Τῆς κα Μαρίας – Ἐλευθερίας Γ. Γιατράκου, Δρ. Φιλ. Ἱστορίας
2ον.-Τελευταῖον
Τὰ τρία σημαντικότερα βιβλία του ποὺ τοῦ ἐξασφάλισαν τὴν ἐπιτυχία καὶ τὸν ἔκαναν διάσημο, ἀλλὰ καὶ τὸν περισσότερο διαβαζόμενο πεζογράφο τῆς «γενιᾶς τοῦ ’30» βασίζονται στὸ ὑλικὸ ποὺ εἶχε ἀποθησαυρίσει μέσα στὴ ψυχή του ἀπὸ τὴ ζωή του στὴν ὄμορφη καὶ τραγικὴ ὕστερα ἀπὸ τὴ μικρασιατικὴ καταστροφὴ πατρίδα. Στὸ «Νούμερο 31.328» ἐξιστορεῖται ἡ τραγῳδία τῆς ὁμηρίας τῶν Ἑλλήνων στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Στὴ «Γαλήνη» ἀσχολεῖται μὲ τὰ διάφορα προβλήματα (ὄχι μόνο οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικά, ἀλλὰ καὶ ψυχικὰ καὶ συναισθηματικά), ποὺ δημιούργησε ἡ ἐγκατάσταση τῶν ξεριζωμένων Μικρασιατῶν στὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία δὲν ἔγινε πάντοτε μὲ τὴν αὐτοπροαίρετη συναίνεση τῶν ντόπιων. Τέλος, στὴν «Αἰολικὴ γῆ» παρακολουθοῦμε τὴ μετατροπὴ μὲ τὴν ἐπενέργεια τῆς νοσταλγικῆς διάθεσης τοῦ συγγραφέα, ποὺ ὁλοένα μεγάλωνε μὲ τὸν καιρὸ σὰν παραμύθι τῆς βιωμένης στὰ παιδικά του χρόνια ζωῆς στὴν ἰωνικὴ γῆ.[12]
Τὸ μοναδικὸ θεατρικὸ ἔργο τοῦ Βενέζη, τὸ «Μπλὸκ C», ἀνεβάστηκε τὸ 1946 ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸ Θέατρο. Ἀπὸ τὸ 1946 χρονολογεῖται καὶ ἡ μετάφραση βιβλίων του στὸ ἐξωτερικό, σὲ πολλὲς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες μὲ μεγάλη ἀπήχηση[13]. Ἡ παρουσία τοῦ Βενέζη, στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο εἶναι πολυδιάστατη. Συνεργάστηκε γιὰ πολλὰ χρόνια μὲ τὸ Ἵδρυμα Ραδιοφωνίας σὲ τακτικὲς καὶ προσωπικὲς ἐκπομπές, ὑπῆρξε μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου, τῆς Λυρικῆς Σκηνῆς, τῆς Κοινότητας Εὐρωπαίων συγγραφέων, τῆς ἑλληνοαμερικανικῆς Ἕνωσης καὶ ἱδρυτικὸ μέλος τῆς «Ὁμάδας τῶν 12».
Ἔλαβε πλῆθος βραβείων καὶ τιμητικῶν διακρίσεων γιὰ τὸ σπουδαῖο λογοτεχνικό του ἔργο[14].
Ἡ παρουσία τοῦ Ἠλία Βενέζη στὰ νεοελληνικὰ γράμματα ἐκφράζει μὲ τρόπο ἀνεπανάληπτο μία δραματικὴ περίοδο τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἔθνους μας καὶ συγχρόνως ἀποτελεῖ μία βεβαίωση τῆς ἑνότητας τοῦ ἑλληνισμοῦ μὲ καρδιά του τὸ Αἰγαῖο πέλαγος.[15]
Ὁ Βενέζης ὑπῆρξε πεζογράφος μὲ φαντασία, μὲ οἶστρο ποιητικὸ καὶ μὲ προσωπικὸ ὕφος. Κανένας ἄλλος δὲν ἐξέφρασε μὲ τόση ἀνθρωπιὰ τὸν καημὸ τοῦ Γένους γιὰ τὴ συμφορὰ καὶ τὴ νοσταλγία, τὸ ὅραμα τῶν εὐτυχισμένων ἡμερῶν, ποὺ κάνει ἀκόμα πιὸ πικρὸ αὐτὸ τὸν πόνο. Κανένας δὲν τραγούδησε καὶ δὲν ἔκλαψε σὰν κι αὐτὸν τὴ χαμένη πατρίδα.[16]
«Ὁ Βενέζης ἦταν τὰ μαρτυρικὰ χώματα τῆς Ἀνατολῆς, σὲ μία μεγάλη στιγμὴ τῆς ἱστορίας της. Ἀνήκει ὁλόκληρος στὸ Αἰγαῖο, στὴν ἄσπρη θάλασσα, μὲ τοὺς ἀνθρώπους της, τὰ παραμύθια της, τὴν ἐσωτερική τους εὐγένεια, τὴν καρτερία τους, τὴ μεγαλοσύνη τους καὶ τὴν ὀμορφιά τους».[17]
Ἡ φήμη τοῦ Βενέζη ταξίδεψε στὴ ράχη τριῶν, κυρίως βιβλίων του τῆς «Αἰολικῆς γῆς» (1943), τοῦ «Νούμερου 31.328» (1931) καὶ τῆς Γαλήνης» (1939).[18]
Πλῆθος διανοουμένων ἔκριναν τὸ ἔργο τοῦ Βενέζη. Ὁ Φῶτος Πολίτης ἀναφερόμενος στὸ «Μανώλη Λέκα» τοῦ Βενέζη θὰ γράψει: Ἱστορίες ἀπ’ τὴν Ἀνατολὴ μᾶς διηγεῖται ὁ Ἠλίας Βενέζης. Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸ Ἀϊβαλὶ – τὴν ἐποχὴ ποὺ ἀνθοῦσε – ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς σκλαβιᾶς τῶν αἰχμαλώτων Ἑλλήνων τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, διηγήσεις γιὰ ἐργάτες τῆς γῆς καὶ τῆς θάλασσας, ζευγάδες καὶ ψαράδες. Ξέρει καὶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς πόνους. Ξέρει τὴ φύση ποὺ ἀνιστορεῖ, κι ἔχει τὴ δύναμη – ποὺ εἶναι ταλέντο – νὰ διακρίνει τὴ λεπτομέρεια τὴ σημαντικὴ καὶ τὴν ἀναγλυφικότητα. Ἕνα διήγημά του «Τὸ Λιὸς» μπορεῖ νὰ μπεῖ στὴ σειρὰ τῶν καλυτέρων τῆς λογοτεχνίας μας.[19]
Ὅλο τὸ ἔργο τοῦ Ἠλία Βενέζη, θὰ γράφει ὁ Γιάννης Χατζίνης, οὐσιαστικὰ δὲν ἀποτελεῖ παρὰ μουσικὲς παραλλαγὲς πάνω στὸ ἴδιο θέμα. Πρόκειται γιὰ ἕνα σύνολο συμφωνιῶν ποὺ ἡ μία πηγάζει ἀπὸ τὴν ἄλλη καὶ ποὺ δένονται μεταξύ τους, ὅπως οἱ κρίκοι μίας ἁλυσίδας. Ἂς σκεφθοῦμε τὸν «Ὠκεανό», τὴν «Ἀμερικανικὴ γῆ», τὸ «Φθινόπωρο στὴ Ἰταλία» τοὺς «Ἀνέμους», τοὺς «Νικημένους», κι ἀκόμη τὸ θαυμάσιο τελευταῖο δημιούργημά του, τὴν «Ἐφταλού», πόσες ἱστορίες, πόσοι ἔξοχοι αὐτοσχεδιασμοί, πόσα κρυφομιλήματα ἑνὸς κορυφαίου τεχνίτη, ποὺ χειρίζεται τὸ βιολὶ καὶ τὸ φλάουτο μὲ μία πολυδύναμη μαεστρία!»[20].
Τὸ 1973 ἀναπαύθηκε ὁ Ἠλίας Βενέζης. Τὴ χρονιὰ αὐτὴ ἔδινε κάθε Κυριακὴ τὸ χρονογράφημά του σὲ καθημερινὴ ἐφημερίδα καὶ σχολίαζε τὴν ἐπικαιρότητα. Ἦταν γνωστὸ σὲ ὅλους ὅτι εἶχε προσβληθεῖ ἀπὸ τὴν «ἐπάρατη νόσο». Κανένα ὑπαινιγμὸ στὰ γραπτά του δὲν ἔκανε γι’ αὐτήν. Ἀκόμη κι ὅταν πλησίαζε τὸ τέλος. Εἶχε πιὰ καταλήξει στὴ μεγάλη εὐγένεια τῆς σιωπῆς. Ἔτσι ξάπλωσε στὴν κλίνη, ὀνομάτισε ἕνα – ἕνα τὰ προσφιλῆ του πρόσωπα, σταύρωσε τὰ χέρια του, κι’ ἀποκοιμήθηκε.[21]
Ἡ μνήμη τοῦ τραγῳδοῦ τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς τοῦ Ἠλία Βενέζη εἶναι πάντοτε λυρική, γιατί εἶναι περισσότερο νόστος[22].
Ἑκατὸ πενῆντα ἕνα ἔτη ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ μεγάλου ραψῳδοῦ τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, τοῦ δραματουργοῦ ἑνὸς πρωτόγνωρου ἔπους γιὰ τὶς «ἀλησμόνητες πατρίδες» τῆς Ἰωνικῆς καὶ Αἰολικῆς γῆς, ἡ παροῦσα ἀναφορὰ στὴ φωτεινή του βιοεργογραφία ἂς ἀποτελέσει λίγα «ἄνθη εὐλαβείας», ἀφοῦ ὡς ἐθνικὸς συγγραφέας μὲ τὴν τέχνη του ἀθανάτισε στὶς ψυχές μας τὴ μνήμη της.
Σημειώσεις:
[12] Βλ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ὅ.π. σ.32 [13] Βλ. ὅ.π. [14] Βλ. ὅπ., σ. 32 [15] Βλ. Μνήμη τοῦ Βενέζη, Περιοδικὸν «Τετράδια Εὐθύνης», ὅ.π., σ.7 [16] Ε.Π. Παπανοῦτσος, ὁ ραψῳδὸς τῆς χαμένης πατρίδας, Μνήμη τοῦ Ἠλία Βενέζη, «Τετράδια Εὐθύνης» 6, Ἀθήνα, 1999, σ. 14-15. [17] Ἰ. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ἐπιστροφὴ στὸ Βενέζη, βλ. ὅπ., «Τετράδια Εὐθύνης» 6, ὅπ., σελ. 18. [18] Μ.Γ. Μερακλής, Ἡ τριλογία τοῦ Βενέζη, «Τετράδια Εὐθύνης», ὅπ, σ.28. [19] Βλ. Φῶτο Πολίτη, «Τετράδια Εὐθύνης», 6, ὅ.π., σ. 53. [20] Βλ. Γιάννης Χατζίνης, Καρτερία καὶ ἀνθρωπιὰ τοῦ Ἠλία Βενέζη, «Τετράδια Εὐθύνης», ὅ.π. σελ. 97. [21] Βλ. Κώστας Τριανταφυλλίδης, Ἡ δυναμικὴ τῆς «σιωπῆς». «Τετράδια Εὐθύνης» 6, ὅ.π., σελ. 216. [22] Αἰμ. Χουρμούζιος, Ἡ διηγηματογραφία τοῦ Βενέζη, «Τετράδια Εὐθύνης» 6, ὅ.π., σελ. 81.




