. Προσέτι, διατί ἡ Ἑλλάδα νὰ μὴ ἐκπαιδεύη καὶ «ἐξάγη» ἱερεῖς εἰς κάθε ἄκρην τῆς οἰκουμένης ἀλλὰ μόνον εἰς Ἕλληνας ἀποδήμους;
Ἕνα ἀποσαρθρωμένον ὅραμα
Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ κακορίζικη, μυωπικὴ καὶ χαμηλῶν προσδοκιῶν πολιτική, δὲν ἔχει κανένα ἀπολύτως ὅραμα διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀγκαλιάσει κηδεμονικὰ μὲ στόχον νὰ τῆς προκαλέση ἀσφυξίαν. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἱεραρχία μας ἔχει καταπνιγεῖ ἀπὸ μία γραφειοκρατικὴν λογικήν, λειτουργοῦσα εἰς τὴν καλυτέραν τῶν περιπτώσεων διεκπεραιωτικά. Τὰ δύο αὐτὰ μεγέθη ἐγέννησαν τὸν θεσμὸν τῶν ΣΜΥΚ χωρὶς σοβαράν προοπτικὴν καὶ λειτουργικότητα. Οἱ ἰθύνοντες νόες κατεσκεύασαν μίαν μικρογραφίαν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν καὶ τὴν συνέθεσαν μὲ τὰς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Διοικήσεως, χωρὶς κἄν νὰ ψυχανεμισθοῦν ὅτι τὰ δύο αὐτὰ «μοντέλα» ψυχορραγοῦν. Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Διοίκησις ἀναπαράγει τὴν κακοδαιμονίαν, ἡ ὁποία κατατρύχει τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, μὲ Ἐπισκόπους προερχομένους ἀπὸ τὴν διοικητικὴν «κιμαδομηχανήν», δίκην Βουλευτῶν κομματικοῦ σωλῆνος, ἀνυποψίαστοι διὰ τὸ ἐπὶ τοῦ πεδίου ἐκκλησιαστικὸν γεγονός. Αἱ Θεολογικαὶ Σχολαὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην ἔχουν φθάσει εἰς τὸ ναδίρ, ὥστε εἶναι ἀμφίβολον ἐὰν ὑπάρχη κατώτερον ἐπίπεδον. Ἡ πλήρης ἀπαξίωσις αὐτῶν δὲν προέρχεται, ὅπως αἱ ἰδίαι παρουσιάζουν, λόγῳ τῆς ἐλλείψεως ἐπαγγελματικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν φοιτητῶν, αὐτὴ ἄλλωστε ὑφίσταται δεκαετίας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν των, βυθισμέναι εἰς τὴν διαφθοράν, τὴν διαπλοκὴν καὶ τὴν ὀσφυοκαμψίαν πρὸς τὴν ἑκάστοτε ἐξουσίαν «ἀπὸ ὅπου καὶ νὰ προέρχεται». Τί εἴδους, ἑπομένως, κληρικοὺς θὰ παρήγαγον;
Τὸν ρόλον τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν ἀναλαμβάνουν τώρα αἱ ΣΜΥΚ, χαρακτηρίζοντας ἀτύπως καὶ αὐτομάτως τὰς Θεολογικάς ὡς καθηγητικάς Σχολάς. Δὲν εἶναι περίεργον ὅτι δὲν ἀντέδρασαν αἱ Θεολογικαὶ Σχολαὶ, ἐπειδὴ θὰ στεροῦνται φοιτητῶν; Οὐδόλως, διότι ἀφενὸς συντάσσονται μὲ τὰς πολιτικάς ἀποφάσεις, θεωροῦντες οἱ Καθηγηταὶ ἑαυτοὺς ἐξασφαλισμένους, ἀφ’ ἑτέρου πιστεύουν ὅτι παραμένουν οἱ ἀπόλυτοι κυρίαρχοι δι’ ἱερεῖς τῶν μεγάλων πόλεων. Ὑποκρύπτεται ὅμως καὶ κάτι πλέον ὀδυνηρόν: ἀφ’ ἑνὸς ἐπειδὴ καθηγηταὶ τῶν ΣΜΥΚ δύνανται νὰ εἶναι μέλη ΔΕΠ ἔνιοι ἐξ αὐτῶν ἤδη κατεστάθησαν «διπλοθεσίται», καὶ ἀφέντες τὰ ἐρευνητικὰ δίκτυα ἐπεδόθησαν εἰς τὸ κυνήγι τοῦ χρήματος, λαμβάνοντες ἐπιπλέον μισθὸν ἀπὸ τὰ ΣΜΥΚ, τὸ ἀνοικτὸν Πανεπιστήμιον, ἱδρύματα τοῦ Ἐξωτερικοῦ κ.λπ. «νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν» (Α΄Τιμ. 6,5). Ἀφ’ ἑτέρου οὐδεὶς -μὰ οὐδεὶς- ἔδειξε τὸ παραμικρὸν ἐνδιαφέρον νὰ σχεδιάση μίαν Σχολήν, ἡ ὁποία νὰ δημιουργήση ἕνα ὑψηλοῦ ἐπιπέδου δυναμικὸν στελεχῶν τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐξ ἀντικειμένου προβληματικαὶ αἱ ΣΜΥΚ
Ὁ ἴδιος ὁ Κανονισμὸς τῶν ΣΜΥΚ παρουσιάζει πολλὰ προβλήματα. Ἡ φοίτησις εἶναι διετής. Τὸ θεωρητικὸν μέρος τῆς καταρτίσεως ἐπιτυγχάνεται μόλις ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, συγκεκριμένα 26 ἑβδομάδων, κατὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλουν νὰ παρακολουθήσουν συνολικῶς 16 μαθήματα. Τὸ διάστημα μηδαμινόν, τὸ πλῆθος τῶν γνωστικῶν ἀντικειμένων ὑπέρογκον. Εἰς τί ἐξ ὅλων αὐτῶν θὰ ἐνδιατρίψη ὁ ὑποψήφιος κληρικός; Πῶς θὰ τὰ ἀφομοιώση; Εἶναι ὄντως ἀναγκαῖα ὅλα αὐτὰ χωρὶς στόχευσιν διὰ τὴν διακονίαν του;
Ἐξόχως προβληματικὸν εἶναι καὶ τὸ ἀναλυτικὸν πρόγραμμα. Ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὤφειλε νὰ εἶναι ἑστιασμένη εἰς τὰς λειτουργικάς περικοπάς. Πολλὰ ἀντικείμενα εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα διὰ τὸ ἐπίπεδον καὶ τὴν διακονίαν, τὴν ὁποίαν καλοῦνται νὰ προσφέρουν π.χ. Βιοηθική, Θρησκειολογία κ.ἄ. Ἕτερα ἀντικείμενα ἁπλῶς ἐπιβαρύνουν τὰ οὐσιώδη. Ἂς ἐπιμείνωμεν εἰς αὐτό. Ἔχει τεθῆ ὡς μάθημα ἡ «Λειτουργικὴ – Τελετουργική». Θὰ ἦτο ἐπαρκής μόνον ἡ «Τελετουργική». Ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος ὁ ἐντεταλμένος διδάσκων νὰ ἀναλωθῆ εἰς τὴν θεωρίαν, ἐνῶ ἡ στόχευσις ὀφείλει νὰ εἶναι ἡ πρακτική. Κάποτε ἐκλήθη εἰς σεμινάριον ἱερέων Ἐπίσκοπος, διὰ νὰ τελέση ὑποδειγματικὴν βάπτισιν. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν τριῶν καταδύσεων νὰ τελέση μόνον μία! Κατὰ τὰ ἄλλα ὅμως διέθετε πτυχίον καὶ ἦτο ἄριστος γνώστης τῆς Λειτουργικῆς…
Διὰ νὰ μὴ ἑξαντλήσωμεν τὴν κριτικὴν εἰς τὸ περιεχόμενον τῶν μαθημάτων, ἀλλὰ διά νὰ κατανοήση ὁ ἀναγνώστης ὅτι τὰ ΣΜΥΚ εὑρίσκονται «ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου» ἀρκεῖ νὰ ἐπισημανθῆ ὅτι εἰς τὴν διδακτέαν ὕλην περιλαμβάνονται -καὶ μάλιστα ὡς ἰδιαίτεραι διδακτικαὶ ἑνότητες- τὸ «μήνυμα», ἡ «ἐγκύκλιος», καὶ ἄλλα κείμενα τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Κολυμβαρίου! Ποῖος …νουνεχὴς ἄνθρωπος ἔθεσεν αὐτὰ πρὸς διδασκαλίαν; Εἴμεθα ἀπολύτως πεπεισμένοι ὅτι εἰς τὰ ἐρημωμένα ὀρεινὰ, ἀλλὰ καὶ ἐν ὑπαίθρῳ χωρία αἱ ἐναπομείνασαι γραῖαι καὶ οἱ βαρήκοοι ἡλικιωμένοι προσμένουν μὲ λαχτάρα πότε ὁ ἐφημέριος θὰ τοὺς ἀναλύση τὸ μήνυμα τοῦ Κολυμβαρίου…
Εἰς τὸ δεύτερον ἔτος προβλέπεται μαθητεία ἐκτὸς τάξεως. Περισσεύουν καὶ ἐδῶ τὰ ἄτοπα. Δίδονται ἁρμοδιότητες εἰς τοὺς οἰκείους Μητροπολίτας, ἡ ἀρνητικὴ κρίσις τῶν ὁποίων δύναται νὰ ὁδηγήση εἰς διαγραφὴν σπουδαστῶν. Ὁρίζονται ἐπίσης -δίκην μεντόρων τῶν σπουδαστῶν- ἐντεταλμένοι κληρικοί, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εἶναι «ὁ Πρωτοσύγκελλος ἢ ὁ Γενικὸς Ἀρχιερατικός, ἢ ἄλλος Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος, ἢ Γραμματέας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ἢ ὁ Προϊστάμενος τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ, ἢ ὁποιασδήποτε μεγάλης ἐνορίας, ὅπου θὰ ὑπάρχει ἡ δυνατότητα ἄμεσης συνεργασίας μὲ τὶς διοικητικὲς ὑπηρεσίες τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως καὶ ἀπόκτησης ἐμπειρίας ἀπὸ τὴ διακονία του στὰ γραφεῖα της, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν ἐν γένει ζωὴ τῆς ἐνορίας». Ἀφήνομεν κατὰ μέρος τὸ ἐρώτημα ἐὰν οἱ τόσο πολυπράγμονες Πρωτοσύγκελλοι κ.ἄ. δύνανται νὰ διαθέσουν τὸν ἀπαραίτητον χρόνον. Καίρια ἐρωτήματα παραμένουν: τὸ ὅραμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἱερεῖς λειτουργοί τοῦ Ὑψίστου ἢ μήπως γραφειοκράται τῶν διαδρόμων τοῦ Ἐπισκοπείου; Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι πλαισιώνουν τὸν ἑκασταχοῦ Μητροπολίτην, οἱ ἄξιοι ἢ οἱ ἡμέτεροι; Μήπως ὁ ἱεροσπουδαστὴς καταλήξει «τὸ παιδὶ γιὰ τοὺς καφέδες» ἢ ἀκόμη χειρότερα ἀποκτήσει νοοτροπίαν καφενείου; Δὲν ἀδικοῦμεν ὑπευθύνους κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦν ἀκέραια τὸ ἔργον των, ἀλλὰ ἀναφερόμεθα εἰς τὰς παθογενείας.
Ἓν τελικὸν σχόλιον εἶναι ἀπαραίτητον διὰ δύο προβλέψεις. Ἡ μία εἶναι ὅτι ἀκόμα καὶ οἱ ἔγγαμοι σπουδασταὶ παραμένουν οἰκότροφοι καὶ ἐπιστρέφουν εἰς τὴν οἰκίαν των τὸ Σαββατοκύριακον. Ἐμπίπτει εἰς τὰ ὅρια τῆς λογικῆς αὐτὴ ἡ θεσμοθέτησις; Πόσα προβλήματα δύνανται νὰ προκύψουν; Δεύτερον, οἱ πτυχιοῦχοι προορίζονται νὰ ὑπηρετήσουν εἰς περιοχὰς ἕως 40.000 πληθυσμὸν καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν καὶ εἰς περιοχὰς ἄνω τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, δηλαδὴ τελικῶς ὁπουδήποτε! Ἔπειτα, μάλιστα ἀποκτοῦν καὶ δικαίωμα εἰσαγωγῆς εἰς τὰς Θεολογικάς Σχολάς μέσῳ κατατακτηρίων. Εἶναι ἆραγε ὀλίγος ὁ ἀριθμὸς 40.000; Προορίζονται, δηλαδή, διὰ μεγάλας ἐνορίας, ἀλλὰ μὲ ἐφόδια τὰ ὁποῖα δὲν ἐπαρκοῦν οὔτε δι’ ἀπομονωμένον οἰκισμόν! Εἶναι αὐτὸ σοβαρά ἐκπαιδευτικὴ πολιτική;
Ἐπιπροσθέτως, διατί νὰ ὑπάρχη «παραθυράκι» εἰσόδου εἰς τὰς Θεολογικάς Σχολάς; Αἱ βάσεις τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν ἔχουν φθάσει εἰς τὰ 8,5 μονάδας! Μαθηταὶ, οἱ ὁποῖοι γράφουν κάτω ἀπὸ τὴ βάσιν εἰς τὰ σχολεῖα, γίνονται φοιτηταὶ τῆς «ἐπιστήμης τῶν ἐπιστημῶν»! Ἂν ὁ ὑποψήφιος κληρικὸς δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχη εἰς τὰς Θεολογικάς Σχολάς τότε δὲν κάνει διὰ κληρικός! Ἀκόμη καὶ ἐὰν ἀνέβη λίγο ἡ βάσις πάλι ἡ εἰσαγωγὴ θὰ εἶναι εὔκολος. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὴ ἡ καρδία τοῦ προβλήματος, ἀλλὰ ἡ ἑξῆς: κατὰ τὴ σημερινὴν ἐποχὴν τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ὄχι μόνον κατέχει πτυχίον, ἀλλὰ πτυχία, μεταπτυχιακά, ἐπιμορφώσεις καὶ ἄλλα πολλά. Πῶς θὰ σταθῆ ὁ ὀλιγογράμματος ἱερεὺς εἰς τὴν πόλιν, ἢ ἀκόμη καὶ εἰς τὸ χωρίον, τὸ ὁποῖον ἐπισκέπτονται τὸ θέρος οἱ τῆς πόλεως, ἐνώπιον τῆς νέας αὐτῆς συνθήκης; Ὁ ἱερεὺς, διὰ νὰ διαδραματίση καίριον ρόλον εἰς τὴν σύγχρονον κοινωνίαν, ὀφείλει «νὰ γνωρίζη γράμματα» μὲ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς φράσεως. Ἡ ἡμιμάθεια εἶναι χείρων τῆς ἀμαθείας.
Ριζικὴ μεταρρύθμισις εἰς τὰς Θεολογικάς Σχολάς
Αἱ ΣΜΥΚ χρειάζονται παντελῆ κατάργησιν ἄνευ συζητήσεως. Οἱ ἱερεῖς θὰ ἐκπαιδεύωνται ἀπὸ εἰδικὴν κατεύθυνσιν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν. Διὰ τοὺς ἤδη ὑπάρχοντας κληρικοὺς τῆς ἐπαρχίας δὲν χρειάζονται κακέκτυπα τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, διότι αὐτὸ εἶναι αἱ ΣΜΥΚ, ἀλλὰ ἓν μονοετὲς πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον θὰ περιλαμβάνη ἀποκλειστικῶς Τελετουργικὴν καὶ Ὁμιλητικήν, ἀλλὰ ἐφαρμοσμένας.
Τὰ τέσσερα Τμήματα τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν ὁμοῦ μετὰ τὰς Ἀνωτάτας Ἐκκλησιαστικάς Ἀκαδημίας θὰ πρέπη (ἤδη θὰ ἔπρεπε) νὰ συγχωνευθοῦν. Ἄλλωστε, οἱ ἐπιτυχόντες φοιτηταὶ εἶναι ἐλάχιστοι εἰς σημεῖον ὥστε πλέον ἡ ἀναλογία νὰ εἶναι σχεδὸν ἕνας Καθηγητὴς δι’ ἓνα φοιτητήν. Θὰ ἀπομείνουν δύο Τμήματα, ἕνα εἰς Ἀθήνας καὶ ἕνα εἰς Θεσσαλονίκην, τὰ ὁποῖα ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπιλογὴν μαθημάτων θὰ ἐξειδικεύουν τοὺς φοιτητάς διὰ κληρικοὺς ἢ ἐκπαιδευτικούς. Δὲν θὰ χαθῆ καμία θέσις διδακτικοῦ προσωπικοῦ, καθὼς εἰς πρώτην φάσιν θὰ ἀπορροφηθοῦν ὅλοι καὶ μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου κάποιοι θὰ ἀφυπηρετήσουν. Παραλλήλως, θὰ θεσμοθετηθῆ κατ’ ἐξαίρεσιν ὑψηλὴ βάσις, ὥστε νὰ εἰσέρχωνται ἄνθρωποι μὲ ῃὐξημένα προσόντα. Δὲν ἔπρεπε ἄλλωστε νὰ ὑπόκεινται οἱ θεολόγοι εἰς τὴν λαιμητόμον τῆς ἐλευθέρας οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν διέπει ὁ νόμος τῆς ἀγορᾶς (προσφορὰ καὶ ζήτησις), καθὼς ἀντιθέτως πρὸς τὴν συντριπτικὴν πλειονότητα τῶν ἐπιστημῶν, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν τομέα, ἡ θεολογία εἶναι εἰδικοῦ σκοποῦ καὶ δὲν ἀφορᾶ τὸν ἐπιχειρηματικὸν κλάδον. Κατὰ τὴν ριζικὴν αὐτὴν μεταρρύθμισιν, ἡ ὁποία θὰ ἐνισχύση τὰς Θεολογικάς Σχολάς, θὰ πρέπη νὰ ἐπιδιωχθῆ καὶ ἡ ἐξυγίανσις αὐτῶν ἀπὸ Καθηγητάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπηρετοῦν εὐόρκως.
Δὲν εὑρισκόμεθα πλέον οὔτε εἰς τὴν Τουρκοκρατίαν οὔτε εἰς τὴν ἀγροτοκτηνοτροφικὴν κοινωνίαν τοῦ περασμένου αἰῶνος. Σοβαρά στελέχωσις καὶ πνευματικὴ ἐργασία δύναται νὰ γίνη μόνον μὲ ἱερεῖς πανεπιστημιακῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ Ἱεραρχία δὲν τὸ κατανοεῖ; Ἡ Ὑπουργός, ἡ ὁποία καυχᾶται διὰ τὸν θεολόγον πατέρα της, δὲν θὰ ἀναλάβη πρωτοβουλίας;




