Τοῦ κ. Νικολάου Ρωμανοῦ, θεολόγου
Ὅταν τὸ ράσον γίνεται προσωπικὸν brand (προσωπικὴ ἐπωνυμία) καὶ τὸ Εὐαγγέλιον μετατρέπεται εἰς «περιεχόμενον»
Ἡ ἐποχὴ τοῦ «ἱερέως-influencer» (ἱερέως μὲ διαδικτυακὴν παρουσίαν καὶ ἐπιρροὴν εἰς τὸ κοινόν) φαίνεται νὰ ἔχῃ πλέον καὶ τὸ ἀναπόφευκτον ἑπόμενον στάδιόν της: τὴν ἀποχώρησιν ἀπὸ τὸ ἱερατικὸν λειτούργημα, χωρὶς ὅμως ἀποχώρησιν ἀπὸ τὴν δημοσιότητα. Τὸ ράσον ἀφαιρεῖται, τὸ μικρόφωνον παραμένει, οἱ followers (ἀκόλουθοι) παραμένουν καὶ τὸ προσωπικὸν brand (προσωπικὴ ἐπωνυμία) συνεχίζει κανονικῶς τὴν λειτουργίαν του. Ὁ Ἀνδρέας Κονάνος καὶ ὁ Alberto Ravagnani, προερχόμενοι ἀπὸ διαφορετικὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις, προσφέρουν δύο χαρακτηριστικὰ παραδείγματα αὐτῆς τῆς νέας πραγματικότητος.
Ὁ Κονάνος ἀπεχώρησεν ἀπὸ τὸν κλῆρον τὸ 2020, μετὰ ἀπὸ πολυετῆ ἱερατικὴν παρουσίαν καὶ μεγάλην δημοφιλίαν. Τὸ 2023 ἐδημοσιοποίησε τὴν ὁμοφυλοφιλίαν του. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι αὐτὴ ἀπετέλεσεν ἐπισήμως τὸν λόγον τῆς παραιτήσεώς του, ἀφοῦ ἡ παραίτησις προηγήθη τῆς δημοσίας ἀποκαλύψεως. Ὡστόσο, ὁ πρώην κληρικὸς ἠκολούθησε μίαν νέαν δημοσίαν πορείαν, συνδεδεμένην πλέον μὲ τὴν αὐτογνωσίαν, τὰς σχέσεις, τὴν προσωπικὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὸ life coaching (συμβουλευτικὴ προσωπικῆς ἀναπτύξεως).
Ἡ περίπτωσις τοῦ Ravagnani παρουσιάζει μίαν διαφορετικὴν ὄψιν τοῦ ἰδίου φαινομένου. Ὁ νεαρὸς Ἰταλὸς ἱερεὺς ἔγινε γνωστὸς ὡς «prete influencer» («ἱερεὺς-influencer», δηλαδὴ ἱερεὺς μὲ ἰσχυρὰν παρουσίαν καὶ ἐπιρροὴν εἰς τὰ κοινωνικὰ δίκτυα), ἀποκτήσας μεγάλην ἀπήχησιν εἰς τὰ κοινωνικὰ δίκτυα. Τὸ 2026 ἀπεχώρησεν ἀπὸ τὴν ἱερατικὴν διακονίαν, ἔχων ὁμιλήσει δημοσίως περὶ τῆς δυσκολίας του νὰ ζήσῃ συμφώνως πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀγαμίας. Τὸ ζήτημα, ὅμως, δὲν εἶναι ἡ προσωπικὴ καταδίκη δύο ἀνθρώπων. Τὸ πρόβλημα εἶναι ἡ νοοτροπία, ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται, ὅταν ἡ ἱερωσύνη συναντᾷ τὴν βιομηχανίαν τῆς διαδικτυακῆς δημοσιότητος.
Διότι τί βλέπομεν; Ἡ ἱερωσύνη κινδυνεύει νὰ μεταβληθῇ εἰς ἐπικοινωνιακὸν προϊόν. Ὁ ἱερεὺς γίνεται δημόσιον πρόσωπον, τὸ πρόσωπον γίνεται brand (ἐπωνυμία), τὸ brand (ἐπωνυμία) δημιουργεῖ κοινόν, καὶ τὸ κοινὸν δημιουργεῖ ἀκολούθους. Ὅταν κάποτε τὸ ράσον ἀφαιρεθῇ, ὁ μηχανισμὸς τῆς δημοσιότητος παραμένει ἐνεργός. Μόνον ποὺ τώρα ἡ ταμπέλα δύναται νὰ γράφῃ: Life Coach (σύμβουλος προσωπικῆς ἀναπτύξεως), Speaker (ὁμιλητής), Influencer (διαδικτυακὸν πρόσωπον μὲ ἐπιρροὴν εἰς τὸ κοινόν), Personal Development (προσωπικὴ ἀνάπτυξις).
Ὁ Χριστιανισμὸς ὅμως δὲν εἶναι life coaching (συμβουλευτικὴ προσωπικῆς ἀναπτύξεως). Τὸ Εὐαγγέλιον δὲν εἶναι σεμινάριον αὐτοβελτιώσεως. Ἡ μετάνοια δὲν εἶναι «personal growth» (προσωπικὴ ἀνάπτυξις), ἡ ἄσκησις δὲν εἶναι «wellness» (εὐεξία) καὶ ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν εἶναι τεχνικὴ διαχειρίσεως συναισθημάτων. Ὁ Χριστὸς δὲν ἦλθε, διὰ νὰ μᾶς καταστήσῃ ἁπλῶς περισσότερον ἀποτελεσματικοὺς ἢ ἱκανοὺς νὰ διαχειριζώμεθα τὰ προβλήματά μας. Μᾶς καλεῖ εἰς μετάνοιαν, κοινωνίαν μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ μεταμόρφωσιν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Ἡ ἀντικατάστασις αὐτῆς τῆς γλώσσης ἀπὸ τὴν γλῶσσαν τῆς αὐτοβελτιώσεως φανερώνει μίαν βαθύτεραν μετατόπισιν: ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἀπὸ τὴν σωτηρίαν εἰς τὴν αὐτοπραγμάτωσιν, ἀπὸ τὴν μετάνοιαν εἰς τὴν αὐτοβελτίωσιν.
Ἐνταῦθα βρίσκεται καὶ ὁ κίνδυνος τῆς νοοτροπίας τοῦ «ἱερέως-influencer» (ἱερέως μὲ διαδικτυακὴν παρουσίαν καὶ ἐπιρροὴν εἰς τὸ κοινόν). Ὁ κληρικὸς δὲν κηρύττει τὸν ἑαυτόν του. Δὲν εἶναι ὁ πρωταγωνιστής. Ὀφείλει νὰ δεικνύῃ πρὸς τὸν Χριστόν, ὄχι πρὸς τὸ προφίλ του. Ἡ λογικὴ τῶν social media (μέσων κοινωνικῆς δικτυώσεως), ὅμως, εἶναι συχνὰ ἡ ἀντίθετος: «κοίτα ἐμένα, κάνε follow (ἀκολούθησέ με), δὲς τὸ βίντεό μου, ἄκουσε τὴν γνώμην μου». Οὕτως, τὸ πρόσωπον τοῦ κληρικοῦ κινδυνεύει νὰ ἀποκτήσῃ μεγαλυτέραν σημασίαν ἀπὸ τὸ μήνυμα, τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται ὅτι μεταφέρει.
Τὸ πρόβλημα γίνεται ἀκόμη ἐντονώτερον, ὅταν ὁ ἱερεὺς ἐγκαταλείπῃ τὸ λειτούργημά του, ἀλλὰ συνεχίζῃ νὰ ἀξιοποιῇ τὴν δημοτικότητα, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ὡς ἱερεύς. Τότε γεννᾶται ἀναποφεύκτως τὸ ἐρώτημα: ἦτο ἡ δημοσιότης ὑπηρέτης τῆς διακονίας ἢ ἡ διακονία ὄχημα διὰ τὴν δημιουργίαν δημοσιότητος;
Ἡ Ἐκκλησία δὲν χρειάζεται celebrities (διασημότητας) μὲ ράσα. Χρειάζεται κληρικοὺς μὲ σταυρόν, μετάνοιαν, ἄσκησιν καὶ ἐκκλησιαστικὸν φρόνημα. Τὰ παραδείγματα Κονάνου καὶ Ravagnani πρέπει νὰ λειτουργήσουν ὡς προειδοποίησις, ὄχι διὰ νὰ καταδικάσωμεν δύο πρόσωπα, ἀλλὰ διὰ νὰ προβληματισθῶμεν περὶ μιᾶς νοοτροπίας, ἡ ὁποία μετατρέπει τὸν πνευματικὸν εἰς influencer (διαδικτυακὸν πρόσωπον μὲ ἐπιρροὴν εἰς τὸ κοινόν) καὶ τελικῶς τὸν ἱερέα εἰς life coach (σύμβουλον προσωπικῆς ἀναπτύξεως).
Διότι, ὅταν τὸ ράσον γίνεται στοιχεῖον τοῦ προσωπικοῦ brand (προσωπικῆς ἐπωνυμίας), τότε ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐκκοσμικεύεται ἁπλῶς. Μετατρέπεται εἰς περιεχόμενον.
Καὶ τὸ Εὐαγγέλιον δὲν ἐδόθη εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ γίνῃ περιεχόμενον. Ἐδόθη διὰ νὰ γίνῃ ζωή.




