«Κοχλάζουσες μνῆμες»* – 2ον

Share:

Γράφει ἡ Ἀφροδίτη Βιτουλαδίτη,

μαθήτρια Π. Λ. Ἰωνιδείου Σχολῆς (1ον  βραβεῖον)

2ον- Τελευταῖον

Ἡ κυρία Νιόβη Θεοδωρίδου στριμώχθηκε ἀνάμεσα στὸν κόσμο, μέσα στὸ καΐκι καὶ στράφηκε πρὸς τὸν γιό της. Τὸ παιδὶ εἶχε ἀρχίσει νὰ τρέμει σύγκορμο καὶ χώθηκε στὴν ἀγκαλιά της. «Μαμά, δὲν ἀποχαιρέτησα τὸν Γιῶργο, θὰ μὲ περιμένει…», ψέλλισε ὁ μικρός, ἀναφερόμενος σ’ ἕνα συνομήλικο ἀγόρι, μὲ τὸ ὁποῖο συνήθιζε νὰ παίζει στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ. Γνωρίζονταν ἀπὸ τὴ γέννησή τους. «Νικόλαε, σιωπή», πρόφερε ἀπότομα ἡ κυρία Νιόβη. «Δὲν ἀποχαιρετᾶς κανέναν. Ὅλα καλὰ θὰ πᾶνε». Ὁ Νικόλας ἔμεινε σιωπηλός, κοιτώντας δακρυσμένος τὴ μητέρα του, καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο, ἀποκοιμήθηκε στὴν ἀγκαλιά της.

Ἡ κ. Νιόβη ἔμεινε νὰ κοιτάει ἀνέκφραστη τὶς φλόγες ποὺ ἔσβηναν τὰ χνάρια τῆς προηγούμενης ζωῆς της, καθὼς τὸ καΐκι ἀνοιγόταν, ἀγκομαχώντας, στὸ πέλαγος. Ἡ μονοτονία τῶν κυμάτων ξετύλιξε τὸ νῆμα τῆς μνήμης, ὁδηγώντας το, ἀκούσια, στὰ παιδικὰ καὶ νεανικά της χρόνια. Ἡ Σμύρνη ἀποτελοῦσε πάντα ἕνα περιβάλλον πολυπολιτισμικό, γεμάτο ζωή, φιλοπρόοδο καὶ ἀσφαλές. Ἡ ἴδια εἶχε τὴν τύχη νὰ λάβει σπουδαία μόρφωση, ἀφοῦ ὁ πατέρας της, δάσκαλος στὴν περιοχή, μὲ κῦρος καὶ βαθιὰ ἀφοσίωση στὶς ἀνθρωπιστικὲς ἐπιστῆμες, φρόντισε νὰ τῆς δώσει ὅλα τὰ ἀπαραίτητα πνευματικὰ ἐφόδια, στέλνοντάς την νὰ μαθητεύσει στὸ Κεντρικὸ Παρθεναγωγεῖο τῆς Σμύρνης.

Στὰ δύσκολα χρόνια τοῦ ξενιτεμοῦ, τὰ ὁποῖα θὰ ἀκολουθοῦ­σαν τὴν καταστροφή, ἡ κ. Νιόβη θὰ εὐγνωμονοῦσε συχνὰ τὸν πατέρα της γιὰ τὸ δῶρο τῆς μόρφωσης ποὺ τῆς προσέφερε, καὶ τὸ ὁποῖο τῆς ἐπέτρεψε νὰ ὀρθοποδήσει. Ὡς παιδί, ἔζησε στοὺς κόλπους μίας σχετικὰ εὔπορης οἰκογένειας. Στὰ ἐφηβικά της χρόνια, κατὰ τὶς συχνὲς ἐξόδους της στὴν πόλη, κέρδιζε εὔκολα τὴ συμπάθεια τῶν καλοντυμένων νεαρῶν,   ἀξιοποιώντας   τὶς   πολύπλευρες γνώσεις της καὶ τὰ

ἀκριβὰ φορέματα, τὰ ὁποῖα τῆς ἀγόραζε τακτικὰ ὁ πατέρας. Πολλὲς ἦταν καὶ οἱ ἐπισκέψεις στὰ σπίτια τῶν φιλενάδων της, ἐπισκέψεις ποὺ διανθίζονταν πάντα ἀπὸ μακροσκελεῖς συζητήσεις γύρω ἀπὸ τὶς τέχνες, τὴν λογοτεχνία καὶ φυσικά, γύρω ἀπὸ τὰ «νέα τῆς γειτονιᾶς», ὅπως ἀποκαλοῦσαν χαριτολογώντας μεταξύ τους, τὴν ὥρα τοῦ «κουτσομπολιοῦ». Πῶς νὰ ξεχάσει τὶς ἐξόδους τους κάθε Σαββατοκύριακο στὸ Θέατρο Σμύρνης, τὸ ὁποῖο μάγευε τὸν ἐπισκέπτη μὲ τὴν κομψή του διακόσμηση καὶ μὲ τὰ ἄρτια θεατρικὰ ἔργα; Πῶς νὰ λησμονήσει τὶς παραστάσεις τῶν θιάσων, οἱ ὁποῖοι περνοῦσαν ἀπὸ τὴν ξακουστὴ πόλη, παρουσιάζοντας ὑψηλοῦ ἐπιπέδου θεάματα, ὅπως ἔργα τοῦ Σαίξπηρ καὶ τοῦ Μολιέρου;

Βέβαια, δὲν ἔλειπαν καὶ οἱ συζητήσεις, ἰδιαίτερα ἀνάμεσα στοὺς πιὸ σπουδαγμένους, γιὰ τὶς πολιτικὲς ἐξελίξεις, γιὰ τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους, γιὰ τὴν κατάσταση στὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὶς ἐπιλογὲς τοῦ Βενιζέλου, γιὰ τὶς ἀντιπαραθέσεις του μὲ τὸν βασιλιὰ Κωνσταντῖνο, γιὰ τὴ Μεγάλη Ἰδέα, γιὰ τὴν προέλαση τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ στὰ ἐνδότερα τῆς Τουρκίας. Μὰ γιὰ τοὺς περισσότερους, ἡ διάχυτη εὐτυχία ποὺ διέπνεε τὴν πόλη, ἔκανε τὰ πραγματικὰ γεγονότα νὰ φαντάζουν πλασματικά, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὰ προσεγγίζουν μὲ ἐνδιαφέρον παθητικό. Θὰ ἔλεγες πὼς παρακολουθοῦσαν σὰν θεατές, μία παράσταση μὲ κορύφωση καὶ ἐναλλαγές, ἡ ὁποία τοὺς ἀποσποῦσε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴ γλυκιὰ μονότονη μελῳδία τῆς ποιοτικῆς, εἰρηνικῆς ζωῆς. Οἱ φρικαλεότητες τοῦ πολέμου καὶ τῆς δυστυχίας ποὺ ἔπλητταν ἄλλες πόλεις τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἔσφιγγαν σταδιακὰ σὰν κλοιὸς γύρω τους, δὲν μποροῦσαν νὰ πλησιάσουν στοὺς ἀρχοντικοὺς δρόμους τῆς πόλης μὲ τὶς ἔντονες μυρωδιές, τόσο ἀπὸ τὰ καρυκεύματα ποὺ πωλοῦνταν στὴν ἀγορά, ὅσο καὶ ἀπὸ τὰ ἀρώματα τῶν γυναικῶν, οἱ ὁποῖες ἀφιέρωναν πολλὴ ὥρα στὸν ἑαυτό τους, πρὶν ξεπορτίσουν ἀπὸ τὶς ἀριστοκρατικὲς κατοικίες τους.

Σὲ αὐτὸ τὸ προστατευμένο περιβάλλον τῆς Σμύρνης, ἡ κ. Νιόβη ἔφερε στὸν κόσμο τὴν κόρη της, τὴν Ἀλεξάνδρα, ἡ ὁποία μεγάλωσε εὐτυχισμένη μέσα στὴν κοιτίδα τοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ μητέρα θυμᾶται χαρακτηριστικὰ τὴ μικρή, πρὶν ἀκόμα πάει σχολεῖο, μὲ τὶς μακριὲς πλεξοῦδες καὶ τὰ λαμπερά, γεμάτα περιέργεια μάτια, καθὼς ἔτρεχε ἐλεύθερη στοὺς πλατιοὺς δρόμους τῆς Σμύρνης, φωνάζοντας καὶ γελώντας.

-Μαμά, κοίτα τί μοῦ πῆρε ὁ μπαμπάς, ἔλεγε ἐνθουσιασμένη, προτάσσοντας τὸ χεράκι της, στὸ ὁποῖο βαστοῦσε σφικτὰ μία πάνινη κούκλα.

-Εἶναι πανέμορφη Ἀλεξάνδρα μου, ἀκούει σὰν ὄνειρο, τὸν νεαρότερο ἑαυτό της νὰ ἀπαντάει.

Ἡ ἀνάμνηση τοῦ κοριτσιοῦ διαλύεται καὶ ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὸ καλοσχηματισμένο πρόσωπο ἑνὸς ἄνδρα στὸ ἄνθος τῆς νιότης. Εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ συζύγου της τὴ μέρα τοῦ γάμου τους. Ἀγάπη καὶ ἀσφάλεια, αὐτὸ ἔνιωθε, ὅταν τὸν κοίταζε. Τίποτα δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς ἀγγίξει ὅσο τοῦ κρατοῦσε τὸ χέρι. Τίποτα δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς βλάψει στὴ ζωὴ ποὺ θὰ ἔκτιζαν μαζί.

Ἡ κ. Νιόβη ἄνοιξε ἀπότομα τὰ μάτια της. Ὁ ἥλιος τὴν τύφλωνε, ὁ Νικόλας κοιμόταν στὰ πόδια της. Πόσες μέρες εἶχαν περάσει ἀπὸ ὅταν ἐγκατέλειψαν τὴ Σμύρνη; Σίγουρα κάποια στιγμὴ προσάραξαν στὴ Μυτιλήνη, ἀλλὰ ὁ λιμενάρχης τοὺς εἶπε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ κατευθυνθοῦν πρὸς τὸν Πειραιά. Οἱ αἰσθήσεις της ἦταν μουδιασμένες, θολωμένες ἀπὸ τὴν ὑγρασία καὶ τὴν πεῖνα, σὰν νὰ προσπαθοῦσαν καὶ αὐτὲς νὰ προσδιορίσουν τὴν ταυτότητά τους, τὸν ρόλο τους στὴ νέα πραγματικότητα.

Στὸν ὁρίζοντα, ἀχνοφαινόταν ἕνα κομμάτι στεριᾶς. Σιγὰ σιγά, οἱ καταπονημένοι Σμυρνιοὶ ἄρχισαν νὰ ἀναδεύονται καὶ νὰ σκουντᾶνε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, καθὼς ἡ πολυπόθητη λέξη «Πειραιὰς» διαδιδόταν μὲ ἀναστατωμένους ψιθύρους μεταξύ τους, ὥσπου τελικά, ὅλοι κοιτοῦσαν μὲ προσδοκία, στὴν κατεύθυνση τῶν πρώτων κατοικιῶν, οἱ ὁποῖες διαγράφονταν μὲ φόντο τὸν κόκκινο οὐρανὸ τῆς αὐγῆς. Στὴ Μητέρα Ἑλλάδα, θὰ δημιουργοῦσαν μία νέα ζωὴ ἀπὸ τὰ θεμέλια, καὶ θὰ λάμβαναν τὴ φορεσιὰ τῆς προσφυγιᾶς, ἄβολη καὶ ἄγνωρη γιὰ ἀνθρώπους νοικοκυραίους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν συνηθίσει νὰ ντύνονται μὲ πολυτελῆ ὑφάσματα.

Ἡ κ. Νιόβη ἀπὸ τὴν πλευρά της, συνήθισε γρήγορα τὴ δική της «ἐνδυμασία». Τὴ διαχειριζόταν μὲ ἀξιοπρέπεια, χωρὶς νὰ χάσει τὴν ἀριστοκρατικότητα καὶ τὴν παιδεία ποὺ ἔφερε ἀπὸ τὴν ἀγαπημένη της πατρίδα. Ἐκτίμησε, ὡστόσο, τὰ κουρέλια, γιατί τῆς ἐπέτρεψαν νὰ δεχθεῖ τὴν «ἰδιωτικὴ φιλανθρωπία», ὅπως ἔλεγε ἡ ἴδια, διστάζοντας νὰ χαρακτηρίσει τὶς πράξεις της μὲ τὸν ὅρο «ἐπαιτεία». Ἐξάλλου εἶχε ἕνα παιδὶ ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀναθρέψει.

Ἀποκούμπι γιὰ αὐτούς, δὲν ὑπῆρχε στὴν Ἑλλάδα. Ἡ μισή της οἰκογένεια εἶχε χαθεῖ στὴν καταστροφή, καὶ ὅσοι μακρινοὶ συγγενεῖς ἀκουγόταν ὅτι ἐπιβίωσαν, εἶχαν διασκορπιστεῖ σὲ διαφορετικὲς περιοχὲς τῆς χώρας, στὰ νησιὰ καὶ στὴν Θεσσαλονίκη. Κάποιοι εἶχαν προσπαθήσει νὰ φύγουν καὶ ἐκτὸς Ἑλλάδας. Ἡ περιουσία τους πίσω στὴν Σμύρνη ἔγινε στάκτη, καὶ ὅ,τι ἀπέμεινε, πέρασε ἀβασάνιστα στὴν κατοχὴ τῶν Τούρκων, μετὰ τὸν «καθαρμὸ» τῶν ὑπόλοιπων ἐθνοτήτων. Τουλάχιστον αὐτὴ ἦταν ἡ ἐνημέρωση ποὺ εἶχαν, ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι γνώριζαν.

Ὁ μικρός της μεγάλωνε μὲ στερήσεις, ἀντιμετωπίζοντας θαρρετά, παρὰ τὸ τρυφερὸ τῆς ἡλικίας του, τὸν φόβο καὶ τὴν περιφρόνηση ποὺ ἔδειξαν πολλοὶ Ἕλληνες πρὸς τοὺς βιαίως ξενιτεμένους Σμυρνιούς. Παρὰ τὶς ἀντικειμενικὲς δυσκολίες, δὲν ἔπαψε νὰ χαμογελᾶ καὶ νὰ ἀντλεῖ δύναμη, ὅπως καὶ ἡ μητέρα του, ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ στὶς δύσκολες στιγμές, ἔδειξαν καλωσύνη, ἀλληλεγγύη καὶ συν­έδραμαν οὐσιαστικὰ στὴ νέα ζωὴ ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ οἰκοδομήσουν.

Ὅταν ἐγκαταστάθηκαν, λίγους μῆνες μετὰ τὴν ἄφιξή τους, στὴν περιοχὴ τῆς Κοκκινιᾶς, κατάφερε ἐπιτέλους καὶ τὸ ἀγόρι νὰ πάει στὸ σχολεῖο τῆς περιοχῆς. Ὁ Νικόλας ἀγαποῦσε πάρα πολὺ τὰ γράμματα. Ἡ κ. Νιόβη στὴν ἀρχὴ ξενοδούλευε, μὰ ἔπειτα, χάρη στὴ μόρφωσή της, κατάφερε νὰ βρεῖ δουλειὰ ὡς γραμματέας σ’ ἕνα δικηγορικὸ γραφεῖο στὸν Πειραιά. Ἔβγαζε τὰ ἀπαραίτητα, γιὰ νὰ διάγουν μία λιτὴ ζωή, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ ὁποιαδήποτε σπατάλη.

Στὸ σχολεῖο, ὁ Νικόλας ἄρχισε νὰ δημιουργεῖ φιλίες, νὰ κάνει καὶ πάλι ὄνειρα, νὰ μετατρέπει τὸν πόνο καὶ τὴν ἀπώλεια σὲ δύναμη καὶ δημιουργία. Μία καλοκαιρινὴ μέρα, τὸ ἀγόρι ποὺ εἶχε πάρει πλέον ἐφηβικὴ μορφή, μπῆκε στὸ φτωχικὸ προσ­φυγικὸ σπίτι, κρατώντας ἕνα βιβλίο ἱστορίας. Πλησίασε διστακτικὰ τὴ μητέρα του, ἀκουμπώντας την στὸν ὦμο.

-Μητέρα, θέλω νὰ σπουδάσω ὅπως ὅλη μας ἡ οἰκογένεια. Θέλω νὰ γίνω δικηγόρος. Θέλω νὰ δώσω στὶς εἰσαγωγικὲς ἐξετάσεις σὲ τρία χρόνια.

Ἡ κ. Νιόβη κοίταξε τὸ νεανικὸ πρόσωπο τοῦ γιοῦ της, τὴν ὀξυδερκῆ ματιά του, γεμάτη ἐπιθυμία ἀλλὰ καὶ σύνεση, καὶ χαμογέλασε μετὰ ἀπὸ πολύ, πολὺ καιρό.

-Νὰ σπουδάσεις ἀγόρι μου. Ἐγὼ θὰ σὲ στηρίξω, ὅπως μπορῶ.

Ὁ Νικόλας χώθηκε στὴν ἀγκαλιά της, ὅπως καὶ τότε, σὲ ἐκεῖνο τὸ καΐκι, πρὶν τόσα χρόνια.

-Εὐχαριστῶ, ψιθύρισε.

Σήμερα, ἡ κ. Νιόβη βιάζεται. Βιάζεται νὰ πάει στὴν ὁρκωμοσία του, στὴν Νομικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν. Πρέπει νὰ τελειώσει γρήγορα μὲ τὸ μαγείρεμα, γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμη, ὅταν ἔλθει ὁ Νικόλας της. Θὰ βάλει τὸ ταγὲρ καὶ τὴν φούστα ποὺ ἀγόρασε πρὶν δύο χρόνια γιὰ τὶς σπάνιες, ἐπίσημες περιστάσεις. Τὰ χόρτα ἔχουν βράσει πιά. Ἡ μητέρα τοποθετεῖ προσεκτικὰ τὸ καπάκι πάνω στὴν κατσαρόλα καὶ πηγαίνει στὸ φτωχικὸ ὑπνοδωμάτιο.

Βγαίνοντας περιποιημένη στὴν ἐξώπορτα, βλέπει τὸν γιό της, νὰ τὴν περιμένει στὸ κατώφλι τοῦ ἰσόγειου σπιτιοῦ μὲ ἔκδηλη ἀνυπομονησία. Ἔχει ἐπιβλητικό, περήφανο παράστημα. Τὴν κοιτάζει βουρκωμένος:

-Μητέρα εἶχες δίκιο. Τὸ πνεῦμα εἶναι ἀνυπότακτο. Μπορεῖ νὰ χάσουμε τὰ πάντα, τὴν περιουσία μας, τὴ γῆ μας, τὸ σπίτι μας, μὰ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς πάρει τὴν ἀνθρωπιά μας καὶ τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὰ σφετεριστεῖ αὐτά.

Ἡ κ. Νιόβη τὸν πλησιάζει καὶ τοῦ σφίγγει τὰ χέρια. Κοιτώντας τὰ βαθυστόχαστα νεανικὰ μάτια τοῦ γιοῦ της, χρωματισμένα μὲ ἐλπίδα καὶ σχέδια, νιώθει, ἄξαφνα, δυνατὴ ὅπως παλιά.

-Ἀγόρι μου, ἡ ζωὴ ἔχει τὸν τρόπο της νὰ κερδίζει τὸν θάνατο. Κάθε νέα ἀρχὴ θέλει θάρρος. Μὰ ἐμπιστεύσου τὸ πέρας τοῦ χρόνου. Πάντα ἀναδεικνύει τοὺς ἐπιμένοντες νικητές.

Previous Article

Εμμονική Προσκόλληση στη ΔΔΟ

Next Article

Σειρά για τον Μουσταφά Κεμάλ από το Disney+ ξεσηκώνει Αρμένιους και Πόντιους