«Αἱ ψυχαὶ τῶν ἐμβρύων, κατὰ τὰς ἐκτρώσεις καὶ τὰς ἀποβολάς, ποῦ πηγαίνουν; Εἰς ποίαν κατάστασιν;»

Share:

Γράφει ὁ κ. Γεώργιος Θ. Ποντίκας, Δημοσιογράφος – Συγγραφεύς

«Ὅλων τῶν ἀνθρώπων οἱ ψυχὲς εἶναι ἀθάνατες καὶ θεῖες» (Σωκράτης). Ἡ ψυχὴ ὡς θεϊκὴ  οὐσία καὶ ἐνέργεια εἶναι ἀθάνατη καὶ ἁπλή, ΑΙΩΝΙΑ! Καὶ ὁ σωματικὸς θάνατος θεωρεῖται καὶ εἶναι μετάβαση ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν! «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν (ἔχει κι ὅλας περάσει) ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν” (Ἰωάν. ε΄ 24).

Μόνο ἡ ψυχὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ταυτότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχὴ εἶναι ποὺ κάνει καὶ τὴ διαφορὰ ἀνθρώπου ἀπὸ ἀνθρώπου. Κι αὐτὸ γιατί ἡ ψυχή, σὲ τελικὴ ἀνάλυση, δὲν εἶναι παρὰ ἡ διὰ τοῦ αὐτεξουσίου διαμόρφωση τοῦ ἑαυτοῦ μας ὑπὸ τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς βεβαιώνει: “ἔστι σῶμα ψυχικόν, καὶ ἔστι σῶμα πνευματικὸν” (Α΄ Κορ. ιε΄ 44). Δηλαδή, ὅτι ὑπάρχει ψυχικὸς ἄνθρωπος ποὺ στερεῖται Πνεύματος Ἁγίου, ὁ ὁποῖος ἄγεται κὰi φέρεται ὑπὸ τῶν κατωτέρων ἀναγκῶν καὶ ὁρμῶν τοῦ σώματος, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ πνευματικὸς ἄνθρωπος, στὸν ὁποῖο (διὰ τῆς βαπτίσεως-ἀναγεννήσεως) κατοικεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: “μετανοήσατε, καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καὶ λήψεσθε τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος” (Πράξ. β’ 38). Καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται μὲ δέος καὶ φόβο Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του, ποὺ εἶναι ἀσφαλὴς καὶ βέβαια, καθόσον τηρεῖ μὲ εὐλάβεια τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ “ὁ Θεὸς γὰρ ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας” (σύμφωνα μὲ τὸ λυτρωτικό Του σχέδιο) (Φιλ. β΄ 13).

“Ἡ κακία καὶ ἡ ἀρετὴ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς φύσεως, ἀλλὰ τῆς προαιρέσεως”, τονίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος. Ἡ ψυχὴ εἶναι ποὺ συγκροτεῖ καὶ χαρακτηρίζει τὴ μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη ἀνθρώπινη ὑπόσταση. Ἡ ψυχὴ καὶ τὸ αὐτεξούσιό της εἶναι τὸ πολυτιμότερο καὶ μόνο ἀθάνατο στοιχεῖο ὕπαρξης τῆς μοναδικῆς ψυχοσωματικῆς ὀντότητας καὶ παρουσίας τοῦ ἀνθρώπου ἐπάνω στὴ γῆ!

Ὁ ἄνθρωπος ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ἔχει μία συγκεκριμένη ἀρχὴ ζωῆς, ἀλλὰ δὲν ἔχει τέλος ζωῆς, “πάντα, ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεός, αὐτὰ ἔσται εἰς τὸν αἰῶνα· ἐπ’ αὐτῷ οὐκ ἔστι προσθεῖναι, καὶ ἀπ’ αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν, καὶ ὁ Θεὸς ἐποίησεν, ἵνα φοβηθῶσιν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ. τὸ γινόμενον ἤδη ἐστὶ καὶ τὰ ὅσα τοῦ γίνεσθαι, ἤδη γέγονε… καὶ οὐκ ἔστι πᾶν πρόσφατον ὑπὸ τὸν ἥλιον” (Ἐκκλ. γ’ 14, 15, καὶ Α΄ 9). “Μὴ θαυμάζετε τοῦτο· ὅτι ἔρχεται ὥρα ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς (ἐν Χριστῷ, πνευματικῆς καὶ εὐτυχισμένης), οἱ δὲ τὰ φαῦλα εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» αὐτοβασανισμοῦ καὶ ὀδύνης) (Ἰωάν. ε’ 28).

Ἐξέτασε τὸν ἑαυτό σου, ποιὸς εἶσαι. Γνώρισε τὴ φύση σου, ὅτι δηλαδὴ τὸ μὲν σῶμα σου εἶναι θνητό, ἡ δὲ ψυχή σου ἀθάνατη”, τονίζει ὁ Μέγας Βασίλειος. “Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀποροῦμε, ἂν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ ζήσουν ἀθάνατοι μέν, ὄχι ὅμως ὅλοι εὐτυχισμένα. Τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας, τὴν ἀπολαμβάνουν ὅλοι ὅμοια. Τὰ δῶρα Του ὅμως, ποὺ ἐπιβραβεύουν τὴ θέληση, τὰ ἀπολαμβάνουν ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους μόνον οἱ εὐσεβεῖς πρὸς τὸν Θεόν, τονίζει ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, στὸ βιβλίο του “Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ».

Ὁ ἄνθρωπος ἀποθνήσκων κρίνεται-διαχωρίζεται παρὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ κατὰ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ψυχὴ ἐγκαταλείπει τὸ σῶμα, ὁ ἀποθνήσκων κατατάσσεται σὲ ἀνάλογη κατάσταση. Οἱ μὲν ἐν Χριστῷ βιώσαντες θὰ ἀναστηθοῦν, γιὰ νὰ ἀπολαύσουν μία εἰρηνικὴ καὶ εὐτυχισμένη ζωή, τὸν “παράδεισο”! Οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες θὰ ἀναστηθοῦν καὶ αὐτοί, ἀλλὰ γιὰ νὰ ζήσουν μία ἐπώδυνη καὶ βασανιστικὴ ζωή, ποὺ οἱ ἴδιοι αὐτεξουσίως ἐπέλεξαν γιὰ νὰ ζήσουν, τὴν αἰώνια “κόλαση”! Καὶ αὐτὸ τὸ προκαθορίζει ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἡ ὀρθὴ καὶ ἀκράδαντη πίστη, ποὺ ἔχουμε καὶ δείχνουμε πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου, τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ.

«οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.  οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ. ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται, ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. γ΄ 16-18).

Διὰ τῆς πίστεως, καὶ μόνο διὰ τῆς πίστεως ὁ Χριστιανὸς νικᾶ τοὺς τέσσερις φοβεροὺς καὶ ἰσχυροὺς ἐχθρούς του, τὴ σάρκα, τὸν κόσμο, τὸν διάβολο καὶ τὸν θάνατο! Οὐδεὶς ἄνθρωπος ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ νικήσει καὶ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἐκ τῆς δουλείας καὶ τῆς τυραννίας αὐτῶν, παρὰ μόνο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀδιστάκτως καὶ ἐγκαρδίως πιστέψει στὸν Κύριο, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, “τῇ γὰρ χάριτι ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μὴ τις καυχήσηται”. (Ἐφ. β΄ 8).

Ἡ πίστη λοιπὸν στὸν Χριστὸ εἶναι ποὺ δίνει τὴ Χάρη καὶ τὴ δύναμη νὰ νικήσουμε τὴν ἁμαρτία ἐν γένει τοῦ κόσμου. “Τὶς ἐστιν ὁ νικῶν τὸν κόσμον εἰ μὴ ὁ πιστεύων ὅτι Ἰησοῦς (=Γιαχβέ, Σωτήρας) ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ;” (Α’ Ἰωάν. ε’ 5). Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει: “ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθείς-«ἀναγεννηθεὶς» σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας (καὶ μὴ βαπτισθεὶς – ἀναγεννηθείς) κατακριθήσεται” (Μᾶρκ. ιστ’ 16).

Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, στὴν ἐρώτηση-ἀπορία, “Αἱ- ψυχαὶ τῶν ἐμβρύων, κατὰ τὰς ἐκτρώσεις καὶ τὰς ἀποβολάς, ποῦ πηγαίνουν; Εἰς ποίαν κατάστασιν;” Οὐδεὶς ἐκ τῶν σοφῶν τοῦ κόσμου τούτου δύναται νὰ δώσει σωστὴ-σωτηριολογικὴ καὶ θεολογικῶς τεκμηριωμένη ἀπάντηση. Κι αὐτὸ γιατί, ναὶ μὲν τὰ ἐκτρωθέντα ἔμβρυα εἶναι ἐξ ἄκρας συλλήψεως τέλεια ἀνθρώπινα πρόσωπα, ὡστόσο ὅμως δὲν “γεννήθηκαν” -δὲν βγῆκαν δηλαδὴ στὸν κόσμο, ὥστε αὐτεξουσίως νὰ κρίνουν, νὰ πιστέψουν στὸν Χριστὸ καὶ νὰ βαπτισθοῦν-ἀναγεννηθοῦν γιὰ νὰ σωθοῦν, ἢ νὰ τὸν ἀρνηθοῦν μὲ ἀποτέλεψα “τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀπώλειαν” (= τὴν ἠθικὴ διαφθορὰ καὶ τὸν ἁμαρτωλὸ βίο) (Β΄ Πέτρ. γ΄ 16).

Αὐτὸ τὸ γνωρίζει μόνο ὁ Κύριος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, “ὁ ἐρευνῶν νεφροὺς καὶ καρδίας” (Ἀποκ. β΄ 23). Ὁ ἀφορίσας (ποὺ ξεχώρισε, τὸν Παῦλο) ἐκ κοιλίας μητρὸς” (Γαλ. α΄ 15). Καὶ “οὕς προέγνω, καὶ προώρισε… οὕς δὲ προώρισε, τούτους καὶ ἐκάλεσε, καὶ οὕς ἐκάλεσε, τούτους καὶ ἐδικαίωσεν, οὕς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους καὶ ἐδόξασε» (Ρωμ. η΄ 29, 30). «Θεὸς ὁ δικαιῶν· τὶς ὁ κατακρίνων; ὃς παρεδόθη διὰ τὰ παραπτώματα ἡμῶν καὶ ἠγέρθη διὰ τὴν δικαίωσιν ἡμῶν (Ρωμ. η΄ 34, καὶ δ΄ 25).

Previous Article

Πατρολογία: Φύση καί ἀναγκαιότητα

Next Article

Κεφάλαια Ἱερατικῆς Διακονίας – 11ον