Κριτικὴ εἰς τὰς Ἀναλογικὰς Ταυτότητας τοῦ π. Ν. Λουδοβίκου

Share:

Τοῦ κ. Ν. Ρωμανοῦ, θεολόγου- συγγραφέως

   Στὸ παρόν κείμενο θὰ κάνουμε κριτικὴ στὸ πρῶτο κεφάλαιο τοῦ νέου βιβλίου τοῦ π. Ν. Λουδοβίκου στὰ ἀγγλικὰ μὲ τίτλο Analogical Identities: The Creation of the Christian Self, Volume 2, Intermeaningfulness Self-Catholicization, Meta-Narcissism, and Christian Theology, Brepols Publishers, Turn­hout / Belgium 2024. Σὲ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο ὁ συγγραφέας προσ­παθεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὸ δίπολο μεταξὺ οὐσιοκρατίας καὶ περσοναλισμοῦ, ἀλλὰ ἀνεπιτυχῶς κατὰ τὴν γνώμη μας, καθότι τὸ λεξιλόγιό του δὲν εἶναι καθόλου πατερικό, ὅπως θὰ φανεῖ παρακάτω.

Ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος ἀναφέρει ὅτι: «αὐτὴ ἡ ὁμοούσια πληρότητα συγκροτεῖ τὴ βάση μίας προσωπικῆς, δυναμικῆς κοινωνίας τῶν θείων ὑποστάσεων, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθερη» [1]. Ὅμως ἡ ἔκφραση προσωπικὴ κοινωνία ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος δὲν εἶναι πατερική. Ἡ λέξη κοινωνία σημαίνει αὐτὸ ποὺ εἶναι κοινό. Αὐτὸ ποὺ εἶναι κοινὸ συνιστᾶ τὴν ταυτότητα ἢ ἀλλιῶς τὴν ἑνότητα. Στὴν Ἁγία Τριάδα, λοιπόν, δὲν ἔχουμε ταυτότητα προσώπων, ἀλλὰ ταυτότητα ἢ ἑνότητα φύσεως. Τὰ τρία πρόσωπα τῆς ἀκτίστου θεότητας δὲν κοινωνοῦν ὡς πρόσωπα, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ μεταπατερικὴ θεολογία στὸ σύνολό της, ἀλλὰ ὡς Θεός [2].

Ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος, ἔπειτα, ὑποστηρίζει ὅτι: «τὸ γεγονὸς τῆς οὐσιώδους μετοχῆς» δὲν πρέπει νὰ νοηθεῖ ὡς τὸ περιεχόμενο μίας σχέσης ἢ ὡς μία σχέση καθαυτή, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς μία ἄχρονη, ἀμοιβαία αὐτοπροσφορά· ὄχι βέβαια μὲ τὴν ἔννοια ὅτι κάποιος «κατέχει» πρῶτα τὴ θεία φύση καὶ κατόπιν τὴ διανέμει, ἀλλὰ ὅτι αὐτὴ ἡ ἀμοιβαία ἀλληλοδιάδοση δὲν ἀποτελεῖ μία διαδικασία μέσα στὸν χρόνο, ἀλλὰ ἕνα προαιώνιο τρόπο ὕπαρξης» [3]. Ὅμως, ἡ κοινοποίηση ἢ ἀλληλοδιάδοση (inter-giveness) τῆς οὐσίας εἶναι ἄρρηκτα συνυφασμένη μὲ τὸ filioque τῆς δυτικῆς θεολογικῆς παράδοσης. Σύμφωνα μὲ τὴ λατινικὴ θεολογία, ὁ Πατὴρ εἶναι αὐτὸς ποὺ δίνει τὴν οὐσία, ὁ Υἱὸς αὐτὸς ποὺ λαμβάνει καὶ δίνει ἢ ἐπιστρέφει καὶ τὸ Ἅγ. Πνεῦμα εἶναι αὐτὸ ποὺ μόνο τὴ λαμβάνει [4]. Ἡ δόση, ἡ λήψη καὶ δόση καὶ ἡ μόνο δόση εἶναι οἱ τρεῖς τρόποι ἀλληλοδιάδοσης τῆς οὐσίας, πρᾶγμα ποὺ προϋ­ποθέτει τὴ σύγχυση μεταξὺ τῶν τριῶν κυρίων κατηγορημάτων τοῦ ἀκτίστου ὄντος, αὐτῶν τῆς οὐσίας, τῆς ὑπόστασης καὶ τῆς ἐνέργειας. Μὴ ξεχνᾶμε ὅτι τὰ δῶρα τοῦ Πνεύματος εἶναι οἱ ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες γιὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖες δὲν μποροῦν νὰ χρησιμοποιηθοῦν, γιὰ νὰ διακρίνουν τὰ πρόσωπα μεταξύ τους. Ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι γιὰ τὴν ὀρθοδοξία δὲν ὑπάρχει ἐνδοτριαδικὴ δοτικότητα ἢ δῶρο, ὅπως πρεσβεύει ἡ ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία [5].

Ἐντύπωση προκαλεῖ τὸ γεγονός, τουλάχιστο γιὰ ἕνα θεολόγο  ποὺ  πραγματεύεται  τὰ  δό­γματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι γιὰ τὴν ἐκ τοῦ Πατρὸς διάδοση (giveness) τῆς οὐσίας κάνει λόγο καὶ ὁ K. Rahner, ἕνας ἀπὸ τοὺς κύριους ἐκφρα­στὲς τῆς νέας θεολογίας τῆς Β΄ συνόδου τοῦ Βατικανοῦ. Κατὰ τὸν K. Rahner, οἱ ὑποστάσεις τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἀποτελοῦν τοὺς παραλῆπτες τῆς θείας οὐσίας, πρᾶγμα ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν ὑποψία μας ὅτι ἡ «ὀρθόδοξη» ἐκ τοῦ Πα­τρὸς δόση τῆς οὐσίας στὶς αἰτιατὲς ὑποστάσεις τῆς ἀκτίστου θεότητας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο πέραν ἀπὸ μία ἀντιγραφή, συνειδητὴ ἢ ὄχι, τόσο τῆς self-communication τοῦ Γερμανοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ θεολόγου, ὅσο καὶ τῆς κλασσικῆς λατινικῆς κοινοποίησης τῆς οὐσίας [6]. Ἔτσι, καταδεικνύεται ἀπερίφραστα ὅτι ἡ ἀλληλοδιάδοση, τὴν ὁποία χρησιμοποιεῖ ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος δὲν εἶναι ἔννοια πατερική, ἀλλὰ βασίζεται  ξεκάθαρα στὴν ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ γιὰ ἐνδοτριαδικὰ δῶρα.

Στὴ συνέχεια ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος, ἀναφερόμενος στὴν ἀλληλοδιάδοση τῆς οὐσίας, πάλι θὰ ὑποστηρίξει ὅτι «κατὰ συνέπεια, ἡ ὑποστατικὴ ἑτερότητα τοῦ ἄλλου θεμελιώνεται στὴν ἀμοιβαία δωρεὰ τῆς οὐσίας, ἐνῶ ἡ ἀλληλοκοινωνία ἢ ἀμοιβαία δωρεὰ τῆς οὐσίας ἀποτελεῖ τὸ μυστήριο τῆς κοινωνίας τῶν Τριαδικῶν Προσώπων [7]». Χωρὶς νὰ τὸ ἀντιλαμβάνεται ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος, υἱοθετεῖ ξανὰ στοιχεῖα τῆς ρωμαιοκαθολικῆς θεολογικῆς σκέψης. Οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ ἐπειδὴ δὲν διακρίνουν πραγματικὰ (δηλαδὴ ἐκτός τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ) μεταξὺ οὐσίας καὶ προσώπου, παρὰ μόνον μεταξὺ προσώπου καὶ προσώπου, στὴν Ἁγία Τριάδα, ὁμιλοῦν περὶ δοτικότητας τῆς οὐσίας, προκειμένου νὰ ἐξηγήσουν τὶς ὑποστατικὲς διακρίσεις μεταξύ τους, ὅπως ἤδη ὑπονοήσαμε. Γιὰ τὴν ἑλληνικὴ πατερικὴ θεολογία, ἄλλο εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἄλλο εἶναι ἡ ὑπόσταση. Ἡ ὑπόσταση ἔχει οὐσία, καὶ σαφῶς ἡ οὐσία δὲν εἶναι ὑπόσταση [8]. Ἡ ὑπόσταση εἶναι τρόπος ὕπαρξης, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ὑποστατικὴ διάκριση θεμελιώνεται στὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα προστίθενται στὴν οὐσία καὶ μαζὶ συνιστοῦν τὴν ὑπόσταση (φύση μετὰ ἰδιωμάτων) καὶ ὄχι σὲ κοινοποίηση ἢ ἀλληλοδιάδοση τῆς οὐσίας, ὅπως ὑποστηρίζει ἐσφαλμένα ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος, ἡ ὁποία προϋποθέτει ταύτιση οὐσίας καὶ ὑπόστασης.

Στὴ συνέχεια ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος θὰ ὑποστηρίξει κάτι τὸ πρωτοφανές, γιὰ κάθε εἶδος χριστιανικῆς ὁμολογίας, ὅτι: «Αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἰσχύει μόνο ἐὰν ἡ ὁμοουσιότητα δὲν εἶναι ἁπλῶς ταυτότητα, ἀλλὰ πρωτίστως ἀρχὴ διαφοροποίησης· καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἰσχύει μόνο ἐάν, κατὰ κάποιον τρόπο, ἡ θεία οὐσία ἢ φύση εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο κινεῖται, μέσα σὲ μία ἄχρονη κυκλοφορία ἐσωτερικῆς ἀλληλοπροσφορᾶς» [9]. Μὲ λίγα λόγια, τὸ κείμενο τοῦ π. Ν. Λουδοβίκου μᾶς λέγει ὅτι ἀρχὴ τῆς ὑποστατικῆς ἑτερότητας ἢ διάκρισης εἶναι ἡ ἴδια ἡ θεία φύση. Ἂν ἰσχύει αὐτό, δὲν βλέπω πὼς μπορεῖ νὰ ἀποφευχθεῖ ὁ πολυθεϊσμός. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ σύγχυση κοινῶν καὶ ἀκοινώνητων στὴ σκέψη τοῦ π. Ν. Λουδοβίκου εἶναι προφανής. Ἀλήθεια δὲν διάβασε ποτέ του ὅτι ἡ ὑποστατικὴ διαφοροποίηση ἔγκειται στὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα (καὶ ὄχι στὴ θεία φύση), τὰ ὁποῖα μαζὶ μὲ τὴν οὐσία συνιστοῦν τὴν ὑπόσταση;

Κατόπιν, ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος ἰσχυρίζεται: «Αὐτὴ ἡ ἄχρονη ὑποστατικὴ ἀλληλοπροσ­φορὰ τῆς οὐσίας εἶναι ἀκριβῶς ἡ ὁμοουσιότητα (ὁμοούσιον), δηλαδὴ ἡ κατ’ οὐσίαν ἐνδοτριαδικὴ διαλογικὴ ἀμοιβαιότητα, ἡ ὁποία διαμορφώνει ἔτσι μία νέα τριαδολογικὴ ὀντολογία, μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ σύγχρονου  περσοναλισμοῦ καὶ ὑπαρξισμοῦ. Οἱ τελευταῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ τριαδικὴ ἑνότητα συγκροτεῖται ὡς μία «ἐλεύθερη» ὑπερβατικὴ «κοινωνία προσώπων», τὰ ὁποῖα ἀποσπῶνται ἀπὸ τὴν κοινὴ οὐσιακὴ τους ταυτότητα, ἡ ὁποία ἐκλαμβάνεται ὡς ἁπλὴ ἀναγκαιότητα» [10]. Ἐκτὸς ἀπὸ ἀλληλοδιάδοση, λοιπόν, ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος κάνει λόγο γιὰ διαλογικὴ ἀμοιβαιότητα στὴν Ἁγία Τριάδα, ὅπως κάνουν οἱ σύγχρονοι προτεστάντες καὶ ρωμαιοκαθολικοί. Ὅμως, στὴν Ἁγία Τριάδα δὲν ὑπάρχει κανένας ἀπολύτως διάλογος, καθότι μία εἶναι ἡ βούληση καὶ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ἀρνούμενος κάθε εἶδος διαλογικῆς ἀμοιβαιότητας στὸ Θεό, θὰ πεῖ ὅτι ἐντός τῆς Ἁγίας Τριάδας δὲν ὑπάρχει ἐρώτηση καὶ ἀπόκριση, ἤτοι διάλογος [11]. Δυστυχῶς, ἡ διαλογικὴ φιλοσοφία τοῦ Μ. Buber ἔχει ἐπηρεάσει σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν μοντέρνα θεολογία σὲ ὅλες της τίς ἐκφάνσεις.

Στὴν ἴδια σελίδα ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος γράφει: « Αὐτὴ ἡ ἀμοιβαία κατάφαση τῆς φύσεως ὡς ἀκίνητης κινήσεως, δηλαδὴ ὡς χωρήσεως (κινήσεως πρὸς τὸν ἄλλον καὶ ἀμοιβαίας ἐμπεριχωρήσεως) καὶ συννεύσεως/συγκλίσεως μεταξὺ τῶν Τριῶν, ἐκκινεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα ὡς τὴν προαιώνια «πηγὴ» καὶ «αἰτία» της. Καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς Μοναρχίας τοῦ Πατρὸς — σημεῖο ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὅλοι συμφωνοῦμε — δηλαδὴ ἡ ἀπόλυτη μονοαιτιότητά Του, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν ἴδια «στιγμή», ἀχρόνως καὶ ἐνεργητικῶς, ὄχι ὅμως παθητικῶς, καταφάσκεται ἀμοιβαίως ἀπὸ τοὺς δύο Ἄλλους. Ἡ κατάφαση αὐτὴ συνιστᾶ τὴν ἐνδοτριαδικὴ ἀγάπη, δηλαδὴ τὴν ἐλεύθερη φυσικὴ διαλογικὴ ἀμοιβαιότητα μεταξὺ τῶν Τριῶν Προσώπων» [12]. Πάλι, οἱ χρησιμοποιηθέντες  ὅροι τοῦ π. Ν. Λουδοβίκου δὲν εἶναι καθόλου πατερικοί. Περὶ ἐνεργητικῆς κατάφασης ἢ βεβαίωσης τῆς πατρικῆς μοναρχίας ἀπὸ τὰ ἄλλα δύο πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας, κάνουν λόγο οἱ Moltmann καὶ Pannenberg [13]. Οἱ δύο ἀναφερθέντες σύγχρονοι προτεστάντες φοβούμενοι τὴν ἀπολυταρχία ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ προκύψει ἀπὸ τὴν μοναρχία τοῦ Πατρός, προσέδωσαν στὸν Υἱὸ καὶ στὸ Ἅγ. Πνεῦμα ἕνα ἐνεργητικὸ καὶ ὄχι μόνο παθητικὸ ρόλο. Ἔτσι, ἡ Ἁγία Τριάδα αὐτοδιακρίνεται καὶ αὐτοσυστήνεται διαλογικά, ὅπως θὰ μᾶς ἔλεγε ὁ Pannenberg, καὶ ὄχι ἕνεκα τῆς μοναρχίας τοῦ Πατρός. Μὲ ἄλλες λέξεις, καὶ οἱ τρεῖς ὑποστάσεις συνιστοῦν τὴν Τριάδα καταφάσκοντας ἡ μία τὴν ἄλλη ὡς ἀγαπητικὴ κοινότητα ἐνεργητικῶν ἐγώ. Στὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ θεολογία, ὅμως, δὲν ὑπάρχει κανένα δίλημμα παθητικότητας καὶ ἐνεργητικότητας. Ὁ Υἱὸς προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα γεννητῶς καὶ τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ἀπὸ τὸν Πατέρα ἐκπορευτῶς. Αὐτὲς οἱ πρόοδοι εἶναι ἀκατάληπτες ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ, ποὺ σημαίνει ὅτι μέχρι ἐκεῖ μποροῦμε νὰ μιλήσουμε. Οἱ ὑποστατικὲς πρόοδοι, ἤτοι ἡ γέννηση καὶ ἡ ἐκπόρευση, οὔτε ἐνεργητικὲς εἶναι, ἐφόσον δὲν εἶναι ἐνέργειες, οὔτε παθητικές, ἐφόσον δὲν εἶναι κτίσματα ποὺ λαμβάνουν. Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ποὺ λέγονται ἀπὸ τὴ σύγχρονη θεολογικὴ διανόηση δὲν εἶναι παρὰ προβολὴ κτιστῶν κατηγοριῶν ἐπὶ τοῦ ἀκτίστου, καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ λεγόμενη κοινωνικὴ ἢ πολιτικὴ Τριάδα.

Τέλος στὴ σελίδα 28 τοῦ ἔργου του, ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος διακρίνει τὴν περιχώρηση, τὴ διαμονὴ τοῦ ἑνὸς προσώπου μέσα στὸ ἄλλο, ἀπὸ τὸ ὁμοούσιο ὡς ἀγαπητικὴ ἀλληλοδιάδοση τῆς οὐσίας. Στὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση, ὅμως, ἔχουμε δύο εἰδῶν περιχωρήσεις. Ἡ μία εἶναι οὐσιώδης καὶ ἀναφέρεται στὸ κοινόν τῆς ἀκτίστου οὐσίας, ποὺ σημαίνει ὅτι τὸ ἕνα θεῖο πρόσωπο εἶναι στὸ ἄλλο μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἔχουν κοινὴ φύση καὶ ἑπομένως ἔχουν ἀπὸ κοινοῦ ὅλα τὰ ἄκτιστα φυσικὰ ἰδιώματα καὶ τὶς ἴδιες ἀκριβῶς ἐνέργειες. Στὰ κτίσματα δὲν ὑπάρχει τέτοιου εἴδους ἀλληλοπεριχώρηση, διότι τὰ χωρίζει ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος καὶ ἡ δυνατότητα ἰδιαίτερης χρήσης τῶν φυσικῶν, πρᾶγμα ποὺ στὸ Θεὸ δὲν ὑφίσταται. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Πέτρος δὲν εἶναι μέσα στὸν Παῦλο, καθὼς διαχωρίζονται κατὰ τὰ πράγματα. Τὸ δεύτερο εἶδος περιχώρησης ἀναφέρεται στὸ Χριστό. Αὐτὴ ἡ περιχώρηση εἶναι ὑποστατικὴ καὶ ἀναφέρεται στὴ μία ὑπόσταση τοῦ Λόγου ποὺ ὑπάρχει σὲ δύο φύσεις, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη. Συν­επῶς, στὴν πρώτη περίπτωση δὲν εὐσταθεῖ ἡ διάκριση περιχώρησης καὶ ὁμοουσίου, διότι τὰ θεῖα πρόσωπα περιχωροῦνται, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα κατὰ τὴ φύση.

Δυστυχῶς, ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος μὲ τὸν πυκνὸ τρόπο γραφῆς του, ὅπως καὶ μὲ τοὺς νεολογισμοὺς ποὺ ἐφευρίσκει, παράγει θεολογία ἐξόχως προβληματική, ποὺ ἐγκρύπτεται ὄπισθεν μίας δημιουργικῆς ἀσάφειας. Αὐτὴ ἡ ἀσάφεια κάνει τὸ κοινό του, τὸ ὁποῖο συνήθως εἶναι μὴ ἐξοικειωμένο μὲ τὴν πατερικὴ θεολογία, νὰ θεωρεῖ ὅτι λέει κάτι πραγματικὰ σπουδαῖο καὶ ρηξικέλευθο, τόσο ρηξικέλευθο ποὺ δὲν μπορεῖ μὰ ἀφομοιωθεῖ στὴν ὁλότητά του. Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, δὲν λέει κάτι ποὺ νὰ μὴ ἔχει ἤδη εἰπωθεῖ ἀπὸ σύγχρονους ἑτερόδοξους θεολόγους.

Ἔχουμε τὸ φρόνημα ὅτι ἡ ἁπλότητα τῆς ἐκφράσεως τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως πρέπει νὰ προηγεῖται τῆς ὅποιας «δημιουργικῆς ἀσάφειας», ἂν θέλουμε νὰ παραμείνουμε ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς πατερικῆς θεολογίας.

Σημειώσεις:

[1] Ν. Loudovikos, Analogical Identities: The Creation of the Christian Self, Volume 2, Intermeaningfulness Self-Catholicization, Meta-Narcissism, and Christian Theology, Brepols Publishers, Turnhout / Belgium 2024, σελ. 17: «This consubstantial wholeness composes the base of a personal dynamic communion of the Divine Hypostases that is absolutely free». [2] Γρηγόριος Παλαμᾶς, Λόγοι Ἀποδεικτικοί, Β΄, 45, Π. Χρήστου Α΄, σελ. 119: «Μηδεμίαν οὖν κατὰ τὸν μέγαν Βασίλειον πρὸς τὰ ἰδιάζοντα τῶν γνωρισμάτων τοῦ πατρὸς τὴν κοινωνίαν ἔχων ὁ υἱός, οὐδὲ τὸ ἐκπορεύειν ἕξει». [3] N. Loudovikos, Analogical Identities: The Creation of the Christian Self, Volume 2, Intermeaningfulness Self-Catholicization, Meta-Narcissism, and Christian Theology, Brepols Publishers, Turnhout / Belgium 2024, σελ. 18: «his event of essential participation should not be taken as the contents of relationship, or as a relationship, but rather as a timeless mutual giving, not of course in the sense that someone possesses the divine nature “first”, and “then” he distributes it; this mutual inter-givenness is not a process in time, but a pre-eternal mode of existence». [4] Richardi a Santo Victore, De Trinitate, V, XVI, PL 196, 961BD. [5] Γιὰ τὴν ἄρρηκτη σύνδεση τοῦ δόγματος τῆς κοινοποίησης τῆς οὐσίας καὶ αὐτοῦ τοῦ λατινικοῦ filioque βλ. ἐνδεικτικὰ T. J. White, The Light of Christ. An Introduction to Catholicism, The Catholic University of America Press, Washington, D.C. 2017, σσ. 80-81. [6] Βλ. K. Rahner, The Trinity, translated by J. Donceel, Burns & Oates, Great Britain 19863, σελ. 74. [7] Ν. Loudovikos, Analogical Identities: The Creation of the Christian Self, Volume 2, Intermeaningfulness Self-Catholicization, Meta-Narcissism, and Christian Theology, Brepols Publishers, Turnhout / Belgium 2024, σελ. 19: «Consequently, the hypostatic distinction of the other is grounded in the inter-givenness of essence, and inter-communion or inter-givenness of essence forms the mystery of the communion between the Trinitarian Persons». [8] Ἰωάννης Δαμασκηνός, Κατὰ Ἰακωβιτῶν, PG 94, 1460D-1461A. Βλ. ἐπίσης Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ κοινοῦ καὶ ἰδίου, δηλαδὴ περὶ οὐσίας καὶ ὑποστάσεως (ἐπιστολὴ ΙΕ’), PG 91, 565D. [9] Ν. Loudovikos, Analogical Identities: The Creation of the Christian Self, Volume 2, Intermeaningfulness Self-Catholicization, Meta-Narcissism, and Christian Theology, Brepols Publishers, Turnhout / Belgium 2024, σελ. 19 :«This can be true only if consubstantiality is not simply sameness, but mainly a principle of differentiation; but this can be true only if somehow the divine essence/nature is something that moves, in a timeless circulation of internal inter-givenness». [10] Ὅπ.π., σελ. 20: «This timeless hypostatic inter-giveness of essence is precisely the consubstantiality/homoousion, i.e. the essential intra-Trinitarian dialogical reciprocity, which thus creates a new Trinitarian ontology, far from the modern personalist and existentialist claims, which assert that the Trinitarian unity is formed as a “free” transcendental “communion of persons”, who detach themselves form their common essential sameness, construed as sheer necessity». [11] Μ. Ἀθανάσιος, Κατὰ Ἀρειανῶν Β΄, 31, PG 26, 213Β. [12] Ν. Loudovikos, Analogical Identities: The Creation of the Christian Self, Volume 2, Intermeaningfulness Self-Catholicization, Meta-Narcissism, and Christian Theology, Brepols Publishers, Turnhout / Belgium 2024, σελ. 21: «This reciprocal affirmation of nature as immovable movement, i.e. as χώρησις (movement towards and mutual containment) and σύννευσις/convergence between the Three, is initiated by the Father, as its pre-eternal “source” and “cause”. And  this is the principle of the Monarchy of the Father — a point on which we all agree — i.e. the Father’s absolute monocausality, which, in the same “moment”, timelessly and actively but not passively is reciprocally affirmed by the two Others. Τhis affirmation represents the intra-Trinitarian love, i.e. the free natural dialogical reciprocity between the      Three Persons».  [13] L. F. Ladaria, La Trinita mistero di comunione, traduzione: M. Zappella, edizioni Paoline, Milano 2004, p. 202-203.

Σημείωσις Ο.Τ.: Ἀναμένομεν τὴν ἀνταπάντησιν τοῦ π. Νικολάου Λουδοβίκου, τὴν ὁποίαν καὶ θὰ δημοσιεύσωμεν. Ὁ Ο.Τ. εἶναι βῆμα θεολογικοῦ διαλόγου καὶ προωθήσεως τῆς ἀληθείας καὶ μάλιστα ἀκολουθεῖ τὸ κατὰ τὸν Ἅγιον Γρηγόριον τὸν Παλαμᾶν, “μὲ μίαν μικρὰν προσθήκην ἀλλοιώνεται ἡ Παράδοσις”, ἤ κατὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην Δαμασκηνόν, “μὴ καρικεύετε τὴν κακίαν μὲ ἱερὰ λόγια”.

Previous Article

Ἀπίστευτον θράσος: Ἡ οὐνία παρουσιάζεται διωκομένη εἰς τὴν Ἑλλάδα!

Next Article

Ἰδοὺ διατὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος δὲν ἐπῆγε ποτὲ εἰς τὴν Ρώμην