“Γιατί τρελλάθηκε ὁ Νίτσε;”

Share:

Τοῦ κ. Παύλου Κλιματσάκη

  Ὑπάρχουν στοχαστὲς ποὺ ἡ εὐφυΐα τους φωτίζει τὴν πραγματικότητα καὶ βοηθᾶ τὸν ἄνθρωπο νὰ κατανοήσει τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο. Καὶ ὑπάρχουν στοχαστὲς ποὺ ἡ εὐφυΐα τους λειτουργεῖ ὡς πυρκαγιὰ ποὺ καίει τὰ πάντα, συμπεριλαμβανομένων τῶν θεμελίων πάνω στὰ ὁποῖα ἡ ἴδια στέκεται. Ὁ Φρίντριχ Νίτσε ἀνήκει στὴ δεύτερη κατηγορία. Ἡ διανοητική του δύναμη τὸν ὁδήγησε σὲ μία φιλοσοφία ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ μεγαλομανία, ἡ ὁποία ὁδήγησε σὲ θεμελιώδη ἐννοιολογικὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν σειρὰ αὔξαναν συνεχῶς τὸν ἐγωισμὸ τοῦ φλοσόφου, ὥσπου τὸν ὁδήγησαν στὴν τρέλλα.

  Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀναδρομικὴ ψυχιατρικὴ διάγνωση. Εἶναι φιλοσοφικὴ διαπίστωση. Ἡ κατάρρευση τοῦ Νίτσε στὸ Τορίνο τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1889 δὲν ἦταν κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ, ἀλλὰ ὅπως θὰ δείξουμε, ἡ λογικὴ κατάληξη μίας σκέψης ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ της εἶχε χαράξει πορεία πρὸς τὴν παρεκτροπή. Τὰ τελευταῖα ἔργα του, γραμμένα μὲ παραληρηματικὸ ὕφος, λίγους μῆνες πρὶν τὴν κατάρρευσή του, ἦταν ἡ φυσικὴ κατάληξη τοῦ συνολικοῦ ἔργου του. Ὁ Νίτσε ἐπηρέασε σημαντικὰ τὴν πορεία τῆς σκέψης μετὰ τὸν θάνατό του, μὲ χαρακτηριστικὰ παραδείγματα τὴν ψυχανάλυση, τὸν μεταμοντερνισμὸ καὶ τὸν ὑπαρξισμό. Ὅλα αὐτὰ τὰ ρεύματα ὑποφέρουν ἀπὸ τὶς ἴδιες ἀδυναμίες καὶ τὰ ἴδια θεμελιώδη σφάλματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὑπέφερε καὶ ἡ σκέψη τοῦ Νίτσε.

1ον θεμελιῶδες σφάλμα: ἡ ἄρνησις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως

Τὸ ἀρχιτεκτονικὸ σφάλμα ποὺ διατρέχει ὁλόκληρο τὸ ἔργο τοῦ Νίτσε, ἀπὸ τὴ Γέννηση τῆς Τραγωδίας ἕως τὸν Ἀντίχριστο, εἶναι ἡ ἄρνηση ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἑνιαία, συγκεκριμένη φύση. Αὐτὴ ἡ ἄρνηση δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐσφαλμένη, εἶναι ἐννοιολογικὰ αὐτοαναιρετική. Γιὰ νὰ πεῖ κανεὶς «ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἑνιαία φύση», πρέπει ἤδη νὰ γνωρίζει τί ἐννοεῖ μὲ τὴ λέξη «ἄνθρωπος», δηλαδὴ νὰ ἀναφέρεται σὲ κάτι μὲ ἀναγνωρίσιμα, σταθερὰ χαρακτηριστικά. Ἡ πρόταση ὑπονομεύει τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ διατυπώνεται.

Βλέπουμε στὴν Χαρούμενη Ἐπιστήμη τὸν Νίτσε νὰ κηρύττει τὸν «θάνατο τοῦ Θεοῦ» καὶ τὸ κενὸ ποὺ αὐτὸς ὁ θάνατος ἀφήνει πίσω του. Ἀλλὰ τὸ κενὸ αὐτὸ δὲν ἀφορᾶ μόνο τὴ θρησκεία, ἀφορᾶ κάθε σταθερὸ σημεῖο ἀναφορᾶς. Ἂν δὲν ὑπάρχει Θεός, δὲν ὑπάρχει σταθερὴ ἀνθρώπινη φύση, ἄρα δὲν ὑπάρχουν σταθερὲς ἀξίες, διαπιστώνει ὁ Νίτσε, ἀλλὰ δὲν ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἔτσι ἐξαφανίζεται κάθε κριτήριο. Ὁ Νίτσε φαίνεται νὰ ἀντιλαμβάνεται αὐτὸ τὸ ἀδιέξοδο, καὶ μὲ τὴν ἔννοια τῆς «Αἰώνιας Ἐπιστροφῆς» κάνει μία ἀπέλπιδα προσπάθεια νὰ βρεῖ ἕνα κριτήριο ζωῆς χωρὶς ἀναφορὰ σὲ καμία φύση ἢ ἀξία ποὺ ξεπερνᾶ τὸ ἄτομο. Τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως εἶναι ἕνα κριτήριο ἐξ ὁλοκλήρου ὑποκειμενικό: «θέλω νὰ ζήσω τὴ ζωή μου ξανά», ἀπαντάει στὸ ἐν λόγῳ κεφάλαιο τοῦ ἀναφερθέντος ἔργου. Ὡστόσο αὐτὴ ἡ τοποθέτηση δὲν εἶναι φιλοσοφία, ἀλλὰ ἁπλῶς μία ψυχολογικὴ στάση.

Στὴ Γενεαλογία τῆς Ἠθικῆς, ἴσως τὸ μόνο συστηματικὸ ἔργο τοῦ Νίτσε, ἡ ἄρνηση τῆς ἑνιαίας φύσης γίνεται μέθοδος: ἡ γενεαλογικὴ προσέγγιση ἀποκαλύπτει, ὑποτίθεται, τὴν ἱστορικὴ καταγωγὴ τῶν ἀξιῶν καὶ ἐξάγει τὸ συμπέρασμα ὅτι οἱ ἀξίες δὲν ἔχουν ἀπόλυτο κῦρος. Ἀλλὰ ἐδῶ ὁ Νίτσε διαπράττει ἕνα ἀκόμη λογικὸ σφάλμα: ἀκόμη καὶ ἂν ἑρμηνεύει κανεὶς σωστὰ τὴν καταγωγὴ μίας ἀξίας, αὐτὸ δὲν καθορίζει τὴν ἐγκυρότητά της. Ἡ δικαιοσύνη μπορεῖ νὰ ἔχει γεννηθεῖ ἀπὸ φόβο ἢ ἀπὸ ἐκδίκηση, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι δικαιοσύνη. Τὸ νὰ δείξεις πῶς γεννήθηκε κάτι δὲν ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ δείξεις ὅτι εἶναι ἀξιακὰ ἀνυπόστατο. Καθὼς ὁ Νίτσε δὲν τὸ ἀντιλαμβάνεται αὐτό, ἡ λογική του παρασύρεται ἀπὸ τὸ τὸ ρεῦμα μίας ἀκόρεστης κριτικῆς μανίας, χωρὶς ποτὲ νὰ σταματᾶ, γιὰ νὰ ἐλέγξει τὰ θεμέλιά της.

2ον θεμελιῶδες σφάλμα. Αἰσθητικὴ ἀντὶ διὰ ἠθικὴν

Τὸ δεύτερο βασικὸ σφάλμα τῆς σκέψης του εἶναι ἡ ἐσφαλμένη κατανόηση τῆς ἔννοιας τῆς ἠθικῆς. Ἂν δὲν ὑπάρχει ἑνιαία ἀνθρώπινη φύση, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καὶ ἑνιαία ἠθική. Αὐτὸ ὑποστηρίζει ὁ Νίτσε, καὶ στὸ ἔργο του Πέρα ἀπὸ τὸ Καλὸ καὶ τὸ Κακὸ, προτείνει νὰ ἀντικατασταθεῖ ἡ ἠθικὴ ἀξιολογία ἀπὸ μία αἰσθητικὴ ἱεραρχία: ἀντὶ γιὰ «καλὸ καὶ κακό», νὰ χρησιμοποιεῖται τὸ «εὐγενὲς καὶ χυδαῖο». Ἀντὶ γιὰ «δίκαιο καὶ ἄδικο», τὸ «ἰσχυρὸ καὶ ἀδύναμο».

Αὐτὴ ἡ ἀντικατάσταση ἀποκαλύπτει τὴ βαθύτερη ἀνεπάρκεια τῆς σκέψης του. Ἡ ἠθική, ὅταν θεωρεῖται, ὅπως πρέπει, ὡς ἐνεργοποίηση τῶν ψυχικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, εἶναι ἴδια γιὰ ὅλους, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι μία. Ἀλλὰ τώρα ὁ Νίτσε τὴν ἀντικαθιστᾶ μὲ μία αἰσθητικὴ προτίμηση. Ὡστόσο, τὸ «εὐγενὲς» καὶ τὸ «χυδαῖο» δὲν εἶναι ἠθικὲς ἔννοιες, ἀλλὰ κρίσεις γούστου. Καὶ ὁ κίνδυνος εἶναι ὁρατός: ἂν ἡ ἠθικὴ ἀναχθεῖ σὲ αἰσθητική, τίποτα δὲν ἐμποδίζει αὐτὸν ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἐκμεταλλευτεῖ αὐτὸν ποὺ δὲν τὴν ἔχει, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅτι τὸ κάνει, ἂς ποῦμε, «εὐγενικά». Ὁ Νίτσε δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαντήσει σὲ αὐτὸ τὸ πρόβλημα, γιατί ἡ ἀπάντηση προϋποθέτει ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ ἔχει ἀρνηθεῖ: μία κοινὴ ἀνθρώπινη φύση ποὺ καθιστᾶ τὸν ἄλλον ἄνθρωπο ἄξιο σεβασμοῦ ἀνεξαρτήτως δύναμης καὶ ἐξουσίας.

Ἡ γνωστὴ διάκριση ποὺ κάνει ὁ Νίτσε ἀνάμεσα σὲ «ἠθικὴ τῶν κυρίων» καὶ σὲ «ἠθικὴ τῶν δούλων», (αὐτὴ ἡ τελευταία εἶναι ὑποτίθεται ἡ ἠθικὴ τῶν χριστιανῶν) εἶναι μία διάκριση χωρὶς ἀληθινὸ ἠθικὸ περιεχόμενο. Αὐτὸ ποὺ ὁ Νίτσε ὀνομάζει «ἠθικὴ» εἶναι ἁπλῶς περιγραφὴ ψυχολογικῶν τύπων. Ὄντως κάποιοι ἄνθρωποι ἐνεργοῦν ἀπὸ αὐτοεκτίμηση καὶ κάποιοι ἀπὸ φθόνο. Οἱ πρῶτοι εἶναι κύριοι καὶ οἱ δεύτεροι εἶναι δοῦλοι. Αὐτὸ εἶναι ψυχολογικὴ παρατήρηση, πιθανῶς ὀρθὴ σὲ πολλὲς περιπτώσεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἠθικὴ φιλοσοφία, καθὼς δὲν ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα «τί πρέπει νὰ κάνω» (αὐτὸ εἶναι τὸ ἠθικὸ ἐρώτημα), ἀλλὰ μόνο στὸ ἐρώτημα «ἀπὸ ποῦ πηγάζει ψυχολογικὰ αὐτὸ ποὺ κάνω» καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἐρώτημα ποὺ ἀφορᾶ τὴν ἠθική.

Ὁ Νίτσε ὡς Μεσσίας

Ἡ πιὸ ἀποκαλυπτικὴ διάσταση τῆς νιτσεϊκῆς προσωπικότητας, ἡ ὁποία ἔρρεπε ἐκ προοιμίου στὴν μεγαλομανία καὶ μέσῳ αὐτῆς στὴν τρέλλα, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ κριτικὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὡς θρησκείας τῶν ἀδυνάμων καὶ τῶν δούλων, ἀλλὰ εἶναι κυρίως ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Νίτσε παρουσιάζει τὸν ἑαυτό του ὡς αὐτὸν ποὺ ἀναλαμβάνει νὰ ὑπερβεῖ ἱστορικὰ τὸν Χριστιανισμό. Στὸν ἔργο του Τάδε ἔφη Ζαρατούστρας, ὁ ὁμώνυμος ἥρωας κατεβαίνει ἀπὸ τὸ βουνὸ, γιὰ νὰ σώσει τὴν ἀνθρωπότητα, νὰ φέρει, ὑποτίθεται, νέες ἀξίες, καὶ μιλᾶ ὡς προφήτης, ὡς ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει αὐτὸ ποὺ οἱ ἄλλοι ἀδυνατοῦν νὰ δοῦν. Ἡ δομὴ εἶναι ἀναμφίβολα μεσσιανική, καὶ ὁ Νίτσε τὴν ἐπιλέγει συνειδητά, μιμούμενος τὸν τόνο καὶ τὴ δομὴ τῆς Βίβλου.

Ἀλλὰ στὸ ἔργο του Ecce Homo ἡ μεσσιανικὴ αὐτοεικόνα γίνεται κυριολεκτική. Ὁ Νίτσε δὲν γράφει πλέον μέσα ἀπὸ ἕνα φανταστικὸ χαρακτήρα, γράφει ὡς ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός του, καὶ ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας χωρίζεται σὲ «πρὶν» καὶ «μετὰ» ἀπὸ αὐτόν, ὅτι εἶναι «δυναμίτης», ὅτι εἶναι «μοῖρα». Ὑπογράφει τὰ τελευταῖα του γράμματα ὡς «Διόνυσος» καὶ ὡς «ὁ Ἐσταυρωμένος», ταυτιζόμενος ταυτόχρονα μὲ τὸν θεὸ ποὺ καταφάσκει τὴν ζωὴ καὶ μὲ ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου τὴ θρησκεία θέλει νὰ καταστρέψει.

Αὐτὴ ἡ παράδοξη ταύτιση δὲν εἶναι ἀποκλειστικὰ σύμπτωμα τῆς νόσου ποὺ ἐντωμεταξὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ ἐκδηλώνεται, ἀλλὰ εἶναι καὶ φυσικὴ κατάληξη τῆς φιλοσοφίας του. Ἂν δὲν ὑπάρχει ἑνιαία ἀνθρώπινη φύση, ἂν οἱ ἀξίες εἶναι ἱστορικὲς καὶ ἀνακατασκευάσιμες, ἂν ὁ Ὑπεράνθρωπος δημιουργεῖ τὶς δικές του ἀξίες ἐκ τοῦ μηδενός, τότε αὐτὸς ποὺ θὰ ἀναλάβει αὐτὸ τὸ ἔργο δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι μοναδικός, ἀναντικατάστατος, σχεδὸν θεϊκός. Ἡ μεγαλομανία, ἑπομένως, δὲν εἶναι παρέκκλιση τοῦ χαρακτήρα τοῦ Νίτσε ἀπὸ τὴ φιλοσοφία τοῦ ἴδιου, εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ λογική τῆς φιλοσοφίας του ὠθούμενη στὰ ἄκρα.

Καὶ ἐδῶ ἐμφανίζεται ἡ βαθύτερη εἰρωνεία: ὁ Νίτσε ποὺ κατέκρινε τὸν Χριστιανισμὸ ὡς θρησκεία δούλων ποὺ χρειάζονται σωτήρα, ὁ ἴδιος ἀνέλαβε τὸν ρόλο τοῦ σωτήρα. Κατέκρινε τὸν Ἀπ. Παῦλο ὅτι μετέτρεψε μία ἁγνὴ διδασκαλία σὲ θεσμὸ ἐξουσίας, ἀλλὰ ὁ ἴδιος μετέτρεψε τὴ φιλοσοφία σὲ ἀτομικὸ μεσσιανισμό. Ἀπέρριψε τὴν «ἠθικὴ τῶν δούλων», ἀλλὰ ἡ κριτική του πρὸς τὸν Χριστιανισμό, πρὸς τὸν Σωκράτη, πρὸς τὸν Κάντ, πρὸς τοὺς Γερμανούς, πρὸς τοὺς «ἀγελαίους» ἀνθρώπους ἁπλῶς ὑπηρετεῖ τὴν αὐτοεικόνα του, καθὼς δὲν ἔχει νὰ προσφέρει κάτι, γιὰ νὰ ἀντικαταστήσει τὶς παλιὲς ἀξίες, παρὰ μόνο τὶς ἐξαγγελίες του ὅτι χρειαζόμαστε νέες.

Ἡ στειρότης τῆς κατεδαφίσεως

Τὸ πιὸ ἀδύνατο σημεῖο τοῦ νιτσεϊκοῦ ἔργου δὲν εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀνυπόστατη κριτικὴ του κατὰ τῶν ἀξιῶν, ἀλλὰ ἡ ἀπουσία ἐναλλακτικῆς. Ὁ Νίτσε ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὴν κατεδάφιση: κατεδάφισε τὸν Χριστιανισμό, τὴν παραδοσιακὴ ἠθική, τὸν ὀρθολογισμό, τὸν ἐθνικισμό, τὸν δημοκρατισμό, τὸν σοσιαλισμό, τὸν ἀσκητισμό. Στὴ θέση ὅλων αὐτῶν ἤθελε νὰ ἐλπίζει ὅτι θὰ λάβει χώρα ἡ «ἐκ νέου νοηματοδότηση τῶν ἀξιῶν», Αὐτὸ θὰ ἦταν τὸ ἔργο ἑνὸς Ὑπεράνθρωπου ποὺ θὰ δημιουργοῦσε νέες ἀξίες, καὶ θὰ πρόβαλε τὴν «ἀγάπη τῆς μοίρας» ὡς τρόπο ζωῆς.

Ἀλλὰ ὁ Ὑπεράνθρωπος τοῦ Νίτσε δὲν ἔχει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Εἶναι κενὴ μορφή,  ἕνα «ναὶ» χωρὶς συγκεκριμένο ἀντικείμενο, μία δύναμη χωρὶς κατεύθυνση, μία δημιουργία χωρὶς ὑλικό. Ὁ Νίτσε ποτὲ δὲν ἀπάντησε στὸ ἐρώτημα: ποιὲς εἶναι αὐτὲς οἱ νέες ἀξίες; Δὲν ἀπάντησε, γιατί δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαντήσει, καὶ ἡ ἴδια ἡ φιλοσοφία του ἀπαγόρευε κάθε συγκεκριμένη ἀπάντηση. Ἂν οἱ ἀξίες εἶναι ἱστορικὲς καὶ ὑποκειμενικές, τότε καμία συγκεκριμένη ἀξία δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει καθολικὸ κῦρος, καὶ ἑπομένως κάθε συγκεκριμένη πρόταση θὰ ὑπονόμευε τὸ ἴδιο τὸ σύστημά του.

Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι τὸ νιτσεϊκὸ ἔργο παραμένει ἀρνητικὸ στὴν οὐσία του: μία ἀτελείωτη κριτικὴ χωρὶς κατασκευαστικὸ πρόγραμμα. Καὶ αὐτὸ τὸ κενὸ δὲν ἄργησε νὰ γεμίσει ἀπὸ ἄλλους, μὲ τρόπους ποὺ ὁ ἴδιος θὰ ἀποστρεφόταν, ἀλλὰ ποὺ ἦταν φιλοσοφικὰ προβλεπτοί: ἂν δὲν ὑπάρχει ἑνιαία φύση, ἂν οἱ ἀξίες εἶναι ἱστορικές, ἂν ὁ Ὑπεράνθρωπος δημιουργεῖ τὶς δικές του ἀξίες, τότε ὁ καθένας μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι εἶναι ὁ Ὑπεράνθρωπος καὶ οἱ ἀξίες του νὰ ἐπιβληθοῦν μὲ βία. Γι’ αὐτὸ ἡ φιλοσοφία του ἦταν εὐπρόσδεκτη στὸν ναζισμό.

Ἐπίλογος: τὸ τέλος τῆς πορείας

Ὁ Νίτσε κατέρρευσε τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1889, ἀγκαλιάζοντας ἕνα ἄλογο ποὺ μαστιγωνόταν ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτη καὶ ἔχασε τὸν νοῦ του. Τὰ τελευταῖα ἕντεκα χρόνια τῆς ζωῆς του τὰ πέρασε σὲ πλήρη νοητικὴ σκοτοδίνη. Ἡ τελικὴ εἰκόνα εἶναι τραγικὴ μὲ τρόπο ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Νίτσε δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀντέξει: ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔγραψε «γίνε αὐτὸ ποὺ εἶσαι», ποὺ κήρυξε τὴν κυριαρχία τοῦ ἀτόμου πάνω στὸν ἑαυτό του, πέρασε τὸ τελευταῖο δεκαπλάσιο τῆς ζωῆς του χωρὶς ἑαυτό, ὑπὸ τὴν κηδεμονία τῆς ἀδελφῆς του, ἀνίκανος νὰ ἀναγνωρίσει τὸν ἑαυτό του στὸν καθρέφτη.

Καθὼς ἡ εὐφυΐα τοῦ Νίτσε, ὡς ἱκανότητα νὰ ἀποκαλύπτει ἀντιφάσεις, νὰ ἀποδομεῖ ἐπιχειρήματα καὶ νὰ βλέπει τὰ ψυχολογικὰ κίνητρα κάτω ἀπὸ τὶς ἠθικὲς ἀξιώσεις, λειτούργησε χωρὶς σταθερὴ βάση, χωρὶς τὴν ἀναγνώριση μίας ἑνιαίας ἀνθρώπινης φύσης ποὺ νὰ θέτει ὅρια στὴν κατεδάφιση καὶ νὰ δίνει κατεύθυνση γιὰ μία νέα κατασκευὴ ἦταν προορισμένη νὰ καταρρεύσει καὶ ἡ ἴδια. Χωρὶς ἀγκυροβόλιο, ἡ εὐφυΐα του δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ στραφεῖ ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ της, νὰ καταλήξει στὴ μεγαλομανία, στὸν μεσσιανισμό, στὴν ἀδυναμία νὰ διακρίνει κανεὶς ποῦ τελειώνει ἡ φιλοσοφία καὶ ποῦ ἀρχίζει ἡ παράνοια.

Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ἡ τρέλλα τοῦ Νίτσε δὲν ἦλθε ἀπὸ ἔξω, ἀλλὰ ἦταν ἐνσωματωμένη στὴ φιλοσοφία του ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη, εἶναι ἐκ προοιμίου σαφὲς ὅτι ἡ στάση τοῦ Νίτσε, τόσο σὲ προσωπικὸ ὅσο καὶ σὲ φιλοσοφικὸ ἐπίπεδο, δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν στάση ποὺ κράτησε ὁ Ἑωσφόρος, θέτοντας τὸν ἑαυτό του ὡς κριτήριο ὅλων τῶν πραγμάτων, ἀντιστρατευόμενος ἔτσι τὸ θεῖο θέλημα καὶ ζητώντας νὰ βάλει τὸν ἑαυτὸ του στή θέση τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἐγχείρημα εἶναι ἀδύνατο, εἶναι παράλογο καὶ ὁδηγεῖ σὲ μία μανιώδη ἐγωμανία, σὲ μία ἄπειρη ἐπέκταση τοῦ ἰδίου θελήματος. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἴδιο θέλημα εἶναι παρὰ φύσιν, δὲν μπορεῖ νὰ ἱκανοποιήσει ποτὲ τὸν ἔσω ἄνθρωπο. Ἡ ἐμμονὴ στὸ θέλημα γεμίζει τὴν ψυχὴ μὲ ἀπελπισία. Ἡ λύση εἶναι νὰ δεῖ κανεὶς τὴν ἀληθινὴ φύση του, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖται μόνο μέσα ἀπὸ τὴν ἑνότητα μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς παρέχει ἀληθινὴ ἀπειρότητα.

  Next Article

1982 – Ο Δρ Χένρι Κίσινγκερ επίσημος ομιλητής στα 200χρονα του Φόρεϊν Όφις