Κωνσταντινούπολις: 29η Μαΐου 1453, ὁ καθρέπτης τῆς Ῥωμηοσύνης

Share:

Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου

  Ὑπάρχουν στιγμὲς στὴν πορεία ἑνὸς ἔθνους κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ χρόνος σταματᾶ, ὄχι γιὰ νὰ δηλώσουν ἕνα τέλος, ἀλλὰ γιὰ νὰ σηματοδοτήσουν τὴν ἀπαρχὴ μιᾶς «ἄλλης» θεώρησης τῆς ἱστορίας, ἀσυμβίβαστης μὲ τὶς συμβατικὲς ἀξίες τοῦ «σάρκινου» κόσμου, ποὺ ἐκφυλίζονται κατὰ ἀμετάτρεπτη νομοτέλεια.

  Ἡ 29η Μαΐου τοῦ 1453 δὲν εἶναι ἐπέτειος· εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς Ῥωμηοσύνης. Εἶναι τὸ σημεῖο ὅπου τὸ ἀγωνιστικὸ ἑλληνικὸ φρόνημα, ὑφασμένο μὲ τὸ ἦθος τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ παιδείας, κοίταξε στὰ μάτια τὴν συντριπτικὴ ὑπεροχὴ τοῦ ἐχθροῦ καὶ προτίμησε τὴν ἀθανασία ἀπὸ τὸν συμβιβασμό.

  Καὶ ὅμως, κάθε χρόνο τέτοια ἐποχή, γινόμαστε μάρτυρες ἑνὸς κακόγουστου θεάτρου. Στὴν ἀντίπερα ὄχθη, ὁ Ρετζὲπ Ταγὶπ Ἐρντογὰν καὶ ἡ ἐπιθυμία του γιὰ ἀνασύσταση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας στήνουν μιὰ γιγαντιαία, κακόγουστη θεατρικὴ ἀναπαράσταση τῆς Ἁλώσεως «ἐν ἅρμασι καὶ ἵπποις». Μὲ εἰδικὰ τάγματα στρατιωτῶν ποὺ ἀριθμοῦν τόσα μέλη ὅσα καὶ τὰ χρόνια ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, μὲ μπάντες καὶ κακόγουστα ἐφέ, μέσα ἀπὸ γιγαντοοθόνες, ποὺ ἀναμεταδίδουν τὴ βαρβαρικὴ τελετὴ τῆς ἁλώσεως μεταφρασμένη σὲ δέκα γλῶσσες, «ἀνακαταλαμβάνουν» εἰκονικὰ τὰ Θεοδοσιανὰ τείχη τῆς ἀείποτε Βασιλευούσης.

Ἆραγε, γιατί αὐτὴ ἡ ἐμμονική, ἐτήσια ἐπανάληψη; Τὴν ἀπάντηση δίνει, σὲ μιὰ ἔκρηξη ἱστορικῆς ἀλήθειας, ὁ Τοῦρκος δημοσιογράφος Ἐγκὶν Ἀρντὶτ τὸ 2009: «Γιατί κάθε χρόνο διακηρύσσετε σὲ ὅλο τὸν κόσμο ὅτι αὐτὰ τὰ μέρη δὲν εἶναι δικά μας; Ἤρθαμε ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ τὰ πήραμε μὲ τὴν βία. Μήπως στὸ ὑποσυνείδητό σας ὑπάρχει ὁ φόβος ὅτι ἡ πόλη κάποια μέρα θὰ δοθεῖ πίσω;».

Στήνουν μιὰ γιορτὴ, γιὰ νὰ ξορκίσουν τὸν τρόμο τους ἀπέναντι σὲ ἕνα πρωτογενῆ πολιτισμό, ποὺ δὲν μπόρεσαν ποτὲ νὰ φθάσουν, παραμένοντας θλιβεροὶ ἐπαῖτες ἑνὸς πλούτου πού, παρὰ τὰ πεντακόσια καὶ πλέον χρόνια σκλαβιᾶς, παραμένει ἀναλλοίωτα χριστιανικὸς καὶ ἑλληνικός.

Τὴν ὥρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, παρέδιδε ὅλο τὸν πλοῦτο της στὴν διάθεση τοῦ κράτους γιὰ τὴ σωτηρία τῆς Βασιλίδος, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἄρχοντές Της εἶχαν ἤδη φυγαδεύσει τὶς περιουσίες τους σὲ ἀσφαλεῖς χῶρες τῆς Δύσεως καὶ ὁ πληθυσμὸς ἦταν ἀποδεκατισμένος ἀπὸ τὴν αὐτοεξορία ὅσων ἐπέλεξαν νὰ ἀποφύγουν τὸν κίνδυνο.

Τὴν ἴδια στιγμὴ οἱ τελευταῖοι αὐτοκράτορες εἶχαν ἐπιδοθεῖ σὲ μιὰ ἐπίπονη προσπάθεια συμβιβασμοῦ μὲ τὴ Δύση, γιὰ νὰ τύχουν τῆς παπικῆς εὔνοιας. Φτάσαμε ἔτσι στὸ λειτουργικὸ ἀνοσιούργημα τῆς συλλειτουργίας Ὀρθοδόξων καὶ παπικῶν στὴν Ἁγιά Σοφιά (12 Δεκεμβρίου 1452), ὑπογράφοντας μιὰ Ἕνωση (Φερράρα – Φλωρεντία) ποὺ ἤθελε νὰ ἐπιβάλει τὶς δογματικὲς καὶ πειθαρχικὲς ἀξιώσεις τῆς Ῥώμης. Οἱ ὑποσχέσεις ἀποδείχθηκαν φροῦδες, ἀναγκάζοντας τὸν τελευταῖο Μέγα Δούκα Λουκᾶ Νοταρᾶ νὰ προβεῖ στὸ γνωστό, πικρὸ σχόλιο γιὰ τὸ σαρίκι τοῦ σουλτάνου: «Κάλλιο σαρίκι τούρκικο παρὰ τιάρα παπική».

«Διατὶ εἶχαν μοναστήρια, μεγάλους διδασκάλους,

τὰ πάθη, λέγω, τοῦ Χριστοῦ, σταυρόν, ἥλους καὶ λόγχην.

Τῆς Παναγίας ἀληθῶς, κἀκεῖ τὸ γάλα εἶχαν

καὶ τῶν ἁγίων λείψανα ὅλα ἰαματοῦσαν,

κι᾿ ἄλλα μεγάλα πράγματα κι᾿ ἔβλεπασιν τὴν πόλιν.

Ὅσον καιρὸν ἐσέβουντο καὶ ἐπροσέχαν,

μὲ εὐλάβειαν ἀληθινήν, μὲ φόβον τοῦ Κυρίου,

ἐφύλασσέν τους ὁ Θεός, ποτὲ κακὸν δὲν εἶχαν.

Ἀφ᾿ ὅτου δὲ ἐπέσασιν εἰς τὴν φιλαργυρίαν,

εἰς τὲς κλεψιὲς καὶ μεθυσιὲς ὧν πρῶτος εἶμ᾿ ἐκεῖνος,

εἰς τὲς πορνεῖες οἱ πολλοὶ καὶ ἀρσενοκοιτίες,

εἰς βλασφημίαν ἅπαντες, μικροί τε καὶ μεγάλοι,

ἠφάνισέ τους ὁ Θεός, μικρούς τε καὶ μεγάλους.

Λοιπὸν κι᾿ ἡμεῖς, ἀγαπητοί, ἂν ἐνὶ περιπατῶμεν

εἰς τέτοια καμώματα, εἰς τέτοιες ἀνομίες,

πλείονα καὶ χειρότερα κακὰ μᾶς θέλουν εὕρειν.

Ἐκεῖνοι κάμαν τὴν ἀρχὴν, σὲ μᾶς θέλ᾿ εἶσται τέλος,

τὴν Πόλιν γὰρ ἐχάσαμεν καὶ ἐμεῖς ἀμεριμνοῦμεν

καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα κι᾿ ἐμεῖς καταφρονοῦμεν,

τὸ θάρρος τῶν Χριστιανῶν, τῶν ταπεινῶν Ρωμαίων».

Μᾶς φωνάζει ὁ Νεῖλος Μπέρτος, ἕνας ἐνθουσιώδης ἱεροκήρυκας, ποὺ ἔζησε στὴν Ἀνατολικὴ Κρήτη στὰ μέσα τοῦ 15ου αἰώνα. Κι ἐμεῖς, αἰῶνες μετά, συνεχίζουμε συχνὰ νὰ ἐπαναπαυόμαστε σὲ ξένες ἐγγυήσεις γιὰ σιδηρὰ ἰσχύ, οἰκειοποιούμενοι ἀντίθεα ἀνταλλάγματα, καὶ ἐγκαταλείποντες τὴν παράκληση τῆς «θείας ράβδου καὶ βακτηρίας».

Ἡ Ἐκκλησία καὶ πάλι προσφέρει ἀπὸ τὰ σπλάγχνα της τὴν δύναμη τῆς χάριτος διεμβολίζοντας τὸν ἀνθρώπινο φόβο ἀπὸ τὶς ἀπειλὲς τῆς γείτονος καὶ τὴ σκόπιμη ἀμεριμνησία τῶν κρατούντων, οἱ ὁποῖοι καθοδηγοῦνται ἀπὸ ὀθνεῖα κέντρα ἀντεθνικῶν σκοπιμοτήτων. Προδήλως καταπατοῦνται βασικὲς ἀρχὲς τῆς διπλωματίας μὲ τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀποτροπῆς ἑνὸς πολέμου, ποὺ ὅλο καὶ περισσότερο μοιάζει νὰ πλησιάζει τὶς ἑλληνικὲς νησιωτικὲς ὄχθες.

Γιατί, ὅμως, ὅλη αὐτὴ ἡ ὀλιγωρία; Δὲν ἔχει καὶ ἡ Ἑλλάδα παράδοση στὴν διπλωματία; Δὲν ἔχουν οἱ ἰθύνοντες καρδιὰ ἑλληνικὴ, γιὰ νὰ καταστήσουν τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἰσχυρὸ κυρίαρχο κράτος στὴ σύγχρονη γεωπολιτικὴ σκακιέρα;

Διότι ἡ πανανθρώπινη καὶ διϊστορικὴ μεγαλωσύνη τοῦ ἔθνους μας στὸ παγκόσμιο γίγνεσθαι εἶναι ἡ ἀδιατάρακτη ἠθικὴ βάση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς στὸν κόσμο ὁλόκληρο. Ἀπὸ τὸν Ἡράκλειτο, ποὺ τόνιζε προδρομικὰ «ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων», ὅτι δηλαδὴ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νὰ ἐξομοιώνεται μὲ τὴ ζωὴ τοῦ θείου, μέχρι καὶ τὸ μυστήριο τῆς Ἀγάπης, ποὺ Ἐνυποστάτως ἀποκαλύφθηκε στὴν ἔσχατη ἔκφρασή του στὸ ὑψηλότερο βουνὸ τοῦ κόσμου, τὸν Γολγοθᾶ.

Καὶ ὅμως, παρὰ τὶς ἀνομίες καὶ τὰ λάθη, ποὺ ὁδήγησαν στὴν κατ᾿ ἄνθρωπον πτώση τῆς πλέον μακρόχρονης ἱστορικὰ Αὐτοκρατορίας, ἡ Ῥωμηοσύνη διέσωσε τὸ πιὸ ἀκριβό της κόσμημα: τὸ ἦθος τοῦ θανάτου της. Ὅταν ὁ Παλαιολόγος ἀπάντησε «κοινῇ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν», μετέτρεψε τὴν ἧττα σὲ προσμονή, τὸ φαινομενικό τέλος σὲ ἀκατανίκητο πόθο, τὸν θάνατο σὲ πύλη τῆς αἰωνιότητος.

Αὐτὸ τὸ ἦθος ἀποτυπώνεται στὴν συγκλονιστικὴ ἱστόρηση τοῦ Μιχαὴλ Δούκα, ὅταν ὁ τύραννος Μωάμεθ, μεθυσμένος ἀπὸ τὴ νίκη στὸ παλάτι, ζήτησε τὸν μικρότερο γιὸ τοῦ Λουκᾶ Νοταρᾶ, γιὰ νὰ τὸν μολύνει, καὶ ὁ πατέρας ἐπέλεξε τὸν ἀποκεφαλισμὸ ὁλόκληρης τῆς οἰκογένειάς του. «Νὰ ὁ δρόμος εἶναι ἀνοικτός. Στὸ ὄνομα τοῦ Ἐσταυρωμένου… ἂς πεθάνουμε γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε μαζί του τὶς εὐλογίες Του», εἶπε στὰ παιδιά του. Καὶ ἀφοῦ εἶδε τὰ κορμιά τους νὰ σπαρταροῦν στὸ χῶμα, ἀναφώνησε «Δίκαιος εἶ, Κύριε» καὶ παραδόθηκε στὴν ἀθανασία. Αὐτὸ τὸ ἦθος τοῦ ἀριστοκράτη πρέπει νὰ ἀναβιώσει καὶ σήμερα, ἡ ἰδέα ὅτι δίχως τὴν Ἑλλάδα τοῦ Χριστοῦ οὔτε καὶ ὁ ἴδιος ὑπάρχω.

Αὐτὸ τὸ φρόνημα κράτησε τὸν Πατριάρχη Γεννάδιο ὄρθιο στὴ στέψη του, ὁ ὁποῖος εἰκονίζεται νὰ ἀκουμπᾶ τὴν ποιμαντορική του ράβδο στὸ μωσαϊκὸ τμῆμα τοῦ κατακτητῆ Μωάμεθ, δείχνοντας ὅτι ἡ Γῆ ποὺ στέκεσαι δὲν εἶναι δική σου. Αὐτὸ τὸ φρόνημα ἔκανε τὸν Θόδωρο Κολοκοτρώνη νὰ ἀπαντήσει αἰῶνες μετὰ στὸν Χάμιλτον: «Ὁ βασιλεύς μας σκοτώθηκε, δὲν ἔδωσε ὅρκο (δὲν παραδόθηκε ποτέ), καὶ τὸ φρούριό του συνεχίζει ἕνα ἀτέλειωτο πόλεμο ἐναντίον τῶν Τούρκων. Τὸ βασιλικό μας φρούριο εἶναι οἱ κλέφτες στὰ βουνά».

Τὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ δὲν μετριοῦνται μὲ ἀνθρώπινες μεζοῦρες. Ἐκεῖνος ἔδωκεν, Ἐκεῖνος ἀφείλατο· εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας.

Ἀλλὰ ἡ εὐθύνη γιὰ τὸ σήμερα εἶναι δική μας. Ἂς πάψουμε νὰ ἀμεριμνοῦμε, ἂς πάψουμε νὰ ξεχνᾶμε, ἂς διορθώνουμε τὰ λάθη μας.

Τὸ πανίερο σῶμα τῆς Πόλης, ἂν καὶ ματωμένο καὶ φυλακισμένο, εἶναι ἔμψυχο, διότι καρδιά Του εἶναι ἡ ἐν αἰχμαλωσίᾳ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, καὶ σύμβολό Της ἡ περιώνυμος Ἁγιὰ Σοφιά, ποὺ σαρκώνει τὸν παιάνα μιᾶς βέβαιης προσδοκίας, ὅτι «Πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θἆναι».

Previous Article

Η μάχη Αγ. Θεοδώρων…

Next Article

Ντα ζίβα Γκρτσια! Να ζήσει η Ελλάδα!